Ο Γρηγόρης Χατζάκης και η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, στην πρώτη τους θεατρική συνεργασία, εμπνέονται από την προσωπικότητα της τελευταίας βασίλισσας της Γαλλίας, και δημιουργούν έναν τόπο, όπου μπορεί να κινηθεί ελεύθερα, να βαρεθεί ανελέητα, να θυμηθεί και να ξεχάσει την επόμενη στιγμή, ακριβώς όπως όλος ο κόσμος, πριν όμως πολλά χρόνια, με πιο ογκώδη ρούχα και περισσότερα διαμάντια.

Το έργο «Μαρί Αντουανέτ – Savon Original: Η Ασφυξία Του Πούπουλου Όταν Πέφτει» παρουσιάζεται στην Κάμιρο.

***

Η Αντουανέτ είναι μια προσωπικότητα που, στο συλλογικό ασυνείδητο, πρώτα λειτουργεί ως ιδέα και στη συνέχεια ως πρόσωπο. Ό,τι πιο ταυτόσημο με εκείνη είναι μια φράση που δεν είπε ποτέ (“Ας φάνε παντεσπάνι”). Έτσι, ως ιδέα, πέρα από τον χρόνο και τον χώρο ενανθρωπίζεται στην παράσταση και προσπαθεί να πατήσει σε γήινα παπούτσια. Κατεβαίνει μια σκάλα που δεν μπορεί να κατέβει, προχωράει με μια άμαξα που δεν κινείται, φοράει για περιδέραιο μια γκιλοτίνα. “Είμαι μια βασίλισσα από σας. Μία από σας. Ένας από σας.” Ακόμα το ψάχνει. Από το στάτους αυτό μπορεί να παρατηρήσει τον κόσμο, την ιστορία, τη ζωή, τον εαυτό της, με μία αλλόκοτη αποστασιοποίηση.

Η Χριστίνα είναι μια προσωπικότητα που πρώτα προσωποποιεί μια ιδέα και μετά την αντιλαμβάνεται και την επεξεργάζεται. Πρώτα εμβαθύνει σε αυτή και μετά την πρωτοβλέπει.

Εκεί κάπου, ανάμεσα και απροσδόκητα, συναντιούνται και ταυτίζονται. Η Χριστίνα είναι η Αντουανέτ και η Αντουανέτ η Χριστίνα. Κι εγώ λατρεύω να τις βλέπω να κάνουν τα σκέρτσα τους στην προσπάθεια να αποποιηθεί η μία την άλλη.

Photo Credit: Φίλιππος Μαργαλιάς

Χρειάζεται χρόνος για να εμβαθύνεις. Έτσι υποστηρίζει η Αντουανέτ. “Οι βασιλείς κι οι ποιητές χρειάζονται βαριεστημάρα για να τεθούν σε λειτουργία”. Έτσι σε αυτό το ατέρμονο ταξίδι στην άμαξα που την οδηγεί από την Αυστρία στη Γαλλία για να γνωρίσει τον μέλλοντα σύζυγο και μέλλοντα βασιλιά της Γαλλίας, έχει όλο το χρόνο να αναπολύσει το παρελθόν και το μέλλον, όχι μόνο το δικό της αλλά και ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας και να εντοπίσει τους αρμούς που ενώνουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, αλλά και τον άνθρωπο με το μέσα και το πέραν του.

Το έργο έχει τη ροή του ταξιδιού. Ο λόγος κυλάει κυκλικά όπως η ρόδα της άμαξας, διακόπτεται όπως σταματάει κάθε τόσο η άμαξα και παλινδρομεί όπως χτυπιέται όταν περνάει απ’ τα κατσάβραχα. Ταυτόχρονα έχει την αίσθηση της ακινησίας, όπου όλα κινούνται αυτόνομα σαν κινηματογραφικά πλάνα από τα μικρά παραθυράκια. Έχει τη λογική να συμπαρασύρει τον θεατή στη διαδρομή αυτή, εσωτερική, προσωπική και πανανθρώπινη, ενώ γίνεται ταυτόχρονα συμμέτοχος και παρατηρητής. Έτσι κι αλλιώς, όπως λέει κι η ίδια, “είναι ευρύχωρη άμαξα, χωράνε άνετα αρκετά άτομα”.

Διαβάστε επίσης:

Μαρί Αντουανέτ – Savon Original, με τη Χριστίνα Χειλά – Φαμέλη στην Κάμιρο