Με αφορμή τη σύσταση του Ερευνητικού Δικτύου για τα αρχεία του Θόδωρου Αγγελόπουλου και την κυκλοφορία της ανθολογίας «Ίχνη Αιωνιότητας, Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935–2012)» από τις εκδόσεις Ταξιδευτής, παρουσιάζουμε τις θεματικές που αναδεικνύουν το ποιητικό και ιδιότυπο κινηματογραφικό σύμπαν του πιο έμπειρου και πολυβραβευμένου Έλληνα σκηνοθέτη της ανθρώπινης περιπέτειας (ολόκληρη η φιλμογραφία του διατίθεται στη streaming πλατφόρμα Cinobo).
Γράφει η Άννα Αγρέβη
***
Τα 13 φιλμ της ελληνικής ιστορίας
Τι θα ήταν ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος αν του αφαιρούσαν τα αγγελοπουλικά πλάνα με την “πολλή βροχή και καμπαρντίνα”; Ίσως κανείς να έλεγε πως η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή θα ήταν φτωχότερη· ακόμη περισσότερο, θα έλειπε η εθνική συλλογική μας παρουσία. Γιατί ο Αγγελόπουλος καταφέρνει να χωρέσει ολόκληρη την ελληνική ιστορία στα 13 φιλμ που μας κληροδότησε, σε αυτά τα στυλιζαρισμένα κινηματογραφικά ποιήματα-δοκίμια, τα “παράνομα υλικά” που καταγράφουν και απεικονίζουν την συνείδηση του πολύπαθου ελληνικού έθνους. Υιοθετώντας έναν μινιμαλισμό από άποψη, ξεγυμνώνει τις σκηνές του από χονδροειδή περιτυλίγματα και “ρεπεράρει” τα κάδρα του με ασκητικά εσωτερικά και ερειπωμένα σκηνώματα-τοπία. Κάνοντας κυρίως πολιτικό σινεμά, η εμμονή του να κινηματογραφεί στατικές συνθέσεις με βραδέας καύσης μονοπλάνα, πανοραμίκ 360 μοιρών και τράβελινγκ κάμερας δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή. Αντιθέτως, δικαιολογεί την πρόθεσή του να αναπαραστήσει τα πολιτικά διδάγματα του παρελθόντος ώστε να μην επαναληφθούν στο παρόν.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Φαίνεται πως και την ομίχλη την επανεφευρίσκει ο Αγγελόπουλος. Η εθνικοφροσύνη και η πατριδολατρία έχει θεμελιωθεί στη σύγχυση ότι μορφές όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Κολοκοτρώνης και ο Άγιος Παΐσιος μοιράζονται το ίδιο σώμα. Το κουκούλωμα και ταυτόχρονα η δημόσια διαπόμπευση της κλειστής κοινωνίας. Η ατιμωρησία. Η ανάδειξη μύθων και ταυτόχρονα η κατάρρευση τους. Οι μονόλογοι που σπάνε τον τέταρτο τοίχο αφηγώντας την μικρασιατική καταστροφή και τον εμφύλιο πόλεμο. Τα θαμμένα πτώματα των ανταρτών. Η αίσθηση εξορίας στην ίδια την πατρίδα. Ο ξεριζωμός και η μετανάστευση. Η αναζήτηση της ταυτότητας και η σχέση με τους Βαλκάνιους γείτονες. Όλα αυτά συνθέτουν αυτό που ο Βασίλης Ραφαηλίδης έχει προηγουμένως επισημάνει ως το διφορούμενο και ομιχλώδες τοπίο της ελληνικής πραγματικότητας. Η σπουδαιότητα του έργου του ήταν ότι μας έδωσε την ευκαιρία να επιλέξουμε να μην είμαστε “έθνος λωτοφάγων”.
Αγγελοπουλικοί ήρωες
Οι ήρωες του Αγγελόπουλου όσο και να μοιάζουν φευγάτοι στις σκέψεις τους, όσο και να είναι ισοβίτες του παρελθόντος τους, είναι ολοζώντανοι γιατί πενθούν το ότι δεν μπορούν να ζήσουν ακόμα παραπάνω από αυτό που τους αναλογεί. Είναι θλιμμένοι επειδή όπως λέει και ο Τζον Μπέρτζερ, ο χρόνος είναι ο “εκπρόσωπος του θανάτου” και εκείνοι αγαπούν να ζουν στο άχρονο. Παρόλα αυτά, δεν περιφρονούν τη φθαρτότητα τους αλλά αντίθετα την εξισώνουν με την υλικότητα της καθημερινότητας. Φοράνε τα ίδια ρούχα σαν συμβολική περιβολή, επισκέπτονται “γερασμένα” σπίτια, αρρωσταίνουν ή ζουν πολύ κοντά στον θάνατο, ενδίδουν στις σαρκικές απολαύσεις. Για αυτούς η φθορά και η παλαιότητα προσθέτει, δεν αφαιρεί, γιατί η φύση λειαίνει τις ανθρώπινες τους ατέλειες.
Χαμένοι και μελαγχολικοί συχνά περπατάνε προς το τέλος του εικοστού αιώνα. Άλλοτε μεταμφιέζονται σε αρχαία μυθικά πρόσωπα όπου η ιστορία και η μνήμη επανέρχονται σαν μαρτυρία. Περιπλανιούνται ψάχνοντας την αθωότητα, την τερατωδία της μνήμης και της ιστορικής καταγραφής σαν να εξαρτάται η ζωή τους από αυτό. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει μέσα τους, βλέπουμε μόνο το απ’ έξω τους. Η φαντασία τους γεννά άπειρες αναπαραστάσεις ενός ανεξάντλητου κόσμου μέσα στο πεπερασμένο μα είναι φανερό πως αυτό που απουσιάζει στο πλάνο, μιλάει πιο πολύ από αυτό που είναι παρόν.
Οι ήρωες του μιλούν αλά Μπρεχτ και νιώθουν σφοδρό έρωτα για την ιστορία, την πολιτική, τον πολιτισμό, την ανθρωπότητα. Η θεώρηση του κόσμου γίνεται με όρους διαλεκτικής, δεν χωράνε συναισθηματισμοί. Δεν ηγούνται οι πρωταγωνιστές και δεν προβάλλονται οι ατομικότητες. Στον κόσμο των αγγελοπουλικών ηρώων βασιλεύει ο διδακτισμός της ανωνυμίας και του πλήθους. Τα μοτίβα επαναλαμβάνονται αδιάκοπα και ακανόνιστα σαν την ενέργεια που φέρουν οι πρωταγωνιστές του – από τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, τον Μπρούνο Γκάνζ, τον Τζούλιο Μπρόγκι και τον Γουίλεμ Νταφόε μέχρι τον Μάνο Κατράκη, τον Θανάση Βέγγο, την Εύα Κοταμανίδου αλλά και τα παιδιά που έπαιξαν και “ενηλικιώθηκαν” στις ταινίες του.
Η ελληνική επαρχία και η μουσική
Ο Αγγελόπουλος κατάφερε να μετατρέψει την ελληνική επαρχία σε κέντρο του κόσμου. Όπως ο ίδιος αφηγείται στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ του Σταύρου Καπλανίδη “Ιστορία των χρόνων μου” μιλώντας για την Αναπαράσταση, η ταινία αποτέλεσε “εικόνα γνωριμίας με τον τόπο μου και ταυτόχρονα με τον εαυτό μου. Αυτό ήθελα να κάνω. Αυτή η εικόνα με αντιπροσωπεύει. Εγώ, ένας άνθρωπος της ασφάλτου, των καυσαερίων της Αθήνας, ξαφνικά γνώριζα μια Ελλάδα, γνώριζα την Ελλάδα, τη μέση Ελλάδα, την άγνωστη Ελλάδα”.
Το Διεθνές και ο ποταμός Σακουλέβας στη Φλώρινα, η λίμνη Κερκίνη, το Μονοδένδρι, το Ρολόι και τα Ταμπάκικα στα Γιάννενα, το πέτρινο γεφύρι στο Δοτσικό Γρεβενών, η Θεσσαλονίκη και τα σύνορα…μεταφέρονται στην οθόνη σαν άχρονα τοπία, εκεί όπου υφίσταται ταυτόχρονα ο πραγματικός χρόνος και το ονειρικό λίμπο. Ο επαρχιακός διάκοσμος αποτυπώνεται σε σιωπηλά ποιητικά κάδρα, ενώ ο ήχος από το κλαρίνο συνομιλεί με το μοντέρνο χιτάκι από το τζουκ μποξ.
Βρέχει στην πόλη από νωρίς και γρήγορα νυχτώνει, έχεις τα φώτα σου κλειστά και φίλους στην οθόνη, και να ξεχάσεις προσπαθείς αλλά ο ήχος της βροχής, τα λόγια μου σου ψιθυρίζει και θέλεις να κρυφτείς… τραγουδάει ο Νταλάρας συνοδεία ορχήστρας Μπρέγκοβιτς τέλη του ‘90. Θα μπορούσε να είναι το σάουντρακ μιας άλλης βαλκανικής νύχτας, όταν ο Χάρβεϊ Καϊτέλ φτάνει στο Βελιγράδι πάνω σε ένα πλεούμενο που μεταφέρει τον κομματιασμένο Λένιν για να συναντήσει τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και μαζί να περπατήσουν στους νυχτερινούς δρόμους που ζουν τον πόλεμο και να υψώσουν τα ποτήρια τους στη μνήμη των δικών τους ηρώων. Το Γιαξεμπόρε του Λουκιανού Κηλαηδόνη ακούγεται από το περιοδεύον μπουλούκι καθώς διασχίζουν χιονισμένα κατοχικά τοπία. Και εκείνη η αξεπέραστη μουσική της Ελένης Καραΐνδρου φαίνεται να έχει γεννηθεί για να επενδύσει με οπάλινη μελαγχολία το γκριζογάλανο αγγελοπουλικό φόντο.
Ο χρόνος κυλάει αργά
Μέσω των αργών πλάνων όπου ο χρόνος είναι πυκνός και πλούσιος, δίνεται η ευκαιρία στους θεατές να παιδευτούν λιγάκι, να επεξεργαστούν αυτό που βλέπουν, όχι μόνο να αναλωθούν σε απλές εικόνες εναλλασσόμενες στα καρέ που περνάνε από μπροστά τους. Δημιουργείται η αίσθηση πως, αν ενώσει κανείς όλα τα σελιλόιντ του Αγγελόπουλου, θα προκύψει μία ιστορία χωρίς ευθύγραμμη αφήγηση, αλλά ταυτόχρονα ενιαία και συμπαγής. Υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός που δουλεύει αδιάκοπα σαν μελίσσι χωρίς ασυνέχειες, μόνο με μια αργή, οργανική ροή που παράγει το μέλι-ταινία. Κατ’αυτόν τον τρόπο οι ταινίες του μοιάζουν σαν ένα αδιάσπαστο κινηματογραφικό ποτάμι.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτό το είδος σινεμά δεν είναι για όλους. Είναι γεγονός πως ο Αγγελόπουλος έφτιαχνε ταινίες όχι για να διασκεδάσει ο θεατής αλλά κυρίως για να προβληματιστεί. Ειδικά στην εποχή μας, της γρήγορης εικόνας και της ασταμάτητης πληροφόρησης, το σινεμά αυτό φαντάζει άθλος ως προς την θέαση. Ωστόσο, η πόρτα για το σινεμά του είναι ανοιχτή στον καθένα, αρκεί να πατήσει το play και να παρατηρήσει. Η ανακάλυψη θα έρθει μόνη της, και ο προβληματισμός θα γίνει εύφορο έδαφος και για τις νέες γενιές σινεφίλ.
Κεντρική εικόνα θέματος: Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στα Γιάννενα για τις ανάγκες της ταινίας «Αναπαράσταση», 1969 – Πηγή Αρχείο Θόδωρου Αγγελόπουλου, από το theoangelopoulos.gr