Οι «7 Αναζητήσεις» είναι μια σπονδυλωτή παράσταση μνήμης, η οποία ανακαλεί την ιστορία της Ελλάδας με αφορμή μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως ο Εμφύλιος και η κατοχή της Κύπρου, φτάνοντας έως το σήμερα. Μέσα από τις ραδιοφωνικές αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού συναντάμε τις πρωτότυπες ιστορίες σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, στους οποίους ανατέθηκε από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά το πρωτότυπο αυτό εγχείρημα.

Μία από τις πρωταγωνίστριες των μικρών αυτών αναζητήσεων είναι και η Ηρώ Μπέζου. Μία ηθοποιός που παρά το νεαρό της ηλικίας της έχει καταφέρει να διακριθεί για τη δουλειά της, έχοντας τιμηθεί με το θεατρικό βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Μας μιλά, λοιπόν, με αφορμή την ενδιαφέρουσα παράσταση των «7 Αναζητήσεων», περιγράφοντας το επιμέρους σκέλος στο οποίο πρωταγωνιστεί, το οποίο ονομάζεται «Ούτε Μέρα», του Μάκη Τσίτα και εκτυλίσσεται στη Γερμανία της δεκαετίας του ’60. Ακόμα, μοιράζεται μαζί μας τους αγαπημένους της ρόλους του θεατρικού αναλογίου, τους οποίους όμως προτιμά να ερμηνεύει στην ασφάλεια του δωματίου της. Μας εξηγεί ότι χρειάζεται να εκτιμάς τις δουλειές που κάνεις και όχι να κάνεις συνέχεια κάτι καινούργιο αναφέροντας μας ότι συμμετέχει στη νέα ταινία του The Boy, «Winona».


– Η παράσταση 7 Αναζητήσεις είναι μια σπονδυλωτή ιστορία με κεντρικό άξονα την ιστορία της Ελλάδας. Θα ήθελες να μας πεις δύο λόγια για την επιμέρους ιστορία «Ούτε Μέρα» στην οποία και πρωταγωνιστείς;

Η ιστορία μας διαδραματίζεται στην Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η ηρωίδα κατάγεται από ένα χωριό της Ελλάδας και έφτασε αρκετά χρόνια πριν στην Γερμανία ως μετανάστης, όπως τόσοι Έλληνες της εποχής. Δούλεψε ως εργάτρια σε διάφορα εργοστάσια και κατέληξε να πραγματοποιήσει το παιδικό της όνειρο και να γίνει τραγουδίστρια, επιτυχημένη μάλιστα. Παρόλ΄αυτά, οι τραυματικές εμπειρίες των νεανικών της χρόνων επανέρχονται αναπόφευκτα, καθώς η οικογένειά της την αναζητά μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Είναι η μόνη ηρωίδα στην παράσταση που αναζητείται. Δεν αναζητά.

– Πόσο εξοικειωμένη θα έλεγες ότι είσαι με την συγκεκριμένη χρονική περίοδο της χώρας, αλλά και γενικότερα με την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας;

Όχι πολύ. Θα μπορούσα σίγουρα να είμαι πολύ περισσότερο. Έχω βέβαια την ευλογία να κάνω αυτήν την δουλειά που εκ των πραγμάτων σε ωθεί να ασχοληθείς με το παρελθόν και να μάθεις πράγματα, εφόσον όλα τα θεατρικά κείμενα, ακόμα και τα περισσότερα σύγχρονα, καλή ώρα, ανασκαλεύουν λίγο-πολύ το παρελθόν. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 -στην οποία η ηρωίδα μου ταλαιπωρήθηκε λόγω της σκληρότητας και του συντηρητισμού της επαρχιακής ζωής- δεν θα έλεγα ότι είναι μια εποχή στην οποία θα θελα να ζω.

– Με τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν στην ταινία Γάλα (2011). Πώς σου φάνηκε η καινούργια σας συνεργασία, με τον Προμηθέα σε ρόλο σκηνοθέτη;

Πολύ ωραία, χάρηκα πολύ που ξαναβρέθηκα με τον Προμηθέα. Δεν έχει εμπειρία ως σκηνοθέτης κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό, ίσα ίσα, το γεγονός ότι είναι ένας καλός ηθοποιός,έξυπνος, με χιούμορ και πλήρη κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπου που βρίσκεται πάνω στην σκηνή είναι πολύτιμο. Γενικώς παρατηρώ ότι με ηθοποιούς που σκηνοθετούν αισθάνομαι καλύτερα απ΄ότι με «επαγγελματίες» σκηνοθέτες. Ίσως επειδή αφήνονται περισσότερο στην χαρά της διαδικασίας και δεν προσπαθούν ντε και σώνει να δώσουν το στίγμα τους. Επίσης ο Προμηθέας είναι ενας πολύ καλόκαρδος και έντιμος συνάδελφος, οπότε χαίρομαι έτσι κι αλλιώς να τον συναναστρέφομαι.

– Θεωρείς ότι οι νέοι Έλληνες δημιουργοί, όπως οι συγγραφείς των 7 Αναζητήσεων, έχουν αρκετές ευκαιρίες να ανεβάζουν έργα τους και να τα βλέπουν να ζωντανεύουν επί σκηνής;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Αυτό όμως έχει να κάνει με το κοινό και πόσο επιλέγει να δει ένα έργο που δεν γνωρίζει. Και κατ΄επέκταση, πόσο ένας παραγωγός θα ρισκάρει να ανεβάσει ένα έργο που ο τίτλος του δεν βρίσκεται ήδη στ΄αυτιά του κόσμου.

– Πέρα από την υποκριτική είσαι αρκετά εξοικειωμένη και με το τραγούδι, οπότε αυτός ο ρόλος σου ταιριάζει σε πολλά επίπεδα. Θα σε ακούσουμε να τραγουδάς στην παράσταση; Σε ελκύει ο συνδυασμός θεάτρου και μουσικής;

Στην παράσταση τραγουδάω αλλά όχι ζωντανά. Με ελκύει πολύ το μουσικό θέατρο όταν γίνεται ευρηματικά και όχι μίζερα. Φυσικά μ’ αρέσει να τραγουδάω, και στο θέατρο και παντού. Σε ποιον δεν αρέσει;

– Θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχεις μεγαλώσει μέσα στο θέατρο, οπότε έχεις γνωρίσει πολλούς κλασικούς και σύγχρονους ρόλους. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος ρόλος που ήθελες από μικρή να ερμηνεύσεις και γιατί;

Μικρή ήθελα να παίξω την Ιουλιέττα. Τώρα ειλικρινά δεν μ΄απασχολεί. Αν και υπάρχουν έργα που διαβάζω ξανά και ξανά και τα παίζω μόνη μου, όπως ο Γλάρος, ο Θείος Βάνιας, το Αντώνιος και Κλεοπάτρα, ο Φιλοκτήτης. Αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι το να παίξω αυτά τα έργα μπροστά σε κόσμο θα μου έδινε μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Υπάρχει στην υποκριτική ο καθοριστικός παράγοντας της συνεργασίας, ευτυχώς ή δυστυχώς. Δεν είσαι ασφαλής όπως στο δωμάτιό σου.

– Ανήκεις ουσιαστικά στη νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου. Πώς φαντάζεσαι την πορεία του χώρου μελλοντικά;

Δεν έχω ιδέα. Έχω μια κρυφή ελπίδα ότι με κάποιον τρόπο θα γίνει πιο άμεση η επαφή του κοινού με τους καλλιτέχνες, χωρίς π.χ. να είναι απαραίτητη η διαμεσολάβηση των δημοσιογράφων ή η αναγνωρισιμότητα από την τηλεόραση. Αλλά η λογική μου το βρίσκει αδύνατον.

– Ποια θα έλεγες ότι είναι τα δικά σου πλάνα για το μέλλον; Πέρα από το θέατρο, στο οποίο άλλωστε έχεις μία σταθερή πορεία, ο κινηματογράφος περιλαμβάνεται στα άμεσα σχέδια σου;

Έχω συμμετάσχει σε κάποιες κινηματογραφικές ταινίες κατά καιρούς. Τώρα δεν ετοιμάζομαι να παίξω σε κάτι, αλλά στις 6 Φεβρουαρίου θα βγει στις αίθουσες η ταινία του The Boy, «Winona» της οποίας είμαι πάρα πολύ περήφανη να αποτελώ κομμάτι. Δεν χρειάζεται να κάνουμε συνέχεια πράγματα, αν κάνεις κάτι για το οποίο είσαι ευγνώμων, είναι ήδη πολύ.


Διαβάστε επίσης: 
7 Αναζητήσεις: Μια σπονδυλωτή παράσταση μνήμης στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά