Freedom Candlemaker είναι η ακριβής αγγλική μετάφραση του ονόματος του Ελληνοκύπριου τραγουδοποιού και παραγωγού Λευτέρη Μουμτζή. Όπως δηλώνει και ο ίδιος επέλεξε αυτό το νέο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο γιατί “Δεν ήθελα να κρυφτώ για μια άλλη φορά πίσω από κάποιο stage name, αλλά από την άλλη ένιωθα ότι χρειαζόμουν ένα όνομα το οποίο να μπορεί κάποιος μη Έλληνας τουλάχιστον να προφέρει εξού και μετέφρασα το όνομά μου στα αγγλικά.

Το μουσικό του ταξίδι ξεκίνησε στην ηλικία των έξι ετών όταν άρχισε να μαθαίνει πιάνο. Στα δεκατέσσερα ξεκίνησε μαθήματα σαξόφωνου και λίγο αργότερα άρχισε να παίζει στο ροκ συγκρότημα της αδελφής του πρώτα πιάνο και αργότερα ως τραγουδιστής. Κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του δίδαξε τον εαυτό του να παίζει κιθάρα, μπάσο και τύμπανα και αποφάσισε ότι η μουσική ήταν το μέλλον του.

Σπούδασε αρχικά στη Βοστώνη και στη συνέχεια στο Μπέρμινχαμ και έζησε για αρκετά χρόνια στο Λονδίνο όπου δημιούργησε μπάντες όπως οι Masters of Disguise και οι Trio Tekke (με τους οποίους συνεχίζει μέχρι σήμερα) και διοργάνωσε ανεξάρτητα μουσικά δρώμενα κυρίως στο Νότιο Λονδίνο. Με την επιστροφή του στην Κύπρο ίδρυσε την Louvana Records με τον Αντρέα Τραχωνίτη. Είναι επίσης μέλος του συγκροτήματος Σωτήρες.

Φέτος, κυκλοφόρησε από την Inner Ear το άλμπουμ “Beaming Light», το οποίο χρειάστηκε 3-4 χρόνια για να ολοκληρωθεί και ο Λευτέρης με μία φράση το χαρακτηρίζει “Open Space”.  Ένα ιδιαίτερο άλμπουμ, που όπως μάς λέει: «Ήταν στυλιστικά διαφορετικά οπότε χρειάστηκε δουλειά για να δημιουργηθεί μια ομοιογένεια. Αν έπρεπε να πω ότι υπάρχει μία πηγή έμπνευσης θα έλεγα ότι ήτανε η προσπάθεια κατανόησης διαφόρων ψυχικών καταστάσεων, κυρίως δικών μου, αλλά προσώπων γύρω μου και η αντίδραση σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις».


– Αρχικά, μίλησε μας λίγο για το νέο σου άλμπουμ «Beaming Light». Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης του;

Είναι ένα άλμπουμ το είπε πήρε γύρω στα 3-4 χρόνια για να ολοκληρωθεί από τη σύνθεση του πρώτου κομματιού μέχρι και το πέρας των ηχογραφήσεων. Τα κομμάτια δεν γράφτηκαν όλα στην ίδια περίοδο και πήρε χρόνο μέχρι να «ζυμωθούν» μέσα μου και να μου υποδείξουν ότι θα μπορούσαν να ανήκουν μαζί πάνω σε ένα δίσκο. Ήταν στυλιστικά διαφορετικά οπότε χρειάστηκε δουλειά για να δημιουργηθεί μια ομοιογένεια. Αν έπρεπε να πω ότι υπάρχει μία πηγή έμπνευσης θα έλεγα ότι ήτανε η προσπάθεια κατανόησης διαφόρων ψυχικών καταστάσεων, κυρίως δικών μου, αλλά προσώπων γύρω μου και η αντίδραση σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.

– Το εν λόγω άλμπουμ είναι πολύ διαφορετικό από τις προηγούμενες δουλειές σου. Θα μπορούσαμε να πούμε πως σηματοδοτεί μία αλλαγή;

Κάθε μερικά χρόνια υπάρχει η ανάγκη για αλλαγή γενικά. Χρειάζεται να λες τα πράματα με ένα φρέσκο τρόπο, αλλιώς γίνεται δυσκολότερο να συσχετιστείς και με τον εαυτό σου, αλλά και με τον έξω κόσμο. Οι κυριότερες αλλαγές σε αυτή τη δουλειά είναι ότι άνοιξα την πόρτα σε πιο πολλούς συνεργάτες και το γεγονός ότι άλλαξα το όνομα κάτω από το οποίο δημιουργώ.

-Τι σε οδήγησε να μεταλλάξεις το καλλιτεχνικό όνομα σου από Λευτέρης Μουμτζής σε Freedom Candlemaker.

Πέρασα χρόνια να δημιουργώ πίσω από ψευδώνυμα και το 2016 κυκλοφόρησα τον πρώτο (και τελευταίο μάλλον) δίσκο με το αληθινό μου όνομα.

– Αν έπρεπε να περιγράψεις το νέο σου άλμπουμ με μία φράση, ποια θα ήταν αυτή;

Open space

– Πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με την μουσική; Θυμάσαι την πρώτη φορά που έγραψες ένα κομμάτι;

Ξεκίνησα να παίζω να παρακολουθώ μαθήματα πιάνου στα έξι μου χρόνια – αν αυτό θεωρείται ενασχόληση με τη μουσική. Το πρώτα μου κομμάτια τα έγραψα κάπου στο λύκειο, ίσως γύρω στα 15 ή 16 μου. Είχα ήδη πάρει την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα και πάνω σε αυτή έγραφα.

– Τι πιστεύεις πως λείπει αυτή τη στιγμή από την ελληνική μουσική παραγωγή;

Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή η ελληνική μουσική παραγωγή είναι στην καλύτερη της φάση, παρόλο που σίγουρα δεν γνωρίζω τα πάντα που κυκλοφορούν. Το επίπεδο στις παραγωγές έχει ανέβει πάρα πολύ, όπως και η μουσική αντίληψη και αισθητική. Υπάρχει εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση. (Μιλώ πάντα για την εναλλακτική σκηνή, είτε με ελληνόφωνο, είτε με αγγλόφωνο στίχο.) Αυτό που εννοώ είναι ότι γενικά υλικό υπάρχει πολύ. Αυτό που ίσως λείπει είναι κάποια κομμάτια της αλυσίδας που λέγεται music business. Δηλαδή, πώς μπορεί ένας καλλιτέχνης να έχει συνεχή δουλειά και να επιβιώνει και να προχωρά. Που αυτό δεν εξαρτάται πάντα από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

– Τα μουσικά πράγματα στην Κύπρο είναι διαφορετικά;

Είναι αρκετά διαφορετικά. Δηλαδή το σύστημα αυτό πάσχει πολύ περισσότερο. Παρόλο που και εδώ είμαστε στην καλύτερη και πιο παραγωγική φάση που έχουμε υπάρξει ποτέ και είμαι πολύ αισιόδοξος για το μέλλον.

– Ας μιλήσουμε για το εντυπωσιακό Video Clip του κομματιού «Astral Body», αλλά και για το ιδιαίτερο artwork του δίσκου. Ποιος ευθύνεται για αυτές τις υπέροχες ιδέες και ποια ήταν η πηγή έμπνευσης τους;

Η ιδέα για το artwork του δίσκου γεννήθηκε μετά τη συνάντηση μου με τον παιδικό μου φίλο, φωτογράφο (και όχι μόνο) Filep Motwary στα μέσα του 2018. Είχαμε πάρα πολλά χρόνια να συναντηθούμε και βλέποντας ο ένας τη δουλειά του άλλου νιώσαμε ότι θέλουμε να έρθουμε ξανά πιο κοντά. Ήταν η εποχή που ολοκλήρωνα τις ηχογραφήσεις του δίσκου και δούλευα στο μυαλό μου το artwork, και μαζί αρχίσαμε να στήνουμε την ιδέα για τη φωτογράφιση. Αφού καταλήξαμε στα εξώφυλλα, σκεφτήκαμε (μήνες μετά) να φτιάξουμε και ένα βίντεο κλιπ σε αυτή την αισθητική. Έμπνευση ήταν η εξύμνηση της ομορφιάς και της ελευθερίας. Το βίντεο περιέχει πολλές ιδέες και εμμονές του Filep, ο οποίος έκανε και όλο το styling. Το cinematography έκανε ο Αντρέας Δημητρίου (White Leaf Pictures).

– Πέρα από την μουσική. Υπάρχει κάτι άλλο που σε γοητεύει;

Η φύση, οι όμορφοι άνθρωποι, ο κινηματογράφος, το φαγητό, τα ταξίδια, η κίνηση και η οποιουδήποτε είδους έκφραση.

– Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σου;

Όσες πιο πολλές συναυλίες με την υπέροχη μπάντα που έχουμε φτιάξει με τους Δημήτρη Φόκεν, Βασίλη Βλαχάκο, Ορέστη Μπενέκα και Δημήτρη Οικονόμου, να γράψω καινούρια κομμάτια και να αρχίσω ηχογραφήσεις τον ερχόμενο Δεκέμβριο με στόχο καινούριες κυκλοφορίες μέσα στο 2020.


Φωτογραφίες: Filep Motwary