Η επίσκεψη στο χώρο του παλιού Ελαιουργείου στην Ελευσίνα ενέχει πάντα τη συναισθηματική φόρτιση του αναπόδραστου περάσματος του χρόνου από ένα τοπίο με αρχέγονη αλλά και πρόσφατη πολυκύμαντη ιστορία, σφυρηλατημένη σε μία διαρκώς ρέουσα ενέργεια ως σταυροδρόμι πολιτισμών.

Ο Ανδρέας Λόλης, ως ένας από τους πιο σημαντικούς γλύπτες παγκοσμίως, με διαρκή παρουσία στις μεγαλύτερες πολιτιστικές διοργανώσεις του κόσμου, δεν επιθυμεί να αφηγηθεί την ιστορία αυτού του τοπίου ως μία καλλιτεχνική καταγραφή απόδοσης μύθων ή γεγονότων. Ο εικαστικός εισχωρεί στις βαθύτερες στιβάδες της καλλιτεχνικής διαδικασίας, της ποίησης των πραγμάτων, εξερευνώντας τη μεταφορά στο εφήμερο του σήμερα, της ουσίας του χρόνου ως μία αέναη παρουσία, μέσα από μία ανασκαφική εμβύθιση στο εσωτερικό της ανθρώπινης κατάστασης με τις επακόλουθες αποκαλύψεις.

Η ψευδαίσθηση κατακτάται μέσα από την ίδια την αλήθεια του υλικού και του ρόλου που ενδύεται μέσα από τη συμβολική διαδρομή μίας ανασκαφής.

Η ανασκαφή αποτελεί μία δραματική διαδικασία, αποτελούμενη από στοιχεία που ενώ φαίνονται δεν αποκαλύπτονται. Ο Λόλης έχει δουλέψει in situ για να επαναδημιουργήσει το φυσικό τοπίο ώστε να ενσωματώσει την ανασκαφική ύλη. Αυτή η ύλη έχει ως αφετηρία τον Ελευσίνιο μύθο της Βαβούς όπου μέσα από τα μύχια του θηλικού σώματος ανθίζει η πλάση.

Φωτογραφία από Φαίη Τζανετουλάκου

Η έρευνα της έννοιας της γης ως δοχείου, από όπου ξεπηδούν όλες οι ανακαλύψεις, ασκεί έλξη στον καλλιτέχνη, που απλώνει τις μαρμάρινες γλυπτικές του εγκαταστάσεις ήπια και οριζόντια στον ανοιχτό χώρο.

Σαν ένα πρωτοσουρεαλιστικό αντικείμενο, τα απλωμένα γάντια εργασίας κρατάνε τη φόρμα του χεριού, συμβολίζοντας την εκφραστικότητα, τη χρηστικότητα αλλά λειτουργούν και ως φθόγγοι μίας νοηματικής γλώσσας αποτελούμενη από ευρήματα μίας διαδικασίας που νοηματοδοτούν ως δείκτες την είσοδο και έξοδο της ανασκαφής, σαν αλληγορία της ανακάλυψης εαυτού.

Η ανασκαφή κινείται σε κανάβους και διαδρόμους. Ένα μαρμάρινο σεντόνι καλύπτει μία οπή στο έδαφος και γίνεται το ίδιο το έργο, με τις πτυχές και τα τσαλακώματα του, ένα παλλόμενο δέρμα μνήμης που σκεπάζει ένα μυστικό, μία κυματώδης, σχδόν βελούδινη απτική φόρμα που θα μπορούσε να αποτελέσει το πραγματωμένο όνειρο του Winkelmann που αναδύει ‘noble simplicity and calm grandeur’…

Οι μαρμάρινες παλέτες με την εκπληκτική σε ομοιότητα υφή του ξύλου, μοιάζουν να περικλείουν μία ανασκαφή που δεν έχει τελειώσει, κάτι που υποδηλώνεται από ένα γάντι αφημένο στο πλάι, εγκιβωτίζοντας τη στιγμή λίγο πριν την αποκάλυψη της Ιστορίας.

Μία τσαλακωμένη αφημένη κούτα, ως ένα οπτικό σημείο στίξης, δημιουργεί την ελεγεία του εφήμερου όπως και το δίπολο της αίσθησης του τι υπάρχει μέσα αλλά και έξω από αυτή, αναφερόμενη στην έννοια του χώρου που εμπεριέχει και εμπεριέχεται.

Μία παλιά κατασκευή από τσιμεντένιες κολώνες που προϋπήρχαν στην αυλή του εργοστασίου επιτελώντας κάποιο τεχνικό σκοπό που χάθηκε στη λήθη, φαντάζει σαν αφημένος πρωτοβιομηχανικός ναϊσκος και ενσωματώνεται από τον καλλιτέχνη ως το αποθετήριο ενός επίσης πρώιμου βιομηχανικού υλικού όπως το ελλενίτ, από μάρμαρο φυσικά, που μοιάζει να έχει πέσει από την οροφή αυτού του μοναχικού και θλιμμένου κατασκευάσματος.

Δίπλα, τα χνάρια ενός αρχιτεκτονικού εσωτερικού, ανοιχτού πλέον στα στοιχεία της φύσης, αποτελεί το πιο αφηγηματικό και στομαχικό σημείο του συνόλου των υπαίθριων γλυπτών-

καρφωμένα φελιζόλ πάνω στα παράθυρα του εξωτερικού τοίχου εμποδίζουν το θρόισμα του ανέμου και τη βίστα στον θαλάσσιο ορίζοντα, σπασμένα κεραμίδια και χαρτόνια σκεπάζουν ένα θραύσμα οροφής, μία ταλαιπωρημένη καρέκλα και ένα ρούχο ξεχασμένο στον τοίχο, αποτελούν τα χνάρια της ανθρώπινης παρουσίας που πέρασε αθόρυβα από το χώρο με σκοπό να ανακαλύψει τα χνάρια της ανθρώπινης παρουσίας πριν από αυτή, σε ένα τοπίο-παλίμψηστο όπως αυτό της Ελευσίνας, που το διέσχιζε και το σχεδίαζε μια συνεχόμενη έλευση ανθρώπινων ψυχών.

Στο πέρας της διαδρομής μία συστάδα καλαμιών από μπαμπού, σαν ορθωμένες ακτίνες μιας θείας επιφοίτησης, προσομοιάζουν ξεριζωμένα φυσικά υλικά αφημένα στην άκρη, με υποδόριες τις αλγινές μνήμες των φραχτών αλλά και την απειλή της κλιματικής αλλαγής γύρω μας.
Το τυχαίο και ασήμαντο στη γλυπτική γλώσσα του Ανδρέα Λόλη κατακτά τη θέση του σημαίνοντος και διαχρονικού, τοποθετώντας σε ένα νοητό μουσείο του σήμερα, τις ύλες που δομούν και αποδομούν την ύπαρξη μας.

Φωτογραφία από Φαίη Τζανετουλάκου

Το μάρμαρο δημιουργεί μνημειακά έργα από απορριγμένα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού που μέλλει να ανακαλυφθούν σε μία μελλοντική ανασκαφή του αύριο. Η έκπληξη της γλυπτικής του Ανδρέα Λόλη ενέχεται στην αμφισημία της όρασης όπως και της έμφυτης τάσης για ποιοτική ανάλυση των αντικειμένων. Ο θεατής δεν θα νιώσει ποτέ σίγουρος για το τι ακριβώς είναι αυτό που ατενίζει, όχι γιατί το αντικείμενο δεν φέρει έντονα παραστατικά αναγνωριστικά στοιχεία αλλά τουναντίον γιατί του είναι δύσκολο να ξεφύγει από μία άποψη κοινωνικά χαλυβδωμένη σχετικά με τη μνημειακή δημόσια χρήση της γλυπτικής από μάρμαρο.

Για τον Ανδρέα Λόλη το μάρμαρο στα χέρια του είναι ότι το πηχτό χρώμα στα χέρια του Francis Bacon- δεν ενδιαφέρεται να φαντασιωθεί για να καταφέρει να εξιδανικεύσει τη μορφή. Την κατανοεί και την αποθέτει στα μάτια μας μέσα από τις ρωγμές της.

Παράλληλα, στην αίθουσα τέχνης The Breeder ο καλλιτέχνης με την ατομική του έκθεση, επιχειρεί την γλυπτοποίηση της ζωγραφικής πράξης, σταματώντας το χρόνο με μία δυνατή χειρονομία επάνω σε δέκα καμβάδες από μάρμαρο που προϊδέασαν τη δουλειά της Ελευσίνας. Οι καμβάδες, και όχι το subject-matter δημιουργούν ένα ολιστικό γλυπτό ως hommage της ιστορίας της ζωγραφικής.

Διαβάστε επίσης:

Έκθεση με έργα του γλύπτη Ανδρέα Λόλη στην γκαλερί The Breeder