Υπάρχουν εκθέσεις που κατοικούν τον χώρο που τους παραχωρείται, και εκθέσεις που τον αναδιαρθρώνουν ριζικά — που επιβάλλουν πάνω του ένα νέο γνωστικό βάρος. Η εγκατάσταση του Nari Ward στα Σφαγεία της Ύδρας ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Το Until That Day δεν απλώς «τοποθετεί έργα» σε έναν ιστορικό χώρο· αντίθετα, εκμεταλλεύεται με τρόπο χειρουργικής ακρίβειας τη βαθιά αμφισημία του τόπου -ένα σφαγείο που έχει μετατραπεί σε αίθουσα τέχνης, ένα νησί με τουριστική αίγλη που επιπλέει στο Αιγαίο λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα της ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, σκληρότητας- και τον μεταβάλλει σε τόπο μαρτυρίας.

Ο Ward είναι γνωστός για τις γλυπτικές εγκαταστάσεις του από απορριφθέντα αντικείμενα που συλλέγει από τη γειτονιά του, κυρίως το Χάρλεμ, έναν τόπο που αποτελεί από μόνος του ένα αρχείο φυλετικής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Μέσα από γλυπτά και μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις, τα συλλεγμένα αντικείμενα αποκτούν νέα σημασία, δημιουργώντας ιστορικές συνδέσεις που δεν επιβάλλονται από τον καλλιτέχνη, αλλά αναδύονται από τη δική τους υλική μνήμη. Αυτή η πρακτική, αν και παρεμφερής με την Arte Povera, υπερβαίνει τον φορμαλισμό της, καθώς βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που ο Fred Moten αποκαλεί «μαύρη επιτελεστικότητα» — τη διαδικασία μέσω της οποίας τα υπολείμματα της καταπίεσης μετατρέπονται σε πράξη αντίστασης, όπως και σύμφωνα με τον ίδιο το Ward στη συζήτηση του με τον επιμελητή Massimiliano Gioni.

Στην Ύδρα, ο Ward μεταφέρει αυτή τη μεθοδολογία σε ένα συγκεκριμένο και ελάχιστα αναγνωρισμένο πολιτικό πεδίο: τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες του αφρικανικού πληθυσμού στην Ελλάδα. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Σε μια χώρα όπου ο δημόσιος λόγος για τη μετανάστευση έχει κατακυριευθεί από το αφήγημα της «εισβολής» και της «κρίσης», η καλλιτεχνική τοποθέτηση της Αφρo-ελληνικής κοινότητας ως φορέα ιστορίας και πολιτισμού, και όχι ως πρόβλημα, αποτελεί μείζον πολιτικό σχόλιο.

Ο τίτλος της έκθεσης προέρχεται από μία από τις πιο ισχυρές πολιτικές ομιλίες του 20ού αιώνα. Στην ομιλία του Αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ Α΄ στα Ηνωμένα Έθνη το 1963, το επαναλαμβανόμενο ρεφρέν «until that day» «μέχρι εκείνη την ημέρα»– χαρακτήριζε το όνειρο της ελευθερίας, της διαρκούς ειρήνης, της παγκόσμιας ιθαγένειας και της διεθνούς ηθικής ως μια φευγαλέα αυταπάτη, εάν δεν εξαλειφθούν οι φυλετικές ανισότητες. Η ομιλία αυτή μεταφέρθηκε στη μουσική παράδοση από τον Bob Marley στο πιο δυναμικό από τα ρέγκε τραγούδια του, το «War» του 1976. Ο Ward παίρνει αυτό το ήδη πολυεπίπεδο κείμενο και το επανατοποθετεί σε ένα νέο πλαίσιο αντίστασης — αυτό της σύγχρονης Ελλάδας.

Κεντρικό στοιχείο της έκθεσης είναι η επιτελεστική διάσταση: ο Ward προσκάλεσε τον Άγγελο Αγγέλου — τραγουδιστή που εκφράζει τις παραδόσεις του ρεμπέτικου — μαζί με άλλους Αφρο-Έλληνες μουσικούς να ερμηνεύσουν μία απόκριση στην ομιλία του Σελασιέ. Αυτή η επιλογή υπήρξε φορτισμένη. Το ρεμπέτικο δεν είναι απλώς ένα είδος λαϊκής μουσικής· είναι η μουσική των περιθωριοποιημένων, των εκτοπισμένων, των προσφύγων της Μικράς Ασίας — μια φόρμα που γεννήθηκε από τη συνθλιπτική εμπειρία του αποκλεισμού. Η σύγκλισή της με τις φωνές της Αφρο-ελληνικής κοινότητας δεν είναι απλή «διαπολιτισμική ανταλλαγή»· είναι μία ζωντανή, καθημερινή αρχαιολογία της κοινής εμπειρίας του ξεριζωμού, μία ηχητική χαρτογράφηση της ανεπίγνωστης μνήμης κοινοτήτων που έχουν σχιστεί σε πολλά κομμάτια, μα που η ελληνική εθνική αφήγηση έχει συνηθίσει να κρατά χωριστά.

Στη φαντασία του καλλιτέχνη, αυτά τα συμβολικά κομμάτια του ντόμινο της ζωής, συνδέονται με το συμβολικό στοιχείο της πυροσβεστικής μάνικας, για να δροσίζει τις πυρωμένες ψυχές των απανταχού απάτριδων -που βλέπουν τις σημαίες τους να κομπιάζουν και να ξεθωριάζουν μέσα στο απέραντο γαλάζιο που θα όφειλε να ενώνει και όχι να χωρίζει- για να περιελίσσεται γύρω από τις χαμένες βαλίτσες τους, για να γίνεται σωσίβιο στις θαλασσοταραχές και στα push-backs τους, για να κάνει να ακούγονται οι φωνές τους παντού σαν ηχεία, για να διαβάζονται οι κραυγές τους στα μπάνερ αντίστασης στους τοίχους: “equally one race – μία ράτσα εξίσου”, και τότε ίσως να ριζώσουν κάπου, βαθιά μέσα στη μνήμη, σαν μία άγκυρα που ανασύρεται από τον πυθμένα γεμάτη με πεταλίδες – κλειδιά.

Οι θεωρητικές συντεταγμένες της εγκατάστασης είναι πλούσιες. Μπορεί κανείς να διαβάσει τη δουλειά του Ward μέσα από το πρίσμα της σκέψης του Achille Mbembe για τη «νεκροπολιτική» -τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι πληθυσμοί, ειδικά στις μέρες του Black Lives Matter, των πογκρόμ κατά μεταναστών, μα και της Γενοκτονίας, εκτίθενται στη θνησιμότητα, στη βιολογική και κοινωνική αφαίρεση. Ταυτόχρονα αυτές οι τοτεμικές γλυπτικές εγκαταστάσεις ευελπιστούν να εισακουστούν και μέσα από την έννοια της «Σχέσης» του Édouard Glissant: την ιδέα ότι οι ταυτότητες δεν είναι κλειστές ουσίες αλλά ανοιχτές διαδικασίες επαφής, τριβής, ανταλλαγής. Το έργο του Ward εξερευνά την ένταση μεταξύ παράδοσης και μετεξέλιξης, αναζητώντας προσωπικές και κοινωνικές αφηγήσεις ενσωματωμένες στα υλικά, ώστε να διατυπώσει τις ρευστές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων.

Ο χώρος των Σφαγείων προσθέτει ένα επιπλέον ερμηνευτικό στρώμα. Ένας τόπος σφαγής -ζωικής, αλλά και με κάθε μεταφορική δυνατότητα- που εποπτεύει το Αιγαίο, ένα πέλαγος που έχει γίνει νεκροταφείο για χιλιάδες μετανάστες. Η ένταση μεταξύ της αισθητικής απόλαυσης του τοπίου και της πολιτικής ανηθικότητας που αυτό το τοπίο κρύβει, αποτελεί μέρος της ίδιας της εγκατάστασης -έστω κι αν ο Ward δεν το επιλέγει ρητά.

Το όραμα του Ward είναι να φωτίσει όχι μόνο τον αγώνα των Αφρο-Ελλήνων, μα και όλων των εκτοπισμένων, όπως και τις ζωντανές και ποικίλες πολιτισμικές τους συνεισφορές. Οι φράσεις στα κόκκινα φόντα στους τοίχους των Σφαγείων -αν και εκφράζονται σε γλώσσα φαινομενικά φιλελεύθερης πολυφωνίας- περικλείουν μια βαθύτερη, περισσότερο ανατρεπτική πρόθεση: την άρνηση της ηγεμονικής γραμματικής που τοποθετεί τον Άλλο ως αντικείμενο συμπάθειας ή απειλής, και να τον επανατοποθετήσει ως υποκείμενο ιστορίας.

Στην εποχή της ανόδου εθνικισμών και της συστηματικής αποανθρωποποίησης των μεταναστευτικών πληθυσμών, το Until That Day αρνείται τόσο την αφελή αισιοδοξία όσο και την παραλυτική απελπισία. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα: σε έναν χρόνο αναμονής που δεν είναι παθητικός αλλά επαγρύπνησης. Η λέξη «until» -«μέχρι τότε»- δεν σηματοδοτεί απλώς αναβολή. Σηματοδοτεί δέσμευση: εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε, να τραγουδάμε, να υπάρχουμε, να αγωνιζόμαστε. Μέχρι να έρθει Εκείνη η ημέρα.

Και αυτό είναι, ίσως, το πιο ανατρεπτικό πράγμα που μπορεί να κάνει μια έκθεση σε ένα πλαίσιο θεσμικής τέχνης: να αρνείται να είναι απλώς «ενδιαφέρουσα» και να επιμένει να είναι αναγκαία.

Όλες οι φωτογραφίες είναι από τη Φαίη Τζανετουλάκου

Διαβάστε επίσης:

Nari Ward – Until That Day: Έκθεση από το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ στα Σφαγεία Ύδρας