Διαβάζοντας το έργο «Ένα Κουκλόσπιτο» αυτό που με συγκινεί είναι η αγάπη του Ίψεν για τον άνθρωπο και κυρίως για τις γυναίκες. Έχει συναισθανθεί την θέση ενός ανθρώπου που του αποδίδονται ρόλοι που πότε δεν διάλεξε συνειδητά. Δημιουργεί ανεξάρτητους, δυναμικούς γυναικείους χαρακτήρες που χειραφετούνται για να ανακαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό.

Ο ρόλος μου, η Νόρα, μέσα σε τρεις μέρες των Χριστουγέννων διακρίνει κάτι που μέχρι τώρα της διέφευγε, ότι δεν ξέρει ποια είναι. Πάντα έκανε ότι της έλεγαν, είχε ανατραφεί με στόχο να είναι ευάρεστη, κάτι που ήταν δυνατόν μόνο αν κρατούσε τις σκέψεις για τον εαυτό της, η μυστικοπάθεια ήταν η δεύτερη φύση της. Η ασφάλεια και η θαλπωρή που ζει με τον σύζυγο της κρύβει μια σιωπηρή σκληρότητα και έχει κόστος τη συνεχή διάβρωση της προσωπικότητας της. Ώσπου την συνεπαίρνει η προοπτική να μάθει τι θέλει η ίδια από την ζωή, να ανακαλύψει την ζωή.

Βρίσκω πολύ σημαντικό ότι το έναυσμα αυτής της διαδρομής προς την αυτογνωσία είναι ένα ομόλογο που χρησιμοποιείται ως μέσο εκβιασμού. Κατά τον Μαρξ, τα χρηματοοικονομικά έγγραφα είναι το θεμέλιο του καπιταλιστικού συστήματος, εμφανίζονται ως μια εθελοντική συμφωνία ίσων, αλλά στην πραγματικότητα καλύπτουν μια σχέση εξουσίας. Αυτό είναι κάτι που αποκαλύπτεται αριστοτεχνικά στο έργο.

Είναι ελπιδοφόρα η πίστη του Ίψεν στον άνθρωπο. Μέσα από την πίεση της οικογένειας και της κοινωνίας, μπορεί να αποκτήσει ψυχική δύναμη, συνείδηση, να δει καθαρά και να δράσει.
Δουλέψαμε πάνω στο έργο με άξονα την επιθυμία να γίνουν ανάγλυφες όλες οι συναισθηματικές αποχρώσεις των προσώπων και να αποκαλυφθεί ο πυρήνας της ιστορίας. Η ιδέα του σκηνικού του Δημήτρη Ταμπάκη και της πολύτιμης βοηθού του Νατάσσας Ντάβου, ήταν η δημιουργία ενός σκηνικού χώρου που θα έχει την δυνατότητα να μεταμορφώνεται ανάλογα με την εκάστοτε δράση, άλλες φορές είναι καναπές, άλλες απόκρημνος γκρεμός, άλλες σχεδία στην θάλασσα, κοκ, επιτρέποντας σε ηθοποιούς και θεατές να αφήσουν ελεύθερους τους δικούς τους συνειρμούς. Παράλληλα, πίσω από τις κουρτίνες υπονοείται ένα πραγματικό σπίτι, η ζεστασιά μιας υπέροχης ζωής, που περνάει φευγαλέα μπροστά από τα μάτια μας.

Ένα από τα πράγματα που μου απόλαυσα στην διαδικασία των προβών είναι ότι υπήρχε ένα τεράστιο πεδίο εξερεύνησης, δίχως καμιά προκατασκευασμένη ιδέα του σκηνοθέτη για το πώς θα μπορούσε να στηθεί η παράσταση. Όλες οι επιλογές προέκυψαν από αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών και ο Αλκίνοος Δωρής ήταν εκεί για να δουλέψει με μεγάλη ακρίβεια την φωνή, τον λόγο και το νόημα του έργου, αφαιρώντας ότι δεν είναι αναγκαίο, δεν εξυπηρετεί την δράση και την αφήγηση της ίστοριας.

Με την Αγγελική Τσούπρα μελετήσαμε την κίνηση στην ίδια λογική. Με σπάνια ευαισθησία διέκρινε τους εσωτερικούς κραδασμούς των προσώπων, δημιουργώντας μια δεύτερη δραματουργία με έντονη εικονοποιητική διάθεση. Αναζητήσαμε μια φόρμα που να περικλείει τα σχήματα που γεννιούνται στον χώρο από την ψυχική κατάσταση των προσώπων και όχι από την περιγραφή τους.
Ότι δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις, εκφράζεται με την ποιητική μουσική που συνέθεσε η Στέλλα Γαδέδη για την παράσταση. Η ατμόσφαιρα της παράστασης είναι το πιάνο πίσω από τις κουρτίνες που παίζει ο γιατρός Ρανκ, Αλέξανδρος Λυκούρας. Δίνει φωνή στην υπαρξιακή αγωνία, στην προσμονή για τις γιορτές, στο μυστήριο των σκέψεων, στον ερωτισμό των προσώπων.
Μπαίνει μια ακόμα τέχνη μέσα στο θέατρο, η μουσική, και μας οδηγεί ακόμα πιο βαθιά στην ουσία του έργου.

Νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις συναντήσεις με τους συνεργάτες μου και τους θεατές όταν έχουμε παραστάσεις. Όπως συνηθίζει να λέει και ο φίλος μου, Νεκτάριος Σμυρνάκης, είναι προνόμιο να παίζουμε Ίψεν και είναι μεγάλη τύχη ότι αφηγούμαστε μαζί αυτή την ιστορία σε τόσο δύσκολους καιρούς.

Photo credit: Σιδέρης Νανούδης
Πίνακας: Ισμήνη Ασημάκη

Διαβάστε επίσης:

Ένα Κουκλόσπιτο, του Χένρικ Ίψεν ανεβαίνει από την Ομάδα Loxodox σε σκηνοθεσία Αλκίνοου Δωρή στη Σκηνή Μπέκετ