Ο ήρωας είναι ένα σύμβολο. Η μορφή που ξεχωρίζει από το πλήθος οδηγώντας και εμπνέοντας, με πράξεις θάρρους και αυτοθυσίας μεγάλες και πολυσήμαντες. Σε αυτά τα πρόσωπα, που γίνονται αφορμή να γεννηθούν δυνατά μουσικά έργα, είναι αφιερωμένο το κοντσέρτο «Ηρωικές Αφηγήσεις» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η οποία υποδέχεται ξανά στο πόντιουμ τον εκλεκτό Γερμανό αρχιμουσικό Φρανκ Μπέερμαν.

Θα παρουσιαστούν συνθέσεις που μιλούν για υψηλά ιδεώδη και πανανθρώπινες αξίες, ξεκινώντας από την «Εισαγωγή «Έγκμοντ» έργο 84» του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, συνεχίζοντας με τα «Έξι τραγούδια για υψίφωνο και ορχήστρα, έργο 68 (Τραγούδια «Μπρεντάνο»)» του Ρίχαρντ Στράους, και ολοκληρώνοντας με την περίφημη «Συμφωνία αρ.3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 55 «Ηρωική»», του Μπετόβεν. Τα αισθησιακά και υψηλών φωνητικών απαιτήσεων τραγούδια του Στράους σε ποίηση Κλέμενς Μπρεντάνο, ερμηνεύει η Γερμανίδα κολορατούρα σοπράνο, Γιούλια Μπάουερ.

Για την ιστορία

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΌΒΕΝ (1770 – 1827)
Έγκμοντ, Εισαγωγή, έργο 84

Ο Κόμης του Έγκμοντ (1522-1568) υπήρξε διακεκριμένος στρατιωτικός και διοικητής της Φλάνδρας σε μία περίοδο που οι Κάτω Χώρες βρίσκονταν υπό ισπανική κυριαρχία. Ο απεσταλμένος του Ισπανού βασιλιά στις Κάτω Χώρες Δούκας της Άλμπα κατηγόρησε και συνέλαβε τον Έγκμοντ ως αιρετικό, αφού αυτός είχε αντισταθεί στην εγκαθίδρυση της Ιεράς Εξέτασης στη Φλάνδρα. Στις 5 Ιουνίου 1568 αποκεφαλίστηκε, ενώ ο θάνατός του έδωσε αφορμή για μία εκτεταμένη εξέγερση κατά της ισπανικής αρχής.

Η ιστορία του Έγκμοντ ενέπνευσε το ομώνυμο θεατρικό δράμα στον Γκαίτε, που ολοκληρώθηκε το 1788. Λίγο μετά την αποχώρηση του στρατού του Ναπολέοντα από τη Βιέννη (Οκτώβριος 1809) ο πάντα ουμανιστής και φιλελεύθερος Μπετόβεν, αφενός θαυμάζοντας τον μεγάλο Γερμανό ποιητή και το έργο του και αφετέρου έχοντας νωπές τις σκληρές μνήμες από τη γαλλική εισβολή στη Βιέννη, ανέλαβε να συνθέσει σκηνική μουσική για το ανέβασμα του Έγκμοντ στο Hoftheater της αυστριακής πρωτεύουσας, το οποίο και πραγματοποιήθηκε τελικά στις 15 Ιουνίου 1810.

Η μουσική του Μπετόβεν αποτελείται από μία ορχηστρική εισαγωγή και εννέα κομμάτια, εκ των οποίων η Εισαγωγή διατηρεί ως σήμερα περίοπτη θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Επιτυγχάνει, μέσα σε λίγα λεπτά, να συνοψίσει όλο το έργο και -κυρίως- να εκφράσει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τα ηρωικά ιδεώδη του αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία. Μία στιβαρή, αργή εισαγωγή ακολουθείται από ένα κυρίως τμήμα σε φόρμα σονάτας. Χειρονομίες απειλητικές, στοχαστικές, εκρηκτικές διαδέχονται η μία την άλλη, εκφερόμενες πάντα με ρητορική έμφαση, που ποτέ δεν εκπίπτει σε στόμφο. Η σχετικά εκτενής coda εκφράζει την πολυπόθητη εξέγερση κατά των δυναστών, μετά τον επιθανάτιο, φορτισμένο λόγο του Έγκμοντ προς τους συμπατριώτες του.

ΡΙΧΑΡΝΤ ΣΤΡΑΟΥΣ (1864 – 1949)
Έξι Τραγούδια για υψίφωνο και ορχήστρα, έργο 68 (Τραγούδια «Μπρεντάνο»)

Ο κατάλογος των τραγουδιών του Ρίχαρντ Στράους είναι εντυπωσιακά μακρύς: τα πρώτα του τραγούδια γράφτηκαν σε ηλικία έξι ετών και τα τελευταία σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων. Πολλά εξ αυτών μάλιστα γράφτηκαν για τη σύζυγό του, σοπράνο Παουλίνε ντε Άνα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Η απόσυρσή της από την ενεργό δράση (1906) ταυτίζεται χρονικά με την έναρξη μίας περιόδου (ως το 1918), κατά την οποία ο συνθέτης αφοσιώθηκε στην όπερα (Ηλέκτρα, Ο Ιππότης με το ρόδο, Η Αριάδνη στη Νάξο, Η γυναίκα δίχως σκιά) απέχοντας ολοκληρωτικά από τη σύνθεση τραγουδιών.

Η επιστροφή του στο ιδιαίτερο αυτό είδος έγινε το 1918 με τα Έξι τραγούδια σε ποίηση του Κλέμενς Μπρεντάνο (1778-1842). Ο Γερμανός Ρομαντικός ποιητής, πνεύμα ανήσυχο και ευαίσθητο, πέρασε κάποια χρόνια ταξιδεύοντας σαν τροβαδούρος με την κιθάρα του, ενώ αργότερα έζησε μία περίοδο σε μοναστήρι. Ο Στράους επέλεξε πρωτότυπα ποιήματά του και τα μελοποίησε έχοντας στο μυαλό του ως ερμηνεύτριά τους την σπουδαία Γερμανίδα υψίφωνο της εποχής και σε πολλές περιπτώσεις συνεργάτιδά του, Ελίζαμπετ Σούμαν. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει (εν μέρει) τις υψηλές δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της φωνητικής γραφής με λαμπερές κολορατούρες και κινήσεις σε υψηλές τονικές περιοχές.

Ωστόσο, περιέργως το πρώτο και ακόμα περισσότερο το τελευταίο τραγούδι απαιτούν ένα διαφορετικό είδος φωνής, πιο βαθύ και δραματικό, γεγονός που καθιστά δύσκολη, αν όχι σπάνια, τη συνολική εκτέλεση όλου του κύκλου. Τα τραγούδια στην πρωτότυπη εκδοχή τους είχαν συνοδεία πιάνου (πρόδηλα συμφωνικού χαρακτήρα ομολογουμένως). Το τελευταίο ενορχηστρώθηκε από τον Στράους το 1933, ενώ τα υπόλοιπα το 1940.

Το πρώτο τραγούδι υμνεί την πρώτη νύχτα του γάμου, ενώ στο δεύτερο μία νέα θέλει να κόψει ένα λουλούδι (σύμβολο της αγνότητας της) για τον άντρα που αγαπά αλλά το λουλούδι την παρακαλεί να το αφήσει να ζήσει κι άλλο. Στη συνέχεια, η μυρτιά «παρατηρεί» τους αιθέριους ήχους και τις γαλήνιες εικόνες της νύχτας. Ένα ερωτικό τραγούδι αποτελεί «κύκνειο άσμα για την ειρήνη» του ποιητή, ενώ το πέμπτο τραγούδι περιγράφει με παιγνιώδη διάθεση τον φτερωτό θεό Έρωτα να κάθεται κοντά στο τζάκι, να πιάνουν φωτιά τα φτερά του και να αναζητά τη βοήθεια της βοσκοπούλας – όχι τυχαία, όπως φαίνεται. Το εκτενές τελευταίο τραγούδι αναφέρεται στις γυναίκες ναυτικών, βοσκών, ανθρακωρύχων και στρατιωτών, που υποφέρουν όταν χάνουν τον σύντροφό τους· στο τέλος, ωστόσο, ο Κύριος τους προσφέρει την πολυπόθητη παρηγοριά.

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΌΒΕΝ (1770 – 1827)
Συμφωνία αρ. 3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 55 «Ηρωική»

Η Τρίτη Συμφωνία είναι μόλις το δεύτερο έργο οργανικής μουσικής, στο οποίο ο Μπετόβεν έδωσε έναν τίτλο, μετά την Παθητική Σονάτα για πιάνο. Η αρχική του ιδέα ήταν να γράψει μία συμφωνία προς τιμήν του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που ενσάρκωνε τα οράματα της Γαλλικής Επανάστασης για ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία. Η σύνθεση της Συμφωνίας ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1803 και ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1804. Το εξώφυλλο της χειρόγραφης παρτιτούρας έφερε το όνομα Bonaparte μέχρι τη στιγμή, που ο Μπετόβεν πληροφορήθηκε ότι ο Ναπολέων είχε στεφθεί αυτοκράτορας της Γαλλίας (18 Μαΐου 1804). Η είδηση αυτή συνιστούσε διάψευση των προσδοκιών του και έτσι έσκισε την αφιέρωση της συμφωνίας, στη θέση της οποίας αργότερα αναγράφτηκε η φράση Sinfonia eroica composta per festeggiare il sovvenire d’ un grand’uomo (Ηρωική συμφωνία γραμμένη για να εορτάσει τη μνήμη ενός μεγάλου ανδρός).

Η Ηρωική εγκαινιάζει ουσιαστικά τη μεσαία συνθετική περίοδο του Μπετόβεν αποτελώντας συνάμα σταθμό στην εξέλιξη της συμφωνικής μουσικής γενικότερα. Κατ’ αρχάς το μέγεθος της Συμφωνίας ξεπερνά κατά πολύ τα συνήθη δεδομένα της εποχής της· το πρώτο μέρος από μόνο του διαρκεί λίγο λιγότερο από όσο περίπου μία ολόκληρη συμφωνία του Χάυντν. Επίσης πρυτανεύουν συγκεκριμένα δομικά στοιχεία, όπως η βαθιά οργανική σύνδεση των θεμάτων, η εισαγωγή επεισοδίων στην ενότητα της επεξεργασίας ή η ιδιαίτερη βαρύτητα της καταληκτικής ενότητας (coda), χαρακτηριστικά πολλών κατοπινών έργων του Μπετόβεν.

Το αργό, δεύτερο μέρος είναι ένα πένθιμο εμβατήριο που καλύπτει ένα πρωτόγνωρα μεγάλο εύρος συναισθηματικών αποχρώσεων. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του βαρύθυμου και τραγικού βασικού τμήματος παρεμβάλλεται ένα πρώτο φωτεινότερο επεισόδιο, ενώ αργότερα ένα δεύτερο οδηγεί με αντιστικτικό τρόπο σε παθιασμένη κορύφωση.

Μετά το νευρώδες -αν και σε μεγάλο βαθμό χαμηλής δυναμικής έντασης- σκέρτσο φτάνουμε στο φινάλε, που αναβαθμίζεται ως διάρκεια και ως σημασία στο πλαίσιο της συνολικής δομής της Συμφωνίας, σε σχέση με τις κοινές πρακτικές της εποχής, που ήθελαν το τελευταίο μέρος να είναι μία μάλλον ανάλαφρη και σύντομη κατακλείδα. Εδώ ο Μπετόβεν γράφει μία σειρά δώδεκα παραλλαγών πάνω σε ένα θέμα, που είχε ήδη χρησιμοποιήσει στο φινάλε της μουσικής του για το μπαλέτο Προμηθέας, όπως επίσης και στον έβδομο από τους δώδεκα Αντιχορούς (Contredanses). Ο συνθέτης αντιμετωπίζει τα δύο επιμέρους συστατικά στοιχεία του θέματος (την κίνηση του μπάσου και την κυρίως μελωδία) αυτοτελώς, παρουσιάζοντας έτσι το θέμα να οικοδομείται σταδιακά από τα συστατικά του.

Στη σκιά της ιστορίας…

Εν τέλει, αποδέκτης της αφιέρωσης ήταν ο πρίγκιπας Φραντς Γιόζεφ φον Λόμπκοβιτς, στο ανάκτορο του οποίου έγινε η πρώτη ιδιωτική παρουσίαση της Συμφωνίας, πριν την πρώτη δημόσια εκτέλεσή της στις 7 Απριλίου 1805 στο Theater-an-der-Wien υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.

Πάντως, αρκετοί τείνουν προς μία λιγότερο συναισθηματική αιτιολόγηση για την αλλαγή της αφιέρωσης: την εποχή σύνθεσης του έργου είχε προκύψει το ενδεχόμενο ενός ταξιδιού του Μπετόβεν στο Παρίσι με σκοπό την επέκταση των μουσικών του δραστηριοτήτων. Ένα μεγαλόπνοο έργο αφιερωμένο στον Βοναπάρτη σίγουρα θα του «άνοιγε πόρτες» στη γαλλική πρωτεύουσα. Όταν όμως παραιτήθηκε οριστικά από την προοπτική του ταξιδιού -και αυτό χρονικά συμπίπτει λίγο πολύ με την αλλαγή της αφιέρωσης-, δεν συνέτρεχε πλέον λόγος για μία τέτοια αφιέρωση, που ενδεχομένως μάλιστα να μην αντιμετωπιζόταν θετικά στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία.

Λίγα λόγια για τους συντελεστές

Φρανκ Μπέερμαν

Ένας από τους σταθερά ανερχόμενους αρχιμουσικούς στη Γερμανία, ο Φρανκ Μπέερμαν διακρίνεται τόσο για τις ερμηνείες του σε έργα ρεπερτορίου όσο και για την επιτυχή ενασχόλησή του με έργα εν πολλοίς άγνωστα. Η πρώτη παγκόσμια εκτέλεση και ηχογράφηση της όπερας του Μέγιερμπερ «Βάσκο ντα Γκάμα» το 2014 για την εταιρεία cpo απέσπασε πληθώρα διεθνών διακρίσεων. Κεντρική θέση στο ρεπερτόριό του έχουν τα έργα των Μότσαρτ (έχει ηχογραφήσει όλα τα κοντσέρτα για πιάνο), Μάλερ, Στράους, Σούμαν (πρόσφατα διηύθυνε τις συμφωνίες του στο θέατρο La Monnaie των Βρυξελλών) και Βάγκνερ (έχει ήδη ξεκινήσει η σταδιακή παρουσίαση του Δαχτυλιδιού στην πόλη Μίντεν της Γερμανίας που θα ολοκληρωθεί το 2019).

Από το 2007 ως το 2016 διετέλεσε γενικός μουσικός διευθυντής του Θεάτρου του Κέμνιτς και πρώτος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής «Ρόμπερτ Σούμαν». Έχει διευθύνει σε σημαντικά λυρικά θέατρα (Κρατική Όπερα Unter den Linden του Βερολίνου, την Εθνική Όπερα του Ελσίνκι, την Κρατική Όπερα της Βαυαρίας κ.ά.) και κορυφαίες ορχήστρες (Gewandhaus Λειψίας, Φιλαρμονική του Ελσίνκι, Ορχήστρα Μπρούκνερ του Λιντς, καθώς και ορχήστρες σε Σεβίλλη, Μπιλμπάο, Βαρκελώνη, Οβιέδο κ.α.

Γιούλια Μπάουερ

Η Γερμανίδα λυρική τραγουδίστρια Γιούλια Μπάουερ είναι μία από τις πιο ανερχόμενες σοπράνο της γενιάς της. Έχει εμφανιστεί σε σημαντικά λυρικά θέατρα της γενέτειράς της (Semperoper της Δρέσδης, Κρατικές Όπερες Βερολίνου, Ανόβερου, Στουτγάρδης, Κωμική Όπερα του Βερολίνου, Όπερα της Λειψίας κ.ά.) και του κόσμου (Νέο Εθνικό Θέατρο του Τόκυο, Volksoper της Βιέννης, Teatro della Maestranza της Σεβίλλης κ.ά.).

Έχει συμπράξει σε συναυλίες με κορυφαίες ορχήστρες, όπως η Εθνική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βουδαπέστης, η Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας του Μονάχου, η Ορχήστρα του Θεάτρου Liceu της Βαρκελώνης και το Ensemble Intercontemporain) συνεργαζόμενη με καταξιωμένους αρχιμουσικούς (Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, Ρικάρντο Σαϊγύ, Μάρεκ Γιανόφσκυ, Χέλμουτ Ρίλλινγκ, Φρανκ Μπέερμαν κ.ά.). Το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει -εκτός από αρκετούς ρόλους όπερας- κλασικά Lieder, άριες κοντσέρτου του Μότσαρτ, καθώς και συμφωνικά τραγούδια των Μπεργκ, Μάλερ, Στράους, Τσεμλίνσκυ, έως και το έργο Momente (Στιγμές) του Κ. Στοκχάουζεν. Στα μελλοντικά της σχέδια περιλαμβάνεται η ηχογράφηση αριών του Χατσατουριάν, το ντεμπούτο της ως Fiorella στην όπερα «Τούρκος στην Ιταλία» του Ροσίνι, καθώς και εμφανίσεις της στη Βασίλισσα της Νύχτας (Μότσαρτ, Μαγικός Αυλός).

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Έγκμοντ, Εισαγωγή, έργο 84

ΡΙΧΑΡΝΤ ΣΤΡΑΟΥΣ (1864 – 1949)
Έξι Τραγούδια για υψίφωνο και ορχήστρα, έργο 68 (Τραγούδια «Μπρεντάνο»)
1. An die Nacht (Στη νύχτα)
2. Ich wollt’ ein Sträusslein binden (Ήθελα να φτιάξω μία ανθοδέσμη)
3. Säusle, liebe Myrte! (Θρόισε, αγαπημένη μυρτιά!)
4. Als mir dein Lied erklang (Όταν άκουσα το τραγούδι σου)
5. Amor (Έρωτας)
6. Lied der Frauen (Τραγούδι των γυναικών)

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΌΒΕΝ (1770 – 1827)
Συμφωνία αρ. 3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 55 «Ηρωική»
1. Allegro con brio
2. Marcia funebre: Adagio assai
3. Scherzo: Allegro vivace
4. Finale: Allegro molto

Φρανκ Μπέερμαν, Μουσική Διεύθυνση
Γιούλια Μπάουερ, Κολορατούρα Σοπράνο