Το έργο
Ο Μαρκ Ρέιβενχιλ -μαζί με τους Σάρα Κέιν, Μάρτιν ΜακΝτόνα και Μάρτιν Κριμπ- είναι εκ των βασικών εκπροσώπων του κινήματος «at-yer-face» («στα μούτρα σου»), το οποίο γεννήθηκε στην Αγγλία των αρχών της δεκαετίας του 1990. Ήδη, από το πρώτο του θεατρικό έργο, το «Shopping and Fucking», η γραφή του τράβηξε το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών. Καθημερινή, φαινομενικά απλή αν και οξεία, σύγχρονη της εποχής της, φέροντας έντονη επίδραση από το μπρεχτικό θέατρο, η πένα του Άγγλου συγγραφέα σχολιάζει και καυτηριάζει την Ευρωπαϊκή πραγματικότητα μετά την πτώση του τείχους έως και σήμερα. Παράλληλα, ο Ρέιβενχιλ ανέδειξε μέσα από τα έργα του τη σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία της Βρετανικής κοινωνίας.
Στην Αγγλική κοινωνία και την ιστορία της επιστρέφει ο Ρέιβενχιλ και με το «Μπεν και Ίμο», ένα έργο γραμμένο για τα εξήντα χρόνια από την στέψη της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’. Με αφορμή τον εορτασμό του Διαμαντένιου Ιωβηλαίου της Βασίλισσας, ο συγγραφέας εξετάζει την Αγγλική κοινωνία τόσο της μεταπολεμικής Μεγάλης Βρετανίας του 1952-1953, αλλά και της ελισαβετιανής περιόδου. Εν προκειμένω, το έργο εστιάζει σε δύο σημαντικές, για την Αγγλική πολιτιστική παράδοση, μορφές, αυτές των Μπέντζαμιν Μπρίττεν και Ίμοτζεν Χόλστεν. Ο Μπρίττεν υπήρξε συνθέτης, εκ των σημαντικότερων της Αγγλικής κλασσικής μουσικής σκηνής, ενώ η Χόλστεν ήταν επίσης συνθέτρια, αλλά και εκπαιδευτικός. Οι δυο τους συνεργάστηκαν στενά κατά τη σύνθεση της γνωστής όπερας «Γκλοριανά», η οποία ακούστηκε στο Royal Opera House κατά την τελετή εορτασμού της στέψης της Ελισάβετ Β’, το 1953.
Έτσι, ο Ρέιβενχιλ σχολιάζει το παρελθόν, δηλαδή την ελισαβετιανή εποχή, στο σήμερα, δηλαδή το 1953, καθιστώντας το κοινό του εικοστού-πρώτου αιώνα θεατή όχι μόνον της παράστασης, αλλά ουσιαστικά της γέννησης και εξέλιξης μιας σημαντικής ιστορικής στιγμής. Το γεγονός ότι η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ εξετάζεται μέσα από τη γέννηση ενός σημαντικού καλλιτεχνικού γεγονότος όπως είναι η συνεργασία των Μπεν και Ίμο, καθώς και η γέννηση μιας όπερας, δείχνει τον υποκειμενισμό όχι μόνον του χρόνου, αλλά και της Ιστορίας εν γένει.
Η όπερα, αφιερωμένη στην νέα Βασίλισσα, πήρε το όνομά της από την προκάτοχό της, Ελισάβετ Α’, καθώς έτσι την αποκάλεσε ο ποιητής Έντμουντ Σπένσερ σε ένα ποίημά του (The Faerie Queene). Η όπερα παρουσιάζει τη σχέση της Βασίλισσας Ελισάβετ Α’ με τον Κόμη Έσσεξ. Στο δίδυμο που δημιούργησε ο Ρέιβενχιλ, απεικονίζεται η σχέση δύο σημαντικών καλλιτεχνών, του Μπεν και της Ίμο, κατά την ενιάμηνη περίοδο συγγραφής της «Γκλοριάνας». Ο συγγραφέας αποτυπώνει στο έργο του τα προβλήματα, τις χαρές, τις απογοητεύσεις, τα σκληρά και τα ωραία λόγια, αλλά κυρίως την αλήθεια που ενυπάρχει στη σχέση των δύο αυτών ανθρώπων. Παράλληλα, σχολιάζει τη ζωή στη μεταπολεμική Αγγλία, αλλά και το θεσμό της μοναρχίας μέσα από την Ελισάβετ Β’ και τον Δούκα του Εδιμβούργου, όπως και το περιβάλλον τους.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η σκηνοθεσία
Ο Γιώργος Σκεύας αντιμετώπισε με ρεαλισμό και αληθοφάνεια το έργο. Προσέγγισε με περισσή φροντίδα τα πρόσωπα των δύο επιφανών καλλιτεχνών, φωτίζοντας παράλληλα την ιδιοφυΐα, αλλά και τις ανασφάλειές τους. Την ίδια στιγμή ανέδειξε την απόσταση η οποία χωρίζει τον πνευματικό κόσμο από τον κόσμο της ύλης, είτε αυτός εκπροσωπείται από το παλάτι, είτε από το εκάστοτε επιχειρηματικό σύμπαν.
Ο σκηνοθέτης, μέσα από έντεκα εικόνες, αποτύπωσε τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η Ιστορία. Η σχέση του Μπεν και της Ίμο άλλαξε τη δική τους ζωή, όπως συμβαίνει με όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά ταυτόχρονα επηρέασε τον δημόσιο βίο μιας χώρας, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο καλλιτεχνικό και πνευματικό στερέωμα. Λαθροκοιτάζοντας πίσω από τον τέταρτο τοίχο, ο θεατής μεταφέρεται στην απαρχή μιας περιόδου που έμελλε να αφήσει το στίγμα της στην Αγγλική, αλλά και την παγκόσμια Ιστορία, εκκινώντας από την ενθρόνιση της Ελισάβετ Β’. Εξαιρετικά ευφυείς, τόσο η έναρξη, όσο και το φινάλε της παράστασης, κατά τα οποία, οι δύο ήρωες αποσχίστηκαν από το δραματουργικό σύμπαν και «πλησίασαν» το σήμερα του κοινού, υπενθυμίζοντας στο θεατή ότι η μυθοπλασία τελικά δεν απέχει και τόσο από την αληθινή ζωή. Λίγα βήματα μόνον τις χωρίζουν…
Οι Ηθοποιοί
Εκπληκτική η Αγγελική Παπαθεμελή (Ίμο) στο ρόλο της, κατάφερε να παρασύρει τον θεατή με την αμεσότητα και την υποκριτική της ειλικρίνεια. Εξίσου καλός ο Άρης Μπαλής (Μπεν), ο οποίος αποτύπωσε με απροσποίητη αλήθεια τον κυκλοθυμικό και βαθιά ανασφαλή ήρωά του. Οι δύο ηθοποιοί, χωρίς να χάσουν λεπτό το ρυθμό ή την ενέργειά τους, αποτύπωσαν με υποκριτική δεξιοτεχνία τις διακυμάνσεις στη σχέση τους, φέρνοντας στο προσκήνιο ακόμα και τις μύχιες σκέψεις και τα βαθύτερα συναισθήματα των ηρώων τους.
Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει επίσης στη χορωδία των μικρών παιδιών, τα οποία με την αθωότητα, τον αυθορμητισμό και την παιδικότητά τους έδωσαν μια τόσο ιδιαίτερη και συναισθηματικά φορτισμένη νότα στην παράσταση, θυμίζοντας ότι πίσω από τη μισαλλοδοξία, τις επιδιώξεις και τις προσπάθειες των ενηλίκων, υπάρχει πάντα ένα παιδί για να τα «ξορκίσει» όλα.
Οι Συντελεστές
Εκκινώντας από τη μετάφραση (Γιώργος Σκεύας), η οποία ήταν συνεπής στο πρωτότυπο, συνδυάζοντας τη θεατρικότητα, με το ρεαλισμό. Ο σκηνοθέτης συνηθίζει να μεταφράζει ο ίδιος τα έργα τα οποία και σκηνοθετεί, αποδεικνύοντας τη σημασία του λόγου σε μια παράσταση. Ως συνέπεια, οι μεταφράσεις του συμπλέουν με την εκάστοτε σκηνοθετική του προσέγγιση, υπογραμμίζοντας τη σημαντική σχέση μεταξύ λόγου και πράξης.
Το σκηνικό (Σκηνικό-Κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας) επιβάλλεται στο χώρο με το άνοιγμα της αυλαίας. Πιστή αποτύπωση του σπιτιού του Μπέντζαμιν Μπρίττεν, το σκηνικό μεταφέρει το θεατή στο χώρο, στον οποίο δημιουργήθηκε μια ιστορική όπερα, παρά την κριτική της υποδοχή. Εξίσου ιστορικά πιστά και τα πολλά κοστούμια τα οποία αλλάζουν οι ηθοποιοί, τα οποία σηματοδοτούν και τόσο τις αλλαγές, όσο και το πέρασμα του χρόνου. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί (Χρήστος Τζιόγκας), οι οποίο δεν συμπλέουν απλώς με τη σκηνική δράση, αλλά την χαρακτηρίζουν, δημιουργώντας ατμόσφαιρες και υπογραμμίζοντας σκέψεις και συναισθήματα των ηρώων. Τέλος, η μουσική (Σήμη Τσιλαλή) η οποία κατακλύζει τη σκηνή αποτελεί ένα ιδιαίτερα θετικό στοιχείο, σε μια παράσταση η οποία αφορά και αναφέρεται στον κόσμο της μουσικής. Τέλος, Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα κάλαντα τα οποία τραγουδά η χορωδία των παιδιών επί σκηνής.
Εν κατακλείδι
Το «Μπεν και Ίμο» που παρουσιάζεται στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ είναι ένα έργο με έντονο βιογραφικό χαρακτήρα καθώς αναφέρεται στην πρώιμη περίοδο της βασιλείας της Ελισάβετ Β’. Με αυτή την αφορμή ωστόσο, η πολυεπίπεδη σκηνοθεσία παρουσιάζει τόσο την απώτερη ελισαβετιανή περίοδο, όσο και την Αγγλία των αρχών του εικοστού-πρώτου αιώνα, δείχνοντας ότι η ιστορία είναι μεν μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά καθορίζεται πάντα από το παρελθόν. Για αυτό και θα έπρεπε να το γνωρίζουμε καλύτερα. Μια παράσταση ανθρώπινη, που δημιουργεί έντονα συναισθήματα μέσα από την αντιθετική σχέση δύο ανθρώπων, οι οποίοι έμελλε να συμπορευθούν έως και το θάνατο του Μπεν.
Διαβάστε επίσης:
Το θεατρικό έργο «Μπεν και Ίμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ στην Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ