Σε ένα ετοιμόρροπο κτήριο της αγγλικής επαρχίας διαδραματίζεται το οριστικό φινάλε μιας σχέσης. Δύο ζωές σε κρίση, δύο διαδρομές τελειώνουν.

Ο Σερ (Α. Μυλωνάς), ένας σαιξπηρικός ηθοποιός, που έχει γεράσει πάνω στο σανίδι, κυριεύεται από τις προσωπικές αγωνίες και ανασφάλειές του. Βιώνει ένα εσωτερικό απειλητικό περιθώριο και χάνει τον έλεγχο του εαυτού του.

Ο Νόρμαν (Μ. Βακούσης), ο πιστός και αφοσιωμένος βοηθός του, έχοντας αναπτύξει μία ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση μαζί του, επιχειρεί να τον ενθαρρύνει. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία του Σερ να παίξει την 227η παράσταση του βασιλιά Ληρ και οι απανωτές παλινωδίες του. Παραπαίει ανάμεσα στο θέλω και στο μπορώ, χωρίς να είναι ξεκάθαρο πόσο πραγματικά επιθυμεί να παίξει. Τα όρια του αυτοσεβασμού φαίνονται να αλλοιώνονται και μαζί με αυτά χάνεται ό, τι υγιές υπάρχει. Ένα αέρας νοσηρότητας και παρακμής πνέει μέσα στο καμαρίνι, με το Νόρμαν να επιμένει στην τόνωση της αυτοπεποίθησης του «αφεντικού» του.

Η ματαίωση του θεατρικού έργου, αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος και ψυχολογικά και πρακτικά. Η σύνδεση του Σερ με τη δουλειά του και η πεποίθηση πως αυτό είναι ουσιαστικά η «οικογένειά» του, είναι ένα θέμα. Έτσι προσφέρεται η ευκαιρία στον επί δεκαέξι χρόνια αμπιγιέρ του να αποκτήσει στενή επαφή μαζί του. Ο ένας γίνεται απαραίτητος στον άλλον με τα όρια του προσωπικού ζωτικού χώρου να γίνονται δυσδιάκριτα.

Η προσωπικότητα του υπάκουου και συμπονετικού βοηθού δρα και έξω από τις συμφωνημένες υπηρεσίες. Η αγάπη και το νοιάξιμο υπάρχουν, αλλά μέσα από ένα σχήμα υπερταύτισης, που αυτεπάγγελτα οδηγεί στην εξάρτηση. Μία εξάρτηση, που παρουσιάζεται σε συμβιωτικές σχέσεις τέτοιου είδους.

Η σταδιακή «κάθοδος» του άλλοτε σπουδαίου και ακμαίου θεατρίνου καθορίζει την επίδραση του Νόρμαν πάνω του. Έχει γίνει πλατιά ευάλωτος και φοβικός, βλέποντας το άστρο του να δύει και τα καλύτερά του χρόνια να είναι πια πίσω.

Η ιδιόμορφη σχέση των δυο ανδρών μόνο ψυχαναλυτικά μπορεί να μελετηθεί και φυσικά να ερμηνευτεί. Ζουν μεταξύ τους κάτι βαθύ και ανθρώπινο με χειραγωγικό χαρακτήρα. Αγαπάνε με κτητικό τρόπο. Ενδεικτική η ατάκα του Νόρμαν «και τώρα εγώ τι θα απογίνω;». Εκεί, μαζί με το Σερ ένιωθε χρήσιμος και ευπρόσδεκτος. Κάπου ανήκε.

Ο Μάνος Βακούσης κάτι παραπάνω από εξαιρετικός, καθώς ζωγραφίζει την περσόνα που υποδύεται με τα κατάλληλα χρώματα. Εσωτερικός, μεστός, αλλά συναισθηματικά τρωτός, διαμορφώνει μία συμπεριφορά αμφιθυμική και ιδεαλιστικά αυτοκαταστροφική. Έχει «βουτήξει» στο θεμέλιο του ρόλου με σφοδρότητα και λυρισμό. Οι υποκριτικές του εγγραφές ολοκληρώνουν το χαρακτήρα, που με σύνεση και ψυχική ακμαιότητα υποδύεται. Ο πλούτος και η έκταση των ικανοτήτων του αποτυπώνουν την ευρεία γκάμα του ταλέντου του. Ένας ηθοποιός, που για άλλη μία φορά αποδεικνύει τη διαχρονική του αξία.

Το Σερ ερμηνεύει ο έμπειρος Αλέξανδρος Μυλωνάς. Ο σπουδαίος μας ηθοποιός υφαίνει δεξιοτεχνικά την άβυσσο, που δημιουργείται, όταν ο ήρωάς του βλέπει το τέλος της καριέρας να πλησιάζει εφιαλτικά. Η αγωνία τον κυριεύει, καθώς νιώθει πως οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν αλύπητα. Ο Μυλωνάς κινείται με σκηνική δεινότητα, αντιπροσωπευτική ενός χαρακτήρα μελαγχολικού, αμήχανου και εγκλωβισμένου σ’ έναν κόσμο, ο οποίος δεν του ανήκει πια.

Παίζει το συναισθηματικά φορτισμένο χαρακτήρα με μέτρο, διαύγεια και ειλικρίνεια, κάνοντας το θεατή συμμέτοχο στο δράμα, που βιώνει. Υπογραμμίζεται η αίσθηση της ολοκλήρωσης ενός κύκλου με τίμημα την απουσία από το θεατρικό σανίδι, το πραγματικό σπίτι του σαιξπηρικού Σερ.

Ο συγχρωτισμός των δύο ανδρών εκρηκτικός, εμπεριέχει πάθος, φροντίδα, συνήθειες, ιδιοτροπίες, υπομονή, στήριξη, προσήλωση και πίστη. Η προσκόλλησή τους παραπέμπει σε μια τραγικότητα, που διαπερνά και τις δύο αυτοκόλλητες, για διαφορετικό λόγο η κάθε μία, προσωπικότητες.

Κοινός τους παρονομαστής η αβάσταχτη ανυπαρξία εαυτού με μέση δομή. Ο φόβος του «κενού» διαμορφώνει τις όποιες ακραίες στάσεις και συμπεριφορές τους.

Η Άννυ Λούλου παίζει τη σύντροφο του Σερ ξεδιπλώνοντας με μαεστρία την υποκριτική της ευφράδεια. Πολύ καλή και αξιόπιστη στην ερμηνεία της.

Ευγενία Αποστόλου, Νίκος Καλαμός και Δημήτρης Μαργαρίτης συμπληρώνουν επιδέξια το αξιόλογο καστ της παράστασης.

Ο σκηνοθέτης Μανώλης Δούνιας δημιουργεί μία πρόταση ατμοσφαιρικής συνύπαρξης με μπόλικη δόση ασφυξίας και πινελιές μεταφυσικού στοιχείου. Ο περιορισμός της προσωπικής δράσης παρουσιάζεται ανάγλυφα με τη συνδρομή των ταιριαστών στο γενικό κλίμα σκηνικών του Δημήτρη Πολυχρονιάδη. Τα κατάλληλα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα και οι υπαινικτικοί φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη βοηθούν στην εξέλιξη του θεατρικού σύμπαντος. Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου τελειοποιεί τη σφιχτοδεμένη γεωμετρία του έργου, που θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα της παγκόσμιας δραματουργίας.

Μια σπουδαία δουλειά που προικοδοτεί συγκινησιακά το κοινό και παράλληλα το προβληματίζει με ευρηματικό και δημιουργικό τρόπο.