Αφού λοιπόν η ελληνική σύγχρονη μουσική παραγωγή είναι ένα καζάνι που βράζει, αφού στη χώρα μας την τελευταία σειρά ετών παράγεται δυσανάλογα πολλή και καλή μουσική (με την έννοια ότι στατιστικά δεν θα περίμενε κανείς από μία χώρα αυτής της τάξης πληθυσμού να έχει τόσο αξιόλογη καλλιτεχνικά και τόσο καλή τεχνικά παραγωγή), τότε τι συμβαίνει, τι πάει στραβά και αυτή η Άνοιξη της ελληνικής μουσικής δεν έχει γίνει αντιληπτή από το ευρύ κοινό ή/και από την πολιτεία;

Και πως μπορούμε να ξεπεράσουμε το φυσικό εμπόδιο, το γεγονός δηλαδή ότι η Ελλάδα είναι μία πάρα πολύ μικρή αγορά (με ότι συνεπάγεται αυτό) ή έστω να καταφέρουμε να αμβλύνουμε τις συνέπειες;

Θα ξεκινήσω μάλλον ανορθόδοξα. Αντί δηλαδή να επιρρίψω ευθύνες στην πολιτεία που ενώ έχει θεσπίσει από δεκαετίες (και καλά έχει κάνει) φεστιβάλ και διαγωνισμούς για το θέατρο, τον κινηματογράφο, το βιβλίο και λοιπά πολιτιστικά αγαθά δεν έχει κάνει το ίδιο και για την μουσική (αλήθεια είναι αυτό, αλλά το αντιπαρέρχομαι). Αντί να επιρρίψω ευθύνες στο «ευρύ κοινό» που στην μεγάλη πλειοψηφία του δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη μουσική ή/και όταν ενδιαφέρεται δείχνει μία σαφή προτίμηση στις πιο επιφανειακές και «εύκολες» εκφράσεις της (εν μέρει αλήθεια είναι και αυτό – αν και σηκώνει αρκετή συζήτηση – , αλλά επίσης το αντιπαρέρχομαι) θα αρχίσω από κάτι άλλο.

Θα αρχίσω από τον τρόπο που δρούμε εμείς οι ίδιοι οι δημιουργοί (κυρίως οι νεότεροι, αλλά όχι μόνο) σε σχέση με το έργο μας.

Η διαδικασία παραγωγής μουσικού έργου, όπως αυτή αποτυπώνεται στις μέρες μας είναι κατά κανόνα η εξής:

«Εν αρχή ειν’» τα τραγούδια και οι μουσικές. Η γνωστή και απολύτως φυσιολογική διαδικασία:  Ένας δημιουργός γράφει και κατόπιν φροντίζει να βρει μουσικούς για να στήσει ένα σχήμα κάτω από το όνομα του ή ένα συγκρότημα ώστε να προβάρει και να αρχίσει να παίζει τα τραγούδια του σε συναυλίες. Ενίοτε συμβαίνει το ανάποδο. Μία ομάδα μουσικών που γνωρίζονται μεταξύ τους και επιθυμούν να παίξουν μαζί σχηματίζουν ένα συγκρότημα και τα τραγούδια έρχονται στην πορεία, μέσα από τις πρόβες.

Ενώ όμως συμβαίνουν  τα παραπάνω, και όντας απορροφημένοι από την καλλιτεχνική διαδικασία, δεν σκεφτόμαστε ούτε που /πως/πότε θα τα παρουσιάσουμε live όταν θα είμαστε έτοιμοι, ούτε πολύ περισσότερο πως θα τα αφήσουμε σαν αποτύπωμα με την έκδοση ενός άλμπουμ. Ακόμη κι αν το σκεφτούμε αυτό κατά την πρώτη αυτή περίοδο της δημιουργικής διαδικασίας, το αφήνουμε, αόριστα,  για …αργότερα.

Έτσι όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου και είμαστε έτοιμοι για live, το υλικό αρχίζει να βαραίνει στις πλάτες μας, έχουμε επιτακτική ανάγκη να το βγάλουμε προς τα έξω και  … απλώς ερχόμαστε σε συμφωνία με οποιοδήποτε χώρο έχουμε εύκαιρο ή/και είναι διαθέσιμος. Για να κάνουμε απλώς ένα live. Και μετά ακόμη ένα live κ.ο.κ. Αντίστοιχα, όταν μετά από ένα διάστημα live παρουσίας νιώσουμε έτοιμοι να μπούμε στο στούντιο, ηχογραφούμε όπου πιστεύουμε ότι είναι καλύτερα, με όποιον τρόπο και με όσο χρόνο αντέχει η τσέπη μας,  και αφού ολοκληρωθεί και αυτή η διαδικασία, τότε και μόνο τότε κάνουμε τις πρώτες προτάσεις προς δισκογραφικές εταιρείες προκειμένου να  κυκλοφορήσουν τη δουλειά μας. Για άλλη μια φορά, το υλικό – το ηχογραφημένο υλικό αυτή τη φορά – βαραίνει τις πλάτες μας, καιγόμαστε να το κυκλοφορήσουμε (ακόμη πιο επιτακτικά αυτή τη φορά) και επιθυμούμε απλώς να βρεθεί κάποιος να το κυκλοφορήσει ώστε να απελευθερωθούμε και να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, να πάμε παρακάτω. Όσο δεν βγαίνει, το νιώθουμε βαρίδι και κάνουμε βιαστικές κινήσεις ώστε να βγει, με όσο το δυνατόν καλύτερους όρους μεν, όσο πιο γρήγορα δε.

Και κάπως έτσι γεμίζει ο τόπος συναυλίες σε χώρους μικρής και μεσαίας χωρητικότητας, κυκλοφορούν συνεχώς άλμπουμ από μικρές, μεσαίες, μεγάλες εταιρείες, ενίοτε και από ανύπαρκτες εταιρείες ή ακόμη και διαδικτυακά μόνο. Στο Bandcamp ως full άλμπουμ, κομμένα σε «φέτες» στο you tube κλπ κλπ.

Όμορφες μουσικές. Ενίοτε σπουδαίες μουσικές. Μουσικές που συχνά έχουν προσωπικό χαρακτήρα, που έχουν να κάνουν μία φρέσκια πρόταση, που ανακατεύουν δημιουργικά διάφορα μουσικά ιδιώματα και τεχνικές, ή που προχωρούν ένα δεδομένο ιδίωμα ένα βήμα παραπέρα. Ή έστω το φωτίζουν από μία διαφορετική μουσική γωνία. Μουσικές με άποψη, ενίοτε με όραμα, από μουσικούς που έχουν μελετήσει πάρα πολύ, ή που έχουν ακούσει πολλή μουσική (συχνά και τα δύο), που έχουν μεράκι και έχουν ρίξει πολύ δουλειά. Δουλειά, δουλειά, δουλειά.

Αλλά, το θετικό πρόσημο που τελικά μπαίνει μπροστά από το σύνολο της παραγωγής δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το κοινό (κι εδώ δεν εννοώ μόνο το «ευρύ κοινό») προσλαμβάνει αυτήν την παραγωγή.

Ακόμη μία συναυλία, ακόμη ένα καινούργιο τραγούδι, ακόμη ένα καινούργιο άλμπουμ. Σκόρπια, σε συνεχώς τροφοδοτούμενη ροή, τραγούδια, άλμπουμ, ανακοινώσεις συναυλιών καταφτάνουν κατά ριπάς κάθε φορά που συνδεόμαστε στο διαδίκτυο. Ακόμη μία μπάντα, ακόμη ένα τραγούδι, ακόμη μία συναυλία…

Τροφή για σκέψη 1: Αντιλαμβανόμαστε το μεγάλο μέγεθος παραγωγής της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας μόνο μέσα από το διαδίκτυο. Το ραδιόφωνο παίζει κατά κανόνα παλιά ή/και ήδη γνωστά τραγούδια. Βεβαίως υπάρχουν και εκπομπές μεμονωμένων παραγωγών  που ενημερώνουν για συναυλίες νέων δημιουργών και παίζουν καινούργιες κυκλοφορίες αλλά α) είναι συγκριτικά λιγότεροι σε σχέση με το σύνολο των ραδιοφωνικών παραγωγών και β) πολύ λογικά, εξαιτίας της σύμβασης του ραδιοφωνικού χρόνου στον οποίο είναι πρακτικά αδύνατο να χωρέσουν τα πάντα, μόνο ένα μικρό ποσοστό φτάνει στα αυτιά μας από αυτήν την πηγή.

Επίσης έχουμε κατά κανόνα σταματήσει να μαθαίνουμε για καινούργιες μουσικές και συναυλίες από φίλους μας και γνωστούς μας (παρεκτός κι αν παίζουν οι ίδιοι στη συναυλία). Δεν την «μιλάμε» πια τη μουσική ως κοινό. Την καινούργια μουσική τουλάχιστον. Το περίφημο “word of mouth” δεν δουλεύει όπως δούλευε κάποτε.

Τροφή για σκέψη 2 : Από την άλλη πάλι θα μπορούσε κάποιος να υποβάλει ένσταση στα παραπάνω. Ότι δουλειά του μουσικού δεν μπορεί να είναι (και ίσως δεν είναι φυσιολογικό και να είναι) κάτι διαφορετικό από τις δημιουργικές διαδικασίες που περιγράφτηκαν παραπάνω. Η αυθόρμητη αντίδραση μου σε μια τέτοια ενδεχόμενη ένσταση  θα ήταν να … συμφωνήσω! Σε δεύτερη σκέψη όμως είναι  πράγματι έτσι; Δουλειά μας είναι μόνο το δημιουργικό κομμάτι; Τι έχει η ιστορία να μας δείξει για αυτό; Τι συνέβαινε παλαιότερα; Τι συμβαίνει αλλού, στις μέρες μας; Και ανεξάρτητα από το τι συνέβαινε παλαιότερα και τι συμβαίνει αλλού, τι πρακτικά μπορεί να συμβεί στις μέρες μας, εδώ, σε μια τόσο μικρή αγορά;

Έχω να προτείνω ενδεχόμενες λύσεις. Λύσεις όχι εύκολες. Και θα τις προτείνω στο επόμενο κείμενο της στήλης.

Μέχρι τότε και αντί επιλόγου, ένα σχεδόν τυχαίο δείγμα της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής. Ακόμη ένα τραγούδι, όμορφο τραγούδι, από μουσικούς που παλεύουν και αυτοί (όπως κι εγώ και όλοι μας, ο καθένας με τον δικό του τρόπο) να λύσουν τον γρίφο…

Σταύρος Δάλκος – Θαλασσινό επιτύμβιο (τραγουδά η Αντωνία Μαυρονικόλα)


Αν επιθυμείτε να στείλετε τις σκέψεις σας στο ως άνω διατυπωμένο ερώτημα  «Τι συμβαίνει, τι πάει στραβά και αυτή η Άνοιξη της ελληνικής μουσικής δεν έχει γίνει αντιληπτή από το ευρύ κοινό ή/και από την πολιτεία;» μπορείτε να το κάνετε στο [email protected]. Εκτιμώ ότι θα έχει ενδιαφέρον.


Photo Credit: Electric-Eye


Διαβάστε επίσης:

Γρίφος