Το θεατρικό έργο «Αβελάρδος και Ελοΐζα» του Γιάννη Καλαβριανού επιστρέφει στο ραδιόφωνο και ο ένας εκ των πρωταγωνιστων του, ο ηθοποιός Γιώργος Γλάστρας, απαντά στις ερωτήσεις του CultureNow για τη μεταφορά της παράστασης στο θέατρο, για τους δύο ιδιαίτερους χαρακτήρες που θα γνωρίσουμε εκ νέου ηχητικά μέσα από τον σταθμό 9.84, αλλά και για την επικαιρότητα, η οποία μας οδηγεί να φανταστούμε ένα καινούργιο μέλλον για το ελληνικό θέατρο!

Ο Αβελάρδος και η Ελοΐζα υπήρξαν ιστορικά πρόσωπα, ενώ η ζωή και ο παθιασμένος έρωτά τους, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και μελέτης για καλλιτέχνες και επιστήμονες των επόμενων αιώνων, γιγαντώνοντας τη φήμη τους.


-Θα θέλατε αρχικά να μας πείτε λίγα λόγια για την επιστροφή του θεάτρου στο ραδιόφωνο; Πώς σας φαίνεται η νέα αυτή πρωτοβουλία του Αθήνα 9.84;

Οι άνθρωποι θα έχουν πάντα την ανάγκη να λένε και να ακούνε ιστορίες. Να τις εντοπίζουν ή να τις εφευρίσκουν και να τις αναπαράγουν με όποιον τρόπο και με όποιο μέσο. Το ραδιόφωνο για μένα είναι το μέσο που μετά την ζωντανή αναπαράσταση με συγκινεί περισσότερο, γιατί αφαιρώντας προσθέτει. Αφαιρεί την εικόνα και έτσι προσφέρει στον ακροατή, σε μία κατ’ ιδίαν σχέση, πλήρη ελευθερία να φανταστεί τη μορφή των ηρώων, να τους ντύσει με τα κοστούμια που θέλει, να σκηνογραφήσει τα μέρη που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα, να τα φωτίσει με την ένταση που του δημιουργείται, να σκηνοθετήσει τις πιθανές αντιδράσεις τους και να βυθιστεί στις σιωπές τους. Γι’ αυτό βρίσκω τις απόπειρες της εποχής, όπως αυτή του Αθήνα 9,84, να έρθει το ραδιόφωνο, σε σχέση με την ανύπαρκτη κατά τα άλλα θεατρική παραγωγή, δυναμικά στην πρώτη γραμμή, ουσιαστική και ιαματική.

-Το έργο «Αβελάρδος και Ελοΐζα» έχει ανέβει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, αλλά και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Σας φάνηκε εύκολη η προσαρμογή του για το ραδιόφωνο;

Η προσαρμογή του έργου «Αβελάρδος και Ελοΐζα» είχε για μας, που υπήρξαμε μέρος και του αρχικού του σκηνικού ανεβάσματος, τεράστιο ενδιαφέρον. Το έργο διαθέτει μία αδιάκοπη εναλλαγή αφηγηματικών και αναπαραστατικών κομματιών. Εκεί λοιπόν που η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνή ήταν η αφήγηση, εδώ η μεγάλη πρόκληση ήταν οι διαλογικές σκηνές. Το έργο του Καλαβριανού διαθέτει τέτοια ένταση και πυκνότητα, διασχίζοντας με αστραπιαίες ταχύτητες γεγονότα, τόπους, χρόνους, συναισθήματα, που έχω μεγάλη προσμονή για το τελικό αποτέλεσμα. Νομίζω μετά τη σκηνή θα βρει στο ραδιόφωνο ακόμα έναν ιδανικό τόπο για να ξεδιπλώσει τα προσόντα του.

-Θα μπορούσατε να μας δώσετε λίγα στοιχεία για τον δικό σας ρόλο ως Αβελάρδος, αλλά και για αυτόν της Ελοΐζας, μιας κοπέλας της οποίας η πνευματικότητα και η φιλοδοξία υπερισχύει της μικρής της ηλικίας;

Ο Αβελάρδος ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος και φιλόσοφος του 12ου αιώνα στη Γαλλία. Η Ελοίζα ήταν μια πανέξυπνη και εξαιρετικά μορφωμένη κοπέλα, που μεγάλωνε με τον θείο της, εφημέριο του Παρισιού, και υπήρξε μαθήτρια του Αβελάρδου.

Υπήρξαν δύο εξαιρετικές προσωπικότητες, μαχητές της ζωής, με ελεύθερα και διψασμένα πνεύματα, με υπερβολικά αποθέματα πίστης – πίστη στη γνώση, στη λογική, στη ζωή, στον εαυτό τους, στο θεό αργότερα και φυσικά στον έρωτα όταν προέκυψε και στην αφοσίωση και την αγάπη όταν τους ζητήθηκε. Ο καθένας με τον τρόπο του εναντιώθηκε στην εποχή του και τις κατεστημένες αντιλήψεις και θεωρίες, αλλά και υπέμεινε με την ίδια δύναμη τα όποια δεινά του επιβλήθηκαν. Πάντα όμως με σημείο αναφοράς ο ένας τον άλλον.

-Η πλοκή βασίζεται στην αληθινή ιστορία αγάπης μεταξύ ενός 40χρονου θεολόγου-φιλόσοφου και μιας 16χρονης μαθήτριας του. Πιστεύετε πως αυτός ο έρωτας του 12ου αιώνα παραμένει επίκαιρος στις μέρες μας;

Το ζευγάρι, παρότι ήταν ελεύθερα πνεύματα, επηρεαζόταν αναπόφευκτα από την εποχή τους. Και έχει τεράστιο ενδιαφέρον να αναρωτηθεί κανείς όχι μόνο για την επικαιρικότητα της ιστορίας (ο έρωτας θα είναι πάντα επίκαιρος άλλωστε!) αλλά να δει κανείς όλα τα επιμέρους στοιχεία της με διπλή ματιά. Με τα μάτια του τότε και με τα μάτια του σήμερα. Για τον τρόπο εκπαίδευσης, τις κοινωνικές – πολιτικές – θεολογικές αντιλήψεις, τη σχέση μεταξύ Δασκάλου – Μαθητή, τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, το θεσμό του γάμου, το βαθμό επιβολής (που μπορεί να φτάνει και σε όρια πιθανής κακοποιητικής συμπεριφοράς) μεταξύ δύο ανθρώπων – μεταξύ φύλων – μεταξύ κοινωνίας και ατόμου – μεταξύ εξουσίας και πολιτών, τις έννοιες της αντίστασης και του συμβιβασμού, τους τρόπους επικοινωνίας και τον καθορισμό της “απόστασης” μεταξύ δύο ανθρώπων, της μεταφυσικής αναζήτησης και φυσικά της αντίληψης και πραγμάτωσης του έρωτα και της αγάπης.

-Θεωρείτε πως η επιλογή μιας τέτοιας ιστορίας σε μία πρωτόγνωρη περίοδο σκανδάλων για την ελληνική κοινωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί προκλητική;

Η ιστορία αυτή υπήρξε η ίδια σκάνδαλο της εποχής της. Από τότε ευτυχώς έχουμε προχωρήσει πολύ όσον αφορά στα δικαιωμάτων των ανθρώπων στη μόρφωση, στον έρωτα, στην αυτοδιάθεση, στην ελευθερία, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Παρ΄ όλα αυτά, οι επικαιρότητα μας υπενθυμίζει πως αυτός ο αγώνας θα συνεχίζει για πάντα, ποτέ δεν είναι περίοδος για επανάπαυση και πάντα υπάρχει περιθώριο υπέρβασης των περιορισμών που θα θέτει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Μακάρι οι υπερβάσεις αυτές να συμβαίνουν από έρωτα κι από αγάπη.

-Η πανδημία έχει δυστυχώς αλλάξει αρκετά την σχέση μας με το θέατρο. Θεωρείτε πως εναλλακτικά μέσα όπως το ραδιόφωνο ή το ίντερνετ μπορούν να αποκαταστήσουν την επαφή με το κοινό;

Πιστεύω πως ναι, μπορούν να αποκαταστήσουν τη σχέση με το κοινό, αλλά όχι να αντικαταστήσουν τη ζωντανή εμπειρία. Δεν τα εξομοιώνω όμως. Γιατί το Ραδιόφωνο έχει τη δύναμη να μετουσιώνει το υλικό του και καταφέρνει λόγω της αφαίρεσης να δημιουργεί μια νέου είδους εμπειρία, εξίσου ισχυρή με τη σκηνική αναπαράσταση. Ενώ οι διαδικτυακές αναμεταδόσεις υστερούν, κατά τη γνώμη μου, πολύ αφού δεν μεταμορφώνουν το υλικό, τουλάχιστον με τον τρόπο που γίνονται τώρα, και παραμένουν απλές καταγραφές ανίκανες να αιχμαλωτίσουν την ουσία μιας εμπειρίας που μένει τελικά αποκομμένη μακριά μας.

-Νιώθετε αισιόδοξος για το μέλλον του θεάτρου; Υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να υπάρξουν ριζικές αλλαγές στα κακώς κείμενα του χώρου;

Είμαι πάντα αισιόδοξος, ακόμα και όταν δεν μπορώ να οραματιστώ τις πιθανές μεταβολές. Το θέατρο αυτό καθ’ εαυτό δεν κινδυνεύει από τίποτα και θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι. Όσο για τις αλλαγές, έπρεπε να γίνουν και να ανατραπούν κακοποιητικές πρακτικές και συνήθειες του παρελθόντος. Χαίρομαι ιδιαιτέρως που αυτή η σημαντική αλλαγή επιτέλους πραγματοποιείται στον χώρο όπου έχω αφιερώσει το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου.

Διαβάστε επίσης:

Πλατεία Θεάτρου: Αβελάρδος και Ελοΐζα, του Γιάννη Καλαβριανού στο ραδιόφωνο!