«Αν καταδικαστώ για κακές πράξεις υπάρχει ακόμα ανοιχτή μια πόρτα για την ελευθερία – μπορώ να σταματήσω τη δράση. Αν η ζωή μου είναι ένα νοσηρό πράγμα, μπορώ να την θυσιάσω. Αν και βρίσκομαι, όπως αληθινά λέτε, στο χείλος κάθε μικρού πειρασμού, μπορώ ακόμη, με μιαν αποφασιστική κίνηση, να βρεθώ σε μια θέση που να μην με φτάνει με τίποτα. Η αγάπη μου για το καλό είναι καταδικασμένη σε κενότητα ͘ ας είναι, και ας μείνει έτσι!» Ο Στήβενσον τοποθετεί αυτά τα λόγια στο στόμα του πρωταγωνιστή του στο Μάρκχαϊμ, μια ιστορία φόνου που μετατρέπεται από τον πρωταγωνιστή σε μία αυθυποβολή αναστοχασμού και περισυλλογής των όσων διέπραξε. Τόσο αυτή η ιστορία όσο και οι άλλες τρεις καταδεικνύουν την φιλοσοφική διάθεση του συγγραφέα που αναμετριέται ανοιχτά με τον θάνατο.

Ασθενική φύση ο ίδιος πέθανε δυστυχώς σε πολύ νεαρή ηλικία έχοντας αντιμετωπίσει ήδη από πολύ νωρίς πολλά προβλήματα υγείας που του κόστισαν. Δεν είναι τυχαίο πως οι ιστορίες του πραγματεύονται τόσο την λαϊκή παράδοση των ιστοριών που άκουσε και διάβασε και ο ίδιος αναπαράγει με το δικό του τρόπο αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός πως σε αυτές εντάσσει και τα δικά του βιώματα και έρχεται σε διάλογο με το ίδιο του το πεπρωμένο από το οποίο δυσκολεύεται να ξεφύγει. Στις ιστορίες του εξωτερικεύει τα συναισθήματά του, ορίζει τη μοίρα των ηρώων του αλλά παράλληλα συνομιλεί με τον εσωτερικό κόσμο του και προσπαθεί να απαντήσει σε καίρια ερωτήματα περί ζωής, ύπαρξης και θανάτου που φαίνεται πως τον απασχολούν έντονα. Ο αναγνώστης γίνεται άμεσα κοινωνός των προβληματισμών αυτών ενώ απολαμβάνει μία αγωνιώδη αφήγηση.

Αναζητώντας τον μίτο της ζωής στη δράση των ηρώων

«Για μένα η κακή μου υγεία χρονολογείται από τότε που έμενα άγρυπνος στις τρομερές ατέλειωτες νύχτες, ταραγμένος αδιάκοπα από τον πνιχτό εξαντλητικό βήχα και το πρωί παρακαλώντας να κοιμηθώ, μέσα από τα βάθη του τσακισμένου μικρού κορμιού μου». Αυτά είναι τα λόγια του συγγραφέα που μοιάζει μέσα από τις αφηγήσεις του να αναζητά την περιπέτεια που ο ίδιος δεν μπόρεσε να ζήσει λόγω της αρρώστιας που τον ακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι ιστορίες του Στήβενσον διαπνέονται από ένα έντονο πνεύμα μυστηρίου, από μία αγωνία που ξεχειλίζει, από μία πνευματική διέγερση και από πληθώρα ανατροπών και εκπλήξεων που κανείς δεν γνωρίζει πού θα καταλήξουν. Είναι πολύ πιθανό πως οι χαρακτήρες τους οποίους επινοεί να είναι τα άλλα πρόσωπά του, αλληγορικές ή και παραμορφωμένες φιγούρες της δικής του ιδιαίτερης φυσιογνωμίας.

Επηρεάστηκε πολύ από τα παιδικά αναγνώσματα που του διάβαζε η μητέρα του και ίσως αυτά να ήταν και οι πρώτες του εμπνεύσεις όταν αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Σκοτεινός ιππότης μιας άδικης και επίπονης ζωής, ο Στήβενσον δεν το έβαλε κάτω και το μυστήριο της ίδιας του της αστάθειας το μετέτρεψε σε ιστορίες που διαβάζονται ακόμα και σήμερα με πάθος. Στην ιστορία «Ο κλέφτης πτωμάτων» γράφει χαρακτηριστικά: «Το να δει, παγωμένον στην ακαμψία του θανάτου και γυμνόν πάνω σε εκείνο το τραχύ στρώμα από τσουβάλια, τον άνθρωπο που είχε αφήσει καλοντυμένο και πλήρη τροφής και αμαρτιών στο κατώφλι μιας ταβέρνας, ξύπνησε, ακόμα και σε αυτόν τον άφρονα Φέτις, κάποιους από τους τρόμους της συνείδησης». Είναι φανερό πως παλεύει μέσα του με εικόνες νεκρών, μορφές εξαϋλωμένες και μεταφυσικές ανησυχίες για το επέκεινα, για αυτό ίσως και ο τρόμος καιροφυλακτεί δίχως κανείς να γνωρίζει το μέλλει γενέσθαι.

«Κάτω απ’ τον πλατύ, τον έναστρο ουρανό/σκάψετε μνήμα κι άστε να ξεκουραστούν/Χαρούμενα όπως έζησα/έτσι πεθαίνω με χαρά./Στο μνήμα να χαράξετε θέλω τα λίγα λόγια αυτά:/Κείτεται εδώ όπου τόσο λαχταρούσε/για να βρη μιαν ημέρα τη θανή./Και βρήκε σπίτι ο ναύτης, ο ταξιδευτής/Σπίτι ο κυνηγός και των βουνών ο εραστής.» Αυτοί οι στίχοι τους οποίους έγραψε ο ίδιος ο Στήβενσον είναι χαραγμένοι στην ταφόπλακα και είναι απόλυτα σχετικοί με τις ιστορίες της συλλογής αυτής καθώς το πνεύμα είναι παρόμοιου ύφους. Ενυπάρχει σε όλες τις ιστορίες μια μελαγχολία για την ευθραυστότητα, μία διάχυτη ευαισθησία που είναι επικαλυμμένη από τον φόβο του θανάτου και της ανυπαρξίας. Οι περιγραφές που ο ίδιος ο Στήβενσον έζησε και μετέφερε στα γραπτά του προσδίδουν μία ποιητικότητα ναι μεν απαισιόδοξη αλλά και γλαφυρή που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως είναι η αντανάκλαση της πολύ εύθραυστης ψυχολογίας του.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί και η υπέρμετρη κλίση προς το φανταστικό και το υπερφυσικό, δυνάμεις κακές που αντιμάχονται το καλό, όντα μεταφυσικά σαν αυτά που συναντούμε μετέπειτα στον επηρεασμένο από το έργο του Στήβενσον Μπόρχες. «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε ένα φως, περίπου στο ύψος των ματιών του και σε κάποια απόσταση, στο εσωτερικό του σπιτιού – μια κάθετη φωτεινή κλωστή, που φάρδαινε προς το κάτω μέρος, όπως θα μπορούσε να ξεφεύγει το φως, ανάμεσα από δύο φύλλα ταπισερί που καλύπτουν μια πόρτα». Και σε αυτή την ιστορία με τίτλο «Ο άρχοντας του Μαλετρουά» ο Στήβενσον επιστρατεύει την φαντασία σε συνδυασμό με την ιστορία και προσφέρει μία δεξιοτεχνικά αφηγηματική δράση με μηνύματα και πολλούς συμβολισμούς για το νόημα της ζωής και για το λυτρωτικό και σωτήριο φως που ο ίδιος έψαχνε σε ολόκληρη τη ζωή του.


Αποσπάσματα

«Ήταν το παιδί ενός νοσηρού οίκου, η κόρη της Σενιόρα, η αδελφή του Φελίπε ͘ όλα όσα είχαν εκείνοι, τα έφερε μέσα της, μέχρι και η ομορφιά της το απέδειχνε. Είχε την ελαφράδα και την ζωντάνια του ενός, γρήγορη σαν βέλος, ελαφριά σαν πάχνη ͘ και σαν την άλλην, έλαμπε στη μισοφωτισμένη σκηνή του κόσμου με την ακτινοβολία των λουλουδιών» Από την ιστορία Ολάγια

«Είμαι, ως έναν βαθμό, σε συμφωνία με το κακό. Αλλά, το ίδιο συμβαίνει με όλους: οι ίδιοι οι άγιοι, βιώνοντας και μόνο τη ζωή τους, γίνονται λιγότερο θεϊκοί, και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα του περιβάλλοντός τους» Από την ιστορία Μάρκχαϊμ


Διαβάστε επίσης:

Μάρκχαϊμ και άλλες ιστορίες μυστηρίου και τρόμου – Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον