Ο Μάνος Βαβαδάκης είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης, απόφοιτος του Εθνικού και ένας καλλιτέχνης που το φανατικό κοινό του θεάτρου θα πρέπει να θυμάται, αφού τα τελευταία χρόνια η ακόρεστη όρεξη και φαντασία του, αλλά και η πολιτική ταυτότητα των έργων που επιλέγει φαίνεται να ξεπερνούν τις υψηλές προσδοκίες που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του. Η νέα του παράσταση με τίτλο «Βικτώρ ή Τα παιδιά στην εξουσία» είναι έργο του Γάλλου σουρεαλιστή Ροζέ Βιτράκ και βρίθει εκπλήξεων και ανατροπών, που όμως κατά τη γνώμη του σκηνοθέτη είναι απόλυτα δικαιολογημένες και ρεαλιστικές, όπως και στο δικό του «παράλογο σύμπαν«. Ο Μάνος μας μιλά με πάθος για τα βιβλία και το θέατρο, για τις συνεργασίες που κάνει με φίλους, αλλά και για τους λόγους που επιλέγει πολιτικά έργα: «Πάντα διαλέγω πολιτικά έργα, ακόμα κι αν δεν έχουν ταυτιστεί έτσι στο μυαλό του μέσου θεατή. Εγώ βρίσκω από κάτω πάντα μία ανάγκη των ηρώων να αλλάξουν τον κόσμο και να δώσουν παράδειγμα. Νομίζω δεν έχει άλλη λειτουργία το θέατρο σήμερα, πέρα από το να είναι βαθιά πολιτικό.»

Και ενώ η ζωή του συνεχίζει να χάνει τα όρια μεταξύ ρεαλισμού και σουρεαλισμού εκείνος μας εξηγεί με μοναδικό τρόπο τι εννοεί: «Η αίσθησή μου είναι η εξής: όταν σκοντάφτει κάποιος πονάει, αλλά ο άλλος που τον βλέπει γελά. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι και τον σουρεαλισμό, δηλαδή κανείς σκοντάφτει, αλλά η αντίδραση δεν είναι αυτή που περιμένει.» Στα μελλοντικά του σχέδια φαίνεται να θέλει να συνεχίσει με την ίδια ενέργεια τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως ηθοποιός, αφού υπάρχουν πολλά ακόμα έργα που στοιβάζονται περιμένοντας να ζωντανέψουν επί σκηνής και εμείς ευελπιστούμε να είναι εξίσου πολιτικά με τα προηγούμενα: «Έχω μια στοίβα βιβλία, όχι μόνο θεατρικά, αλλά και λογοτεχνικά και ιστορικά που θα ήθελα να ανέβουν. Άρα, δεν νομίζω ότι η καριέρα μου έχει φτάσει κάπου γιατί αυτή η στοίβα όλο μεγαλώνει, αντί να μικραίνει. Καμιά φορά υπολογίζω και λέω ότι αν κάνω ένα έργο τον χρόνο, δε μου φτάνουν τα χρόνια για να κάνω όλα αυτά που θέλω. Και μετά πρέπει να αρχίσω να βάζω προτεραιότητες. Στο μέλλον φαντάζομαι τον εαυτό μου περιτριγυρισμένο από φίλους, να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ.»


– Η παράσταση Βικτώρ ή Τα παιδιά στην εξουσία ανεβαίνει σε λίγες ώρες στο Θέατρο Σφενδόνη. Τι σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο έργο και πώς επιλέγεις γενικά τα έργα που αποφασίζεις ότι θέλεις να μεταφέρεις στο θέατρο;

Μάλλον από τύχη. Μέχρι τώρα τα έργα έρχονται και με βρίσκουν, δεν τα βρίσκω εγώ. Διαβάζω πολύ. Πάρα πολύ. Είμαι μανιώδης αναγνώστης. Ό,τι πέσει στα χέρια μου, από προσπέκτους μέχρι τα πάντα. Και συνήθως επιλέγω έργα, τα οποία έχω διαβάσει πολλά χρόνια πριν. Δηλαδή τους Ανθρωποφύλακες, το τελευταίο έργο που ανέβηκε, τους είχα διαβάσει πριν από πέντε χρόνια τελευταία φορά. Και από τότε άρχισε να δημιουργείται μέσα μου η διαδικασία του πώς αυτό θα ανέβει, μέχρι που ήρθε η ώρα να μεστώσει και να παρουσιαστεί στη σκηνή.

Παρόλα αυτά, το συγκεκριμένο έργο φέτος μου το έδωσαν. Ο Πάνος Παπαδόπουλος, που παίζει τον Βικτώρ, ήθελε πάρα πολύ να παίξει αυτό τον ρόλο, να αναμετρηθεί δηλαδή με τον Βικτώρ. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα ήθελε να το κάνουμε μαζί. Θυμήθηκα ότι όταν το είχα διαβάσει μου είχε αρέσει πολύ και είπα ότι μάλλον ήρθε η ευκαιρία, ας την αδράξω.

– Καταλαβαίνω ότι με κάποιους από τους ηθοποιούς γνωριζόσασταν από πριν. Πώς σου φάνηκε αυτή η συνεργασία κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την παράσταση; Θα ήθελες να μας αφηγηθείς κάποια αστεία ή και δραματική ιστορία από τις πρόβες;

Με τον Πάνο Παπαδόπουλο συναντηθήκαμε στη σχολή. Εκείνος ήταν δύο έτη μικρότερος και είχαμε συνεργαστεί πρώτη φορά στο Έξυπνο Πουλί, μετά αυτή η συνεργασία οδήγησε στο Μεγάλο Κρεβάτι. Γενικά, μόνο τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε δουλέψει μαζί. Όλος ο θίασος είναι φίλοι. Φίλοι που εκτιμώ και κάπως τα βρίσκουμε. Είναι πολύ βασικό ο θίασος να απαρτίζεται από ανθρώπους που επικοινωνούν σε ένα άλλο επίπεδο. Όχι μόνο στην πρόβα. Κατ’εμέ, αυτό δένει πιο γρήγορα την ομάδα, οδηγεί ίσως σε καλύτερα αποτελέσματα. Και επίσης, είναι πάντα ευχάριστο να δουλεύεις με φίλους.

Η αλήθεια είναι ότι το έργο είναι τόσο ευτράπελο, που ό,τι αστείο ή δραματικό μπορούσε να συμβεί, έχει συμβεί ενώ προβάρουμε τις σκηνές. Έτσι προσεγγίστηκαν και οι χαρακτήρες. Βρήκε ο καθένας μια ιδιαίτερη ταύτιση που έχει με τον ρόλο, χωρίς να έχει να κάνει πάντα με την προσωπικότητά του καθενός, αλλά ίσως και με κάτι πολύ απλό κάτι που απεχθάνεται, ας πούμε. Και μετά, με βάση το υλικό φτιάχτηκε όλη η παράσταση.

– Οι Ανθρωποφύλακες, η προηγούμενη και άκρως καθηλωτική παράσταση που σκηνοθέτησες, ήταν ένα έργο βαθιά πολιτικό. Θα έλεγες ότι ισχύει το ίδιο και για τον Βικτώρ;

Πάντα διαλέγω πολιτικά έργα, ακόμα κι αν δεν έχουν ταυτιστεί έτσι στο μυαλό του μέσου θεατή. Εγώ βρίσκω από κάτω πάντα μία ανάγκη των ηρώων να αλλάξουν τον κόσμο και να δώσουν παράδειγμα. Νομίζω δεν έχει άλλη λειτουργία το θέατρο σήμερα, πέρα από το να είναι βαθιά πολιτικό. Θέλω να πω ότι η ψυχαγωγία έχει αναπτυχθεί πολύ σε άλλα μέσα. Όποιος θέλει να περάσει καλά μπορεί να το κάνει και μέσω της τηλεόρασης ή του σινεμά. Όταν πάει κανείς στο θέατρο είναι μεγάλη απόφαση, μια ολόκληρη τελετουργία. Οπότε, πλέον οφείλουμε και εμείς στους θεατές μας να δίνουμε λύσεις και να φιλοσοφούμε. Να μιλάμε για πιο βαθιά πράγματα. Η διαφορά είναι ότι αν κάποιο έργο δεν έχει κάποιο λόγο ύπαρξης, εμείς επανεφεύρουμε τον λόγο ύπαρξής του.

– Ο Ροζέ Βιτράκ, ο οποίος έγραψε το συγκεκριμένο έργο το 1928, ανήκει ξεκάθαρα στο σουρεαλιστικό κίνημα. Πολλά από τα έργα που έχεις σκηνοθετήσει, όμως, φαίνεται να φέρουν ανάλογα στοιχεία. Ποια θα έλεγες ότι είναι η σχέση σου με το θέατρο του παραλόγου και τον σουρεαλισμό;

Η ερώτηση με βοηθάει κι εμένα να συνειδητοποιήσω τι κάνω. Δρω βάσει του χαρακτήρα μου. Νομίζω όλοι οι σκηνοθέτες. Εννοώ βάσει του τι μου αρέσει, πώς περνάω καλά, πώς θα ήθελα να προσεγγίσω ένα θέμα φιλοσοφικά ή τι θα ήθελα να αλλάξω στον κόσμο. Έτσι προσεγγίζω τα έργα.

Το κομμάτι του παραλόγου τώρα είναι επειδή εγώ ίσως ζω σε ένα παράλογο σύμπαν. Ζω μέσα στον σουρεαλισμό. Άλλωστε, ο σουρεαλισμός για μένα δεν απέχει πολύ από τον ρεαλισμό, νομίζω ότι είναι δυσδιάκριτα τα όρια. Τουλάχιστον, στο έργο του Ροζέ Βιτράκ σίγουρα, γιατί αυτό που το κάνει σουρεαλιστικό –όπως συμβαίνει και στη ζωή- είναι ότι οι ήρωες συχνά κάνουν ακραίες επιλογές προκειμένου να μην αντιμετωπίσουν την αλήθεια. Αυτό είναι το κομμάτι που φαίνεται σουρεαλιστικό στον Βικτώρ, αλλά είναι βαθιά ανθρώπινο πιστεύω.

Δεν έχουμε ανεβάσει, πάντως, το έργο σαν σουρεαλιστικό. Αν εξαιρέσεις πράγματα τα οποία συμβαίνουν, αλλά δικαιολογούνται. Ας πούμε, εμφανίζεται από το πουθενά μία κυρία που κλάνει. Έχει μία ανίατη ασθένεια και κλάνει συνέχεια. Εμένα μου φαίνεται απόλυτα δικαιολογημένο. Η αίσθησή μου είναι η εξής: όταν σκοντάφτει κάποιος πονάει, αλλά ο άλλος που τον βλέπει γελά. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι και τον σουρεαλισμό, δηλαδή κανείς σκοντάφτει, αλλά η αντίδραση δεν είναι αυτή που περιμένει.

Ο Βικτώρ -ο πρωταγωνιστής του έργου- είναι ένα παιδί θαύμα. Έχει τύχει να γνωρίσεις έναν τόσο ευφυή άνθρωπο από κοντά; Σε ελκύει η ευφυΐα που ξεπερνά τα όρια του συνηθισμένου;

Κοίτα, όσον αφορά τον Βικτώρ, όλοι λένε ότι είναι παιδί θαύμα αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη στο έργο. Και αυτό είναι και μία από τις αγκυλώσεις που πρέπει να επιλύσει ο Βικτώρ. Αποφασίζει να τα κάνει όλα άνω κάτω το βράδυ των γενεθλίων του επειδή ακριβώς έχει κουραστεί με την υποκρισία, με όλα αυτά τα πρέπει που του έχουν θέσει σαν παιδί.

Ένα πολύ κλασικό παράδειγμα: όλοι είχαμε ένα παιδί στο οικογενειακό μας περιβάλλον που οι γονείς του όταν ερχόταν κάποιος το παίνευαν δημοσίως, ότι είναι άριστος, να δείξει τους βαθμούς του κλπ. Αυτό δημιουργεί στο παιδί –στον άνθρωπο γενικά- ένα πρέπει. Ταυτίζεται με αυτή την εικόνα που του δίνουν, ενώ μπορεί να μην είναι ο ίδιος. Απλά επειδή ο Βικτώρ είναι πολύ έξυπνος -έξυπνος είναι, για διάνοια δεν ξέρω- αποφασίζει ότι ως εδώ και μετά τα κάνει όλα άνω κάτω.

Έχω γνωρίσει πολλά ωραία και καθαρά μυαλά στη ζωή μου. Δεν είναι πάντα θετικό να σκέφτεσαι την καθημερινότητα γύρω σου με άλλες συνιστώσες, ίσως εκεί να έγκειται και το πρόβλημα. Καμιά φορά είναι κατάρα να είσαι παιδί-θαύμα. Να σημειώσω ότι ευτυχώς δεν θεωρώ τον εαυτό μου ως τέτοιο.

– Τα τελευταία χρόνια έχεις σκηνοθετήσει με μεγάλη επιτυχία μια πληθώρα πολύ ξεχωριστών παραστάσεων. Αναφέραμε ήδη τους Ανθρωποφύλακες αλλά είναι ακόμα το Μεγάλο Κρεβάτι, ο Υμπύ Τύραννος, η Νύχτα των Δολοφόνων, το Έξυπνο Πουλί. Ποιο σκέφτεσαι ότι είναι το επόμενο βήμα; Πώς φαντάζεσαι την καριέρα σου στο μέλλον;

Έχω μια στοίβα βιβλία, όχι μόνο θεατρικά, αλλά και λογοτεχνικά και ιστορικά που θα ήθελα να ανέβουν. Άρα, δεν νομίζω ότι η καριέρα μου έχει φτάσει κάπου γιατί αυτή η στοίβα όλο μεγαλώνει, αντί να μικραίνει. Καμιά φορά υπολογίζω και λέω ότι αν κάνω ένα έργο τον χρόνο, δε μου φτάνουν τα χρόνια για να κάνω όλα αυτά που θέλω. Και μετά πρέπει να αρχίσω να βάζω προτεραιότητες.

Στο μέλλον φαντάζομαι τον εαυτό μου περιτριγυρισμένο από φίλους, να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ –να μην ταράζομαι ψυχολογικά- και να καταφέρω να ζω από αυτό. Νομίζω ότι είναι ευχή όλων στον κλάδο γιατί προς το παρόν κανείς δε ζει μόνο από αυτό, όλοι κάνουμε παράλληλα πράγματα. Ακόμα και άνθρωποι που έχουν όντως μεγάλη καριέρα πολλές φορές αναγκάζονται να ψάξουν για δουλειά ή να κάνουν κάτι άλλο παράλληλα. Το επόμενο βήμα -για να δώσω ένα hint- είναι πάλι πολιτικό έργο, αλλά δεν μπορώ να πω περισσότερα πράγματα προς το παρόν.

– Πέρα από τις παραστάσεις που σκηνοθετείς εσύ, πρωταγωνιστείς και ως ηθοποιός σε παραστάσεις άλλων σκηνοθετών. Θα έλεγες ότι προτιμάς το ένα έναντι του άλλου και γιατί;

Με απασχολεί και εμένα αυτό το ερώτημα τελευταία. Παλιότερα, όταν ξεκίνησα ως ηθοποιός ήθελα να γίνω σκηνοθέτης γιατί από την σκηνοθεσία αντλείς τεράστια ικανοποίηση όταν αυτός ο μικρόκοσμος που φτιάχνεις, σαν άλλος θεός, ζωντανεύει μπροστά σου. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ηδονή ουσιαστικά αυτό το συναίσθημα. Παρόλα αυτά, αυτό συνέβαινε στην αρχή. Τα τελευταία χρόνια, που έχω αφοσιωθεί πιο πολύ στην σκηνοθεσία, έχει αρχίσει να μου λείπει η υποκριτική. Φέτος, που παίζω στα Μαθήματα Πολέμου στο Εθνικό Θέατρο, το απολαμβάνω πάρα πολύ. Αφού σκεφτόμουν να μην σκηνοθετήσω του χρόνου, αν και δεν νομίζω να μπορέσω να το αποφύγω. Καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες του εαυτού μου. Οπότε, καταλήγω ότι προτιμώ και τα δύο με την ίδια ζέση.

– Θεωρείς ότι το θέατρο θα έπρεπε να είναι ένας χώρος πολιτικός. Νιώθεις ότι υπάρχει αντίστοιχο ενδιαφέρον από το κοινό;

Νομίζω ότι κάθε παράσταση βρίσκει το κοινό της. Δεν πρέπει αυτό να είναι το κριτήριο των ανθρώπων που κάνουν τέχνη. Το κοινό πάντα ακολουθεί, όταν είσαι ειλικρινής. Τώρα που έκανα τους Ανθρωποφύλακες, παραδείγματος χάριν, θεωρώ ότι το κοινό που ήρθε ήταν συγκεκριμένο. Πολύ σπάνια θα συναντήσεις θεατή ο οποίος δεν έρχεται υποψιασμένος για το τι θα δει. Το ίδιο ίσχυε και για τις προηγούμενες παραστάσεις. Για αυτό το λόγο, τα τελευταία χρόνια η διαφήμιση και η προώθηση στο θέατρο παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Για να μάθει το κοινό αν μια παράσταση είναι καλή και αν το αφορά, το κάνει στόμα με στόμα. Το βλέπουμε και εμείς από τους αριθμούς των εισιτηρίων.

Έχει ένστικτο και κριτήριο το κοινό, αυτό το πιστεύω βαθιά. Ακόμα και αν πηγαίνει να παρακολουθήσει κάτι που ο κόσμος του θεάτρου θα θεωρήσει ότι είναι ευτελές, ότι προσφέρει μόνο διασκέδαση, έχει απόλυτη συνείδηση γιατί πηγαίνει. Δημιουργεί μόνο του στεγανά. Για αυτό πολύ συχνά όταν αποφασίζεις να κάνεις κάτι διαφορετικό, το κοινό μπορεί να μη σε ακολουθήσει διότι σε έχει κατατάξει σε κάτι συγκεκριμένο. Η δική μας δουλειά είναι να του καλλιεργήσουμε το κριτήριο του. Νιώθω ότι έχουμε τεράστια ευθύνη απέναντι στο κοινό. Κάθε δουλειά πρέπει να πηγαίνει και εμάς και τους θεατές ένα βήμα παραπέρα, ώστε κάποια στιγμή να συναντιόμαστε πιο συχνά.


Διαβάστε επίσης:
Βικτώρ ή Τα παιδιά στην εξουσία, του Ροζέ Βιτράκ στο Θέατρο Σφενδόνη