“Νέα ζωή ανθίζει στα ερείπια” – Φρήντριχ Σίλερ

Τι υπάρχει μετά την καταστροφή; Πώς αλλάζει η ζωή όταν οι βεβαιότητες καταλύονται; Όταν η πραγματικότητα, όπως την ξέραμε, διαλύεται; Τότε που οι σταθερές παύουν να υπάρχουν; Πόλεμος, Επανάσταση, Μετανάστευση, Έρωτας, Πανδημία. Η συνθήκη της πανδημίας που βιώνουμε, μας καλεί να συλλογιστούμε. Να ανατρέξουμε σε τραγικές αλλά και κομβικές συγκυρίες στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Άλλωστε η Ιστορία έχει στοιχεία επανάληψης. Οι όψεις της Μνήμης διακρίνονται από συνέχειες και ασυνέχειες. Κάθε φορά που εξωγενείς παράγοντες ανατρέπουν την καθημερινότητα ατόμων, κοινωνιών, εθνών, κρατών, αναγκαστικά προσαρμοζόμαστε. Τις στιγμές που ο κόσμος γύρω αλλά και μέσα μας γκρεμίζεται, ο απολογισμός είναι αναπόφευκτος. Όπως και το μεγάλο Ναι. Η κατάφαση στη Zωή. Γιατί πάντα, μέσα στα ερείπια, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, βρίσκουμε το θάρρος να ξαναγεννηθούμε, να επαναπροσδιοριστούμε, να δούμε τον κόσμο με νέα μάτια. Αμυνόμενοι, εξελισσόμαστε.

Η παράσταση εντάσσεται στο πρόγραμμα 2021 του θεσμού “Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός” του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΧΝΩΝ

Στο Life in Ruins συναντιούνται τέσσερις, εξαιρετικά δημοφιλείς Τέχνες. Λογοτεχνία, Μουσική, Θέατρο, Εικαστικά. Με όχημα πολυεπίπεδες, γεμάτες νοήματα δημιουργίες, φωτίζονται τραγικά, καθοριστικά γεγονότα μέσα από τα οποία η ανθρωπότητα άλλαξε, προχώρησε, διδάχτηκε, εξελίχθηκε.

Αρκεί να ακολουθήσουμε τα βήματα τεσσάρων σημαντικών καλλιτεχνών. Να αισθανθούμε, να συναισθανθούμε, να μπούμε στην ατμόσφαιρα ενός μεταμοντέρνου αναλογίου που επενδύεται μουσικά με κομβικά έργα του οπερατικού ρεπερτορίου και της λόγιας μουσικής. Ο ηθοποιός Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, η μεσόφωνος Μαργαρίτα Συγγενιώτου, ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης και η εικαστικός Σοφία Αρβανίτη αφηγούνται κορυφαίες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού.

Με σκηνικό το υποβλητικό Β Αρχαίο Θέατρο Λάρισας, υπόμνηση του μεγαλείου αλλά και της θνητότητας του ανθρώπινου γένους, τα γραπτά ζωντανεύουν: Γκιγιόμ Απολινέρ, Αλμπέρ Καμύ, Μπέρτολντ Μπρεχτ, Χάινερ Μύλλερ, Χάνα Άρεντ, Στρατής Μυριβίλης, Πάουλ Τσέλαν, Οδυσσέας Ελύτης αλλά και Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ, Γιάννης Χρήστου, Χένρι Πέρσελ, Λέοναρντ Μπέρνστάιν, Πάουλ Ντέσσαου, Γιάννης Κωνσταντινίδης (Κώστας Γιαννίδης), Αιμίλιος Ριάδης, Κρίστοφ Γκλουκ, Φρανσίς Πουλένκ, Αντόνιο Βιβάλντι, Μπένζαμιν Μπρίτεν, Οτορίνο Ρεσπίγκι, Τζέιμς Τζόις, Κουρτ Βάιλ, Σεργκέι Ραχμάνινοφ, Φρανσουά Κουπρέν.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Γιάννης Κωνσταντινίδης (1903-1984): Δεν είναι αυγή να σηκωθώ, από τα «20 Τραγούδια του ελληνικού λαού»
Gijom Apoliner Γκιγιόμ Απολινέρ (1880-1918): Ο Θιασάρχης από το «Οι Μαστοί του Τειρεσία»
Francis Poulenc (1899 – 1963): Bleuet (ποίηση: Guillaume Apollinaire)
Heiner Muller Χάϊνερ Μύλλερ (1929-1995): Κείμενο Ηλέκτρα από το «Δύστηνος Άγγελος»
Christoph Willibald Gluck (1714 – 1787): Άρια της Κλυταιμνήστρας από την όπερα «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
Hannah Arendt (1906-1975): Από το «Δύο Επιστολές για την Ρηχότητα του Κακού»
Paul Dessau (1894 – 1979): Noch bin ich eine Stadt, από το «Γερμανικό Miserere» (ποίηση: Bertolt Brecht)
Heiner Muller Χάϊνερ Μύλλερ (1929-1995): Μηχανή Άμλετ από το «Δύστηνος Άγγελος»
Γιάννης Χρήστου (1926 – 1970): Eyes that last I saw in tears, από τα «Έξι τραγούδια σε ποίηση Τ. Σ. Έλιοτ»
Albert Camus Αλμπέρ Καμύ (1913-1960): Από το «Η Πανούκλα»
Antonio Vivaldi (1678 – 1741) / Geminiano Giacomelli (1692 – 1740): Sposa son disprezzata, άρια από την όπερα «Bajazet»
Benjamin Britten (1913 – 1976): Tell me the truth about love, από τα «Τραγούδια του καμπαρέ» (ποίηση: W. H. Auden)
William Shakespeare Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1564-1616): «Σονέτο 18»
Ottorino Respighi (1879 – 1936): Sopra un’ aria antica (ποίηση: Gabriele d’ Annunzio)
Paul Celan Πάουλ Τσέλαν (1920-1970): Από το «Δίγλωσσο Πλέγμα»
Sergei Rachmaninoff Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873 – 1943): Θραύσματα (Fragments) για σόλο πιάνο
James Joyce (1882-1941): Bid adieu (ποίηση: James Joyce, εναρμόνιση: Edmund Pendleton)
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956): Από την «Όπερα της Πεντάρας»
Kurt Weill (1900 – 1950): Η Τζένη των πειρατών, από την «Όπερα της πεντάρας»
Στράτης Μυριβίλης (1890-1969): Από το «Η Μυστική Παπαρούνα»
François Couperin (1668 – 1733): Les Barricades Mystérieuses (σόλο πιάνο)
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996): Από το «Ο Μικρός Ναυτίλος»
Kurt Weill: Youkali, Tango Habanera (ποίηση: Roger Fernay)

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Αφηγητής: Γεράσιμος Σκιαδαρέσης
Μεσόφωνος: Μαργαρίτα Συγγενιώτου
Πιάνο: Τίτος Γουβέλης
Σκηνογραφία/Εικαστικά: Σοφία Αρβανίτη Φλώρου
Δραματουργική επεξεργασία: Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Άντζελα Τσιφτσή
Σχεδιασμός φωτισμού: Κώστας Μπεθάνης
Σχεδιασμός ήχου: Παναγιώτης Χούντας
Σκηνοθετική επιμέλεια: Μαριλένα Κατρανίδου

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΕΡΓΑ

Η περιπλάνηση στα ψυχικά ή κοινωνικά συντρίμμια μετά από εσωτερικές ή εξωτερικές «καταστροφές» καθίσταται αφορμή ενός ενδιαφέροντος ταξιδιού στον χρόνο: απολογισμοί ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος ή εξορκισμοί ενός παρελθόντος σκληρού εφάπτονται με τα οράματα για ένα καλύτερο αύριο πάνω στο αβέβαιο, μετέωρο παρόν που τροφοδοτεί σκέψεις βαθιές και σπαρακτικές.

Η αυγή αργεί να έρθει. Και μία βασανισμένη ψυχή την αναζητά, για να λυτρωθεί μέσα από τα δάκρυα για πόνους ανομολόγητους. Ο σπουδαίος συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης με αφαιρετικό αλλά βαθιά συναισθηματικό τρόπο σκιαγραφεί αυτή τη στιγμή της μετάβασης με τρόπο που μουσικά εμπνέεται ευθέως από τον πλούτο της ελληνικής παράδοσης.

Στα γαλλικά, η λέξη bleuet είναι υποκοριστικό του bleu και λειτουργεί ως παρατσούκλι για τους νέους στρατευμένους λόγω του χρώματος της στολής τους. Ο Γάλλος ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ απευθύνεται στους νεαρούς στρατιώτες που οδεύουν σε έναν σχεδόν βέβαιο θάνατο και προβαίνει στην τραγική διαπίστωση πως στα είκοσι χρόνια τους ξέρουν καλύτερα τον θάνατο παρά τη ζωή. Η μουσική του Φρανσίς Πουλένκ εκφράζει άλλοτε τη στρατιωτική αρρενωπότητα και άλλοτε την ευαισθησία των νέων ανδρών που ταπεινά συμφιλιώνονται με τον πρόωρο θάνατο, επενδύοντας με μελαγχολικά ηχοχρώματα και ερεθιστικές αρμονίες το βαρύθυμο αυτό ποίημα, που είναι από μόνο του ένας μικρός αντιπολεμικός ύμνος.

Ο Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανανεωτές της όπερας κατά τον 18ο αιώνα, επιτυγχάνοντας μία καινοφανή για τα δεδομένα της εποχής του δραματικότητα. Χαρακτηριστική του ύφους του είναι η περίφημη άρια της Κλυταιμνήστρας από τη Β’ Πράξη της όπερας «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», που ανέβηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του Παρισιού το 1774. Η συντετριμμένη Κλυταιμνήστρα ικετεύει τον Αχιλλέα να βοηθήσει την κόρη της (που είναι καταδικασμένη σε θυσία από τους θεούς και τον Αγαμέμνονα), να σταθεί ο ίδιος ως σύζυγος, ως πατέρας και ως «θεός» της.

Τόσο ο πολυγραφότατος συνθέτης (αλλά λησμονημένος σήμερα) Πάουλ Ντέσσαου όσο και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ αναζήτησαν καταφύγιο από τη ναζιστική λαίλαπα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και γνωρίστηκαν το 1943. Ο πρώτος από τους καρπούς της μακράς και γόνιμης συνεργασίας τους ήταν το εκτενές ορατόριο «Γερμανικό Miserere», που ολοκληρώθηκε το 1947 σε λιμπρέτο του Μπρεχτ, ένας επικών διαστάσεων θρήνος για την τραγωδία που ζούσε η πατρίδα τους εκείνη την εποχή. Στο μεστό και ζοφερό τραγούδι που ακούγεται απόψε, μία πόλη που για χίλια χρόνια χτιζόταν ετοιμάζεται να καταστραφεί μέσα σε έναν μόλις μήνα.

Ο Γιάννης Χρήστου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής μουσικής πρωτοπορίας σε διεθνές επίπεδο. Η ιδέα να μελοποιήσει ποιήματα του μεγάλου Άγγλου ποιητή του 20ού αιώνα Τ. Σ. Έλιοτ γεννήθηκε στη σκέψη του το 1950. Πέντε χρόνια αργότερα ολοκληρώθηκαν τα Έξι τραγούδια σε ποίηση Έλιοτ, για μεσόφωνο και πιάνο, που είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αριστουργήματά του. Το τέταρτο από τα τραγούδια αυτά, με τίτλο Eyes that last I saw in tears (Μάτια που τελευταία είδα σε δάκρυα), ήταν το πρώτο που μελοποιήθηκε και μάλιστα αξιοποιήθηκε από τον Χρήστου στην Πρώτη του Συμφωνία. Ο ποιητής αναζητά τα αγαπημένα μάτια αλλά τα δάκρυα τον χωρίζουν από αυτά· ξέρει ότι δεν θα τα δει «παρά στη θύρα του θανάτου».

Το 1735 ο μεγάλος συνθέτης του ιταλικού μπαρόκ, Αντόνιο Βιβάλντι, παρουσίασε στη Βερόνα την όπερα «Bajazet». Το έργο αναφέρεται στο τραγικό τέλος της ζωής του Οθωμανού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α’ (1354-1403), που αιχμαλωτίστηκε μετά τη συντριβή του στρατού του από τον Ταμερλάνο (1402). Στη λυρική άρια της Ειρήνης (Β’ Πράξη), η αφοσιωμένη μέλλουσα γυναίκα του Ταμερλάνου εκφράζει την αγάπη της για τον μέλλοντα άντρα της, παρόλο που ο ίδιος αποδεικνύεται άπιστος σε εκείνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μουσική της άριας είχε γραφτεί από τον Ιταλό όμοτεχνο του Βιβάλντι, Τζεμινιάνο Τζακομέλλι για μία δική του όπερα αλλά κατά συνήθη πρακτική της εποχής αξιοποιήθηκε και από τον Βιβάλντι στη δική του όπερα (με διαφορετικό λιμπρέτο φυσικά).

Δεν είναι λίγες οι φορές που συνθέτες λόγιας μουσικής αναζητούν να εκφραστούν με ανάλαφρη διάθεση και αυτό ακριβώς συμβαίνει στα Τραγούδια του καμπαρέ (1937-1939) του μεγάλου Άγγλου συνθέτη Μπέντζαμιν Μπρίττεν, τα οποία είναι επηρεασμένα από τα ελαφρά τραγούδια της εποχής τους. Στο χιουμοριστικό Tell me the truth about love (Πες μου την αλήθεια για την αγάπη) μία κυρία που πλησιάζει τα τριάντα πέντε της χρόνια (κατά δήλωσή της βέβαια…) δεν έχει ακόμα βιώσει τον έρωτα και αναρωτιέται εναγωνίως πώς να είναι αυτό το συναίσθημα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα αρκετοί συνθέτες έστρεψαν το ερευνητικό και καλλιτεχνικό τους ενδιαφέρον στην παλιά μουσική, ως ένα αντίβαρο στη ρομαντική μεγαλοστομία που επικρατούσε ως τότε. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ιταλός Οττορίνο Ρεσπίγκι, που μελέτησε σε βάθος το απώτερο μουσικό παρελθόν και σε κάποιες περιπτώσεις το «μεταμόρφωσε» με τρόπο βαθιά προσωπικό και συγκινητικό. Το τραγούδι Sopra un’ aria antica (Πάνω σε μία παλιά άρια) γράφτηκε το 1920 και βασίζεται πάνω στην πασίγνωστη μελωδία της άριας του Aντόνιο Τσέστι (1623-1669) Intorno all’idol mio (Γύρω από το είδωλό μου). Ο Ρεσπίγκι μεταφέρει αυτούσια τη μελωδία του Τσέστι στο πιάνο, ενώ η φωνή εκτυλίσσει μία πρωτότυπη μελωδική γραμμή. Το τραγούδι ξεκινά απλά και τρυφερά αλλά στην πορεία εξελίσσεται σε έναν δραματικότατο, πυρετώδη μονόλογο, που περιστρέφεται γύρω από τον χαμένο έρωτα, τον θάνατο και το μεταφυσικό όραμα ενός ειδυλλιακού κόσμου.

Ο Τζέιμς Τζόυς είναι διάσημος φυσικά ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα αλλά ελάχιστοι ξέρουν ότι ο ίδιος μελοποίησε ένα ποίημά του από τη συλλογή Chamber Μusic (Μουσική δωματίου) που κυκλοφόρησε το 1907. Το ποίημα με τίτλο «Αποχαιρετισμός» αναφέρεται με νοσταλγική διάθεση σε μία νέα κοπέλα που αποχαιρετά τη νεανική ηλικία και αθωότητα βαδίζοντας προς τον γάμο. Συμβολικά λύνει από τα ξανθά της μαλλιά την κορδέλα που σύμφωνα με τα ήθη της εποχής ήταν έμβλημα αγνότητας.

Η μουσική του Κουρτ Βάιλ έχει πηγαία μελωδικότητα και αξιοσημείωτη αφηγηματική εκφραστικότητα. Αυτά της τα στοιχεία υπηρετούν ιδανικά τον βαθιά ρεαλιστικό, ποιητικό λόγο του Μπρεχτ, που ισορροπεί ανάμεσα στην ωμότητα και τον λυρισμό. «Η Όπερα της πεντάρας», έργο αναφοράς για το μουσικό θέατρο, ανέβηκε στο Βερολίνο το 1928 ασκώντας καυστική κριτική στον αστικό, καπιταλιστικό κόσμο της εποχής. Η «Τζένη των πειρατών», ένα από τα διασημότερα τραγούδια του έργου, αφηγείται την εξαθλιωμένη ζωή μίας καμαριέρας σε ένα φτηνό ξενοδοχείο που αναγκάζεται να ενδίδει στις ορέξεις των πελατών. Εκείνη ονειρεύεται πως ένα πειρατικό καράβι φτάνει στο λιμάνι και βομβαρδίζει όλη την πόλη. Οι πειρατές συλλαμβάνουν τους πελάτες του ξενοδοχείου και τους οδηγούν στην Τζένη, που παίρνει την εκδίκησή της καθώς διατάζει την εκτέλεσή τους, για να σαλπάρει κατόπιν με τους πειρατές. Στον αντίποδα της ωμότητας αυτού του τραγουδιού βρίσκεται το λυρικό «Γιουκάλι», που ο Βάιλ συνέθεσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι το 1934 ως κομμάτι του μουσικοθεατρικού έργου Marie Galante. Το Γιουκάλι είναι το όνομα ενός φανταστικού, ιδανικού κόσμου, στον οποίο πραγματοποιούνται τα πιο μύχια όνειρά μας, η ενσάρκωση της Ελπίδας.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ανάγκασε τον Σεργκέι Ραχμάνινοφ να εγκαταλείψει τη Ρωσία, αναζητώντας μία νέα ζωή (κυρίως ως πιανίστας) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα στην ταραχώδη εκείνη περίοδο συνέθεσε ένα μικρό πιανιστικό κομμάτι με τίτλο «Θραύσματα», που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Είναι απέριττο και βαθιά εσωστρεφές έργο, βασισμένο σε μικρά μελωδικά «θραύσματα» που δημιουργούν μία αίσθηση αβέβαιης αιώρησης. Ακριβώς δύο αιώνες πριν από τη σύνθεση του κομματιού αυτού, ο Γάλλος Φρανσουά Κουπρέν συνέθεσε τα «Μυστηριώδη οδοφράγματα», που έμελλε να γίνουν από τα πιο δημοφιλή έργα του για πληκτροφόρο όργανο. Ο αινιγματικός αυτός τίτλος έχει επιδεχτεί πολλών διαφορετικών ερμηνειών: για άλλους εκφράζει τον διαχωρισμό του πνευματικού από τον υλικό κόσμο, τον διαχωρισμό της ζωής από τον θάνατο, ενώ για άλλους τα «οδοφράγματα» δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα ρούχα της αγαπημένης γυναίκας που περικλείουν το πολυπόθητο μυστήριο…

Τίτος Γουβέλης