Το έργο

Η Ζέτη Φίτσιου έγραψε ένα έργο από το οποίο αναδύονται οσμές, αναβλύζουν χυμοί και ξυπνούν θύμησες. Μπλέκοντας τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα η συγγραφέας αφηγήθηκε μια ιστορία αναδεικνύοντας τη σημασία του προσωπικού στη συλλογική μνήμη.

Το έργο ξεκινάει στα παρασκήνια ενός θεάτρου. Δημιουργώντας τη συνθήκη του θεάτρου-μέσα-στο-θέατρο, η Ζ. Φίτσιου καθιστά το κοινό της παράστασης κοινωνό της ζωής της ηρωίδας πίσω από τις κουίντες. Αυτόματα σχεδόν επομένως, η συγγραφέας τοποθετεί το κοινό να παρακολουθεί μέσα από την κλειδαρότρυπα την σκηνική «αλήθεια» της ηρωίδας, της Άννας. Όταν αρχίζει το έργο, η Άννα είναι μια αναγνωρισμένη, πλέον, καλλιτέχνις στην Αθήνα του 1960. Η παρουσία και η επιμονή ενός νεαρού δημοσιογράφου, του Πέτρου, θα την οδηγήσει σε ένα νοερό, αλλά και αρκετά επίπονο ταξίδι στο χρόνο, πίσω, στην Αλεξάνδρεια, όπου η ηρωίδα γεννήθηκε και έζησε. Στο χωροχρονικό της αυτό ταξίδι θα έχει συνεπιβάτες της το κοινό, το οποίο μέσα από τα μάτια της θα δει και θα γνωρίσει ή ίσως και να ξαναθυμηθεί την Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου.

Ο έρωτας της Άννας και του Αλέξανδρου θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας. Δύο νέοι άνθρωποι, οι οποίοι θα ερωτευτούν, εν μέσω ιστορικών αλλαγών που θα επηρεάσουν τον ῥοῦν της ιστορίας, αλλά και της ίδιας της Αλεξάνδρειας, αναπόφευκτα αλλάζοντας και τη ζωή των ανθρώπων που βρέθηκαν και έζησαν σε αυτά τα μέρη. Και στο φόντο, πάντα ο Αλεξανδρινός ποιητής, ο οποίος μίλησε για αυτή την πόλη, για τους έρωτές της, για τη γλύκα και τη μοναξιά της, για τη ζωή, αλλά και για τους ανθρώπους της.

Η παράσταση

Η σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού αποπνέει θεατρικότητα, μολονότι κινείται αρκετά στο μουσικό θέατρο. Ωστόσο, το κείμενο, αλλά και ο λυρισμός της καβάφειας ποίησης δίνουν στη σκηνοθετική γραμμή θεατρικό βηματισμό. Έτσι, το ονειρικό διαδέχεται το πραγματικό, το προσωπικό συμπορεύεται με το συλλογικό και ο ερωτισμός συνυπάρχει με την πολιτική και, συνεπακόλουθα, την ιστορία. Ο Φ. Ευαγγελινός περνάει με επιτυχία από το ένα στο άλλο, συνεπικουρούμενος από τη μαγεία του ποιητικού λόγου του Κ. Καβάφη και της μουσικής της Ευ. Ρεμπούτσικα. 

Οι Ηθοποιοί

Η Άννα Μάσχα (Άννα Μ.) κερδίζει το κοινό ήδη με την πρώτη της, επί σκηνής, εμφάνιση, καθώς γίνεται τα μάτια, τα αυτιά και οι αισθήσεις των θεατών μέσα από την αφήγησή της. Η Εριέττα Μανούρη (Άννα) είναι εξαιρετική, αποδεικνύοντας ότι είναι μια από τις πολυτάλαντες ηθοποιούς της γενιάς της, καθώς αιχμαλωτίζει το κοινό με την υποκριτική, αλλά και με την υπέροχη φωνή της. Πάρα πολύ καλός ο Ιωάννης Παπαζήσης (Γκάρι Τσάπμαν), αποτυπώνοντας με υποκριτική μαεστρία τον δολοπλόκο και διφορούμενο ρόλο του Άγγλου αξιωματούχου. Υπέροχη η Ελένη Καρακάση (Μαντάμ Μποτόμ) σαγηνεύοντας με την καταπληκτική φωνή της, αλλά και με την τόσο παιγνιώδη υποκριτική της διάθεση. Πολύ καλές οι Χριστίνα Αλεξανιάν (Καλλιόπη Σαργίνη) και Λήδα Ματσάγγου (Ροζέτ ντε Μενάς). Υπέροχος ο Δημήτρης Δεγαΐτης (Δημητρός) στο ρόλο του καλοκάγαθου πατέρα, ενώ καλή δίπλα του η Αλίνα Κωτσοβούλου (Ελένη), καθώς επίσης και οι Ειρήνη Βαλατσού (Νότα) και Δανάη Πολίτη (Φώφη). Καλός επίσης ο Γιάννης Στόλλας (Φέρερ Νιμρ), αλλά και ο Αλέξανδρος Σιάτρας (Αιμίλιος Τρεμπόν) αναδεικνύοντας την γλυκόπικρη κωμωδία πίσω από την προαιώνια έχθρα μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας. Τέλος, καλοί όλοι οι ηθοποιοί στους ρόλους τους, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Γιώργος Ψυχογιός, Γιάννης Μάνιος, Αλέξανδρος Σιάτρας, Δημήτρης Μαχαίρας, Χρίστος Νικολάου, Άννα Λεμπεντένκο, Παναγιώτης Παντέρας, Νίκος Παλιούρας, Μάγια Βασιλάκη, Νίκος Φραντζέσκος, Βασιλική Σουρρή, Ηλιάνα Ιωαννίδου.

Οι Συντελεστές

Η πρωτότυπη μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα αναμφισβήτητα αιχμαλωτίζει το κοινό, μεταφέροντάς το σε μια άλλη εποχή, αλλά και σε μια άλλη ατμόσφαιρα. Οι μελωδίες της Ε. Ρεμπούτσικα παρασύρουν τους θεατές σε αυτό το ταξίδι στην όχι τόσο μακρινή, και σίγουρα καθόλου ξεχασμένη Αλεξάνδρεια. Συνοδοιπόρος της Ε. Ρεμπούτσικα ο Άρης Δαβαράκης με τους ιδιαίτερους και τόσο συναισθηματικά και εννοιολογικά φορτισμένους στίχους του.

Εξαιρετικά τα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη) συνέλαβαν το πνεύμα της εποχής, ενώ κατείχαν επίσης έντονη σημειολογία, καθώς αποτύπωσαν τις κοινωνικές διακρίσεις της εποχής, όπως επίσης και την κοινωνική ιεραρχία της μεσοπολεμικής και πολυπολιτισμικής Αλεξάνδρειας. Εξίσου ενδιαφέροντα τα σκηνικά (Μανόλης Παντελιδάκης). Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο επί σκηνής άγαλμα το οποίο αποτύπωσε την ίδια την Αλεξάνδρεια, σαν μια γυναίκα η οποία έχει αποκοιμηθεί, αλλά δεν έχει ξεχάσει, όπως οι μνήμες της ηρωίδας. Πολύτιμος συνεργάτης τα video projections του, πάντα ευφάνταστου και δημιουργικού, Παντελή Μάκκα.

Εν κατακλείδι

Με την «Αλεξάνδρεια» δείχνει να άρχισε μια αφιερωματική θεματολογία, η οποία συμπληρώθηκε στη συνέχεια με την «Αστόρια». Οι Έλληνες της διασποράς πρωταγωνίστησαν στη θεματολογία αυτή, θυμίζοντας πατρίδες που χάθηκαν και άλλες που γεννήθηκαν. Η «Αλεξάνδρεια» είναι μια παράσταση η οποία περιέχει συναίσθημα και νοσταλγία, υπό την ποίηση του Αλεξανδρινού Κ. Καβάφη και συνοδεία της μαγευτικής μουσικής της Ε. Ρεμπούτσικα.

Διαβάστε επίσης:

Η «Αλεξάνδρεια» της Ζέτης Φίτσιου σε σκηνοθεσία Φωκά Ευαγγελινού συνεχίζεται στο Θέατρο Παλλάς