Στο θέατρο Θησείον παρουσιάζεται η “Jane – με αφορμή την Τζέην Έυρ της Σαρλότ Μπροντέ”, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μαυρογεώργη. Η δημιουργική ομάδα του έργου εμπνέεται από την εμβληματική φιγούρα της Σαρλότ Μπροντέ και της ηρωίδας της, Τζέην και αποπειράται να εξερευνήσει εκ νέου την βικτωριανή αυτή ιστορία υπό ένα διαφορετικό πρίσμα.

***

Η Σαρλότ Μπροντέ (Charlotte Brontë) και οι αδερφές της γράφουν ακατάπαυστα. Είναι σα να παρέδωσαν το έργο τους χθες το βράδυ, ή σήμερα το πρωί. Φαντάζομαι την Έμιλυ Μπροντέ (Emily Brontë) να πίνει καφέ με την Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson). Συζητούν χαμηλόφωνα μπροστά στο τζάκι για το πόσο τους αρέσει να μένουν κλεισμένες στα δωμάτια τους και να γράφουν. Σε στιγμές ακούγονται τα γέλια τους, έχουν ωραία αίσθηση του χιούμορ, λένε και ανέκδοτα για τον έρωτα, το θάνατο. Μέσα στο σπίτι μπορούν να κάνουν πολλά ταξίδια. Μπορεί ένα μοναχικό κορίτσι να γράψει σχεδόν ακίνητο για έναν πύργο που τον χτυπάει ο άνεμος, μπορεί να γράψει για ανθρώπους που τρέχουν στις πλαγιές και οδύρονται για τις ατυχίες, τις απώλειές τους. Ένας άνθρωπος κάθεται και γράφει και παράγει τόση κίνηση, τόση ζωή, συναισθήματα απερίγραπτα και ο αναγνώστης, που κι εκείνος καθιστός διαβάζει, χοροπηδάει μέσα του, μπαίνει στις σελίδες και απολαμβάνει την τρωτή ή την αδίστακτη φύση των χαρακτήρων. Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια χορεύουν ακίνητοι με τα πάθη άγνωστων ανθρώπων που μάλλον δεν υπήρξαν αλλά από την άλλη, ποιος το λέει αυτό; Ποιος μπορεί να πει ότι δεν υπήρξε ο Χακ Φιν ή η Τζέην Έυρ ή ο Χίθκλιφ;

Αυτά και άλλα πολλά σκέφτομαι στο δρόμο για το θέατρο. Πάντα ήθελα να πιω έναν καφέ στο μοναστηράκι με τον Μαρξ, τον Ουίτμαν, τη Βιρτζίνια, την Σαρλότ και βέβαια με την Έμιλυ και τη Σύλβια. Να μας ζαλίζει ο ήλιος και να πίνουμε καφέ, να λένε για τις ζωές τους, τις επιθυμίες τους, τα οράματα, τα ιδανικά και να ακούω, να παίρνω κάτι από τον τρόπο τους, μόνο εκείνοι/ες ξέρουν τι ακολουθεί αφού φύγουμε. Είναι πεθαμένοι όλοι τους αλλά ταρακουνούν αυτό που είμαι, είσαι, είναι.

Αν το θέατρο είναι περιπέτεια, είναι γιατί λέμε για εκείνη που πέθανε, έφυγε ή μένει κλεισμένη σε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο. Περπατάω προς το θέατρο. Εκεί θα συναντήσω μία ομάδα ανθρώπων που προστατεύουν ο ένας τον άλλο, θα λέω πως αυτά τα παιδιά είναι ένας σημαντικός λόγος να πάω και να κάνω τη δουλεία αλλά και το κέφι μου. Βοηθάει και ο ήλιος, βοηθά και η άνοιξη γιατί τα σώματα πονάνε λιγότερο. Ανακούφιση και αναστεναγμός. Ανάπνεε, ανάπνεε, μόνο αυτό, ανάπνεε, τι ωραία συνθήματα λίγο πριν χαθούμε, έφτασα στο θέατρο. Η παράσταση ξεκινάει και ανάμεσα σε πολλές αγαπημένες φράσεις ακούγεται και το «αν θυμάσαι ότι θα πεθάνεις, ζεις πιο έντονα». Πράγματι. Πάμε να παίξουμε τώρα, γιατί η Σαρλότ περιμένει!

Photo Credit: Αναστασία Γιαννάκη

Διαβάστε επίσης: 

Jane, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μαυρογεώργη στο θέατρο Θησείον