Σε ένα γύρισμα του μονοπατιού, ένα λιοντάρι με πλούσια πέτρινη χαίτη και ανοιχτό στόμα άφηνε το νερό να τρέχει. Το μουρμούρισμα του νερού καθώς κυλούσε φάνηκε στη Βίκη και στον Άγγελο σαν να τους προειδοποιούσε για κάτι.

Την επόμενη μέρα, καθώς πλησίαζαν στη βρύση, κάτι έλειπε. Έλειπε ένας ήχος. Ο ήχος νερού που τρέχει. Όταν έφτασαν, είδαν ότι το στόμα του λιονταριού ήταν στεγνό και έδινε την εντύπωση του διψασμένου.

Ποιος είχε πάρει το νερό από το στόμα του λιονταριού; Γίνεται να κλέψεις το νερό; Και μάλιστα από ένα λιοντάρι; Είναι δυνατόν το νερό να ανήκει σε κάποιον; Μπορείς να στερήσεις το νερό από ένα χωριό; Να αφήσεις να διψάσει ένα δάσος; Μπορεί μια βρύση να είναι καταραμένη; Και ποιος μπορεί να την έχει καταραστεί;

Η Βίκη και ο Άγγελος, για μία ακόμη φορά μετά την Άνδρο και τα «Στοιχειωμένα θεμέλια», καλούνται να λύσουν ένα μυστήριο.

Ένα μυστήριο που αρχίζει να ξεδιπλώνεται, μια άνοιξη, σε ένα ορεινό χωριό της Πελοποννήσου.

Η Έρικα Αθανασίου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στο Μαρούσι. Πήρε πτυχίο στο ακορντεόν, παρακολούθησε το δημοσιογραφικό σεμινάριο της ΕΣΗΕΑ και σπούδασε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως λογίστρια, συντάκτρια οικονομικών μελετών, διορθώτρια λογοτεχνικών κειμένων, καθηγήτρια μουσικής και καθηγήτρια οικονομικών μαθημάτων σε ΙΕΚ και ΚΕΚ, σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας.
Σήμερα εργάζεται στην τοπική εφημερίδα «Κηφισιά» και συνεργάζεται με ΚΕΚ.
Θαυμάστρια της Κίρας Σίνου, συμμετείχε στο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς 2007 με θέμα «Μονογραφία για το έργο Έλληνα συγγραφέα ή ποιητή της παιδικής λογοτεχνίας», όπου και έλαβε εύφημη μνεία.