Από τους πιο παραγωγικούς, πολύπλευρους και αναγνωρίσιμους Έλληνες σκηνοθέτες, ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει συνδέσει το όνομά του με αρκετές καθοριστικές φάσεις του ελληνικού θεάτρου. Σκηνοθέτης σε κρατικούς οργανισμούς και στην ελεύθερη σκηνή, ιδρυτής σημαντικών σχημάτων όπως η «Θεατρική Συντεχνία» και το «Θέατρο του Νότου», αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού επί πέντε χρόνια, έχει «χαρτογραφήσει» βαθιά το θεατρικό τοπίο και συνεχίζει ακόμη. Οι παραστάσεις του σχεδόν πάντα γίνονται αντικείμενο συζήτησης και μια μεγάλη μερίδα κόσμου θα τις παρακολουθήσει και μόνο επειδή φέρουν τη σκηνοθετική του υπογραφή.

Η συνέχεια της φετινής σεζόν τον βρίσκει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θέατρου να ασχολείται με το μολιερικό «Μισάνθρωπο» όπου πρωταγωνιστεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Πρόκειται για μια καλλιτεχνική συνάντηση που γεννά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Με αφορμή την συγκεκριμένη παράσταση, συζητήσαμε με τον Γιάννη Χουβαρδά για τον Μισάνθρωπο, τον τρόπο που εργάστηκε πάνω σε αυτό το εγχείρημα, όσα τον απασχολούν ως σκηνοθέτη, αλλά και την ευρύτερη σχέση του με την τέχνη, την οποία παρομοίασε με μια ποιητική «βουτιά στη θάλασσα».


– Ο «Μισάνθρωπος» είναι ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα ανεβάσματα της φετινής σεζόν. Τι βρίσκετε περισσότερο ελκυστικό στο συγκεκριμένο έργο;

Ένα από τα πιο ελκυστικά του στοιχεία είναι φυσικά ο κεντρικός ήρωας με την απολυτότητά του, το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του και την αντίδρασή του προς την κοινωνία όπως είναι τη δεδομένη στιγμή, η οποία δε διαφέρει και πάρα πολύ από την εποχή εκείνη. Η καθολική του σύγκρουση δηλαδή, με ό,τι ονομάζουμε κοινωνία: την παρέα, τη φιλία, τη συνεργασία, το συμβιβασμό, την αγάπη, την υποκρισία, την κάλυψη των μυστικών… Και επίσης πολύ ελκυστικός είναι ο ίδιος ο λόγος του έργου, που είναι έμμετρος και ομοιοκατάληκτος.

Είναι ένα ιδιαίτερο κείμενο, πολυσύνθετο, πολυεπίπεδο και δύσκολο στην εκφορά του, καθώς πρέπει να είναι ζωντανός ο λόγος, μα ταυτόχρονα αποτελεί και ένα μνημείο λόγου. Και τρίτο και πολύ σημαντικό, είναι ότι πρόκειται για ένα ζωντανό θέατρο. Περιέχει όλη τη γκάμα των θεατρικών υφών που μπορεί να φανταστεί κανείς: από την κωμωδία μέχρι την τραγωδία. Όπως το βλέπω εγώ, έχει και πιο σκοτεινούς τόνους στο επίκεντρό του. Αυτές οι πλευρές του λοιπόν ταιριάζουν και στη δική μου ψυχοσύνθεση και το κάνουν στα μάτια μου ιδιαίτερα γοητευτικό.

– Πώς επιλέξατε να δουλέψετε σκηνοθετικά πάνω σε αυτό; Με ποιον τρόπο φωτίζετε αυτές τις πλευρές του;

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν το «φωτίζω», πιο πολύ το σκοτεινιάζω. Αυτό που προσπάθησα να κάνω είναι να το φέρω στην εποχή μας, στη σημερινή πραγματικότητα, χωρίς όμως να το επικαιροποιώ με τέτοιο τρόπο που να γίνεται ενοχλητικό ή φθηνό. Να μπορεί δηλαδή ο θεατής να αναγνωρίζει τον εαυτό του, τη ζωή του και τους άλλους γύρω του. Κατά τα άλλα, είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια αέναη γιορτή, μια γιορτή που δε σταματά ποτέ, όμως κάπου έχει αρχίσει να ξεφτίζει, να χωλαίνει, να μελαγχολεί… Μέσα σε αυτή τη γιορτή υπάρχει χορός, μουσική, τραγούδι, βία, συγκρούσεις, γελοιότητα. Όλων των ειδών οι καταστάσεις που μπορεί κανείς να φανταστεί ότι συμβαίνουν μέσα σε ένα πάρτι.

Επιπλέον θέλω να πω ότι το χαρακτηριστικό που έχουν αυτά τα έργα είναι ότι δε χρειάζεται να προσπαθήσει κανείς να τα φέρει στο σήμερα. Είναι από μόνα τους σημερινά. Ειδικά αν έχει κάποιος στα χέρια του μια μετάφραση σαν αυτή της Χρύσας Προκοπάκη, που είναι αξεπέραστη, καθώς κρατά και το στοιχείο της εποχής, αλλά ταυτόχρονα ρέει μέσα της ο σύγχρονος λόγος. Η παράστασή μας έχει τη σημαντικότερη βάση. Από εκεί και πέρα, είναι θέμα και ηθοποιών. Και νομίζω ότι έχουμε τους ιδανικούς ηθοποιούς προς αυτήν την κατεύθυνση.

– Μιας και αναφέρεστε στους ηθοποιούς, πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Θέλετε να μας μιλήσετε για αυτή τη συνάντηση;

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός παίζει σπάνια πια σε παραστάσεις. Τελευταία φορά νομίζω πως ήταν ο «Φιλοκτήτης». Έτσι, αυτή εδώ είναι και μια σπάνια ευκαιρία για το κοινό να τον δει ως ηθοποιό, γιατί είναι ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης και ταιριάζει κατά τη γνώμη μου ιδανικά σε αυτό το ρόλο. Θα έλεγα ότι είναι ο πλέον κατάλληλος γιατί δεν είναι αυτό που λέμε κλασικός ηθοποιός. Είναι ένας άνθρωπος του θεάτρου. Εμένα με ενδιέφερε κυρίως η προσωπικότητά του, καθώς και η εργοβιογραφία του. Είναι κάποιος που έχει υπάρξει στην πρωτοπορία τόσα χρόνια, έχει δει απ’ έξω το mainstream. Αντίστοιχα και στην παράσταση ο ήρωας βλέπει από μακριά το κατεστημένο. Ο Μιχαήλ είναι η κατάλληλη επιλογή για να παίξει τον άνθρωπο που είναι ο outsider.

– Αλήθεια, εσείς θα ανεβαίνατε στο σανίδι για να σας σκηνοθετήσει κάποιος άλλος, έστω και σε ένα μικρό ρόλο; Θα το τολμούσατε αν υπήρχε εμπιστοσύνη;

Εξαρτάται. Προφανώς η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητο στοιχείο. Κοιτάξτε, εγώ εγκατέλειψα την ηθοποιία γιατί δυσκολευόμουν να εκτεθώ προσωπικά. Η υποκριτική θέλει πολύ μεγάλη δυνατότητα έκθεσης. Αυτό είναι κάτι που δε μπορεί να κάνει ο καθένας και για αυτό το λόγο αποφάσισα να είμαι από την άλλη πλευρά της σκηνής.

– Φαίνεται πάντως πως στις παραστάσεις σας επιλέγετε έναν σταθερό πυρήνα συντελεστών που κατά καιρούς διανθίζεται και με νέες φωνές.

Είναι λογικό γιατί με αυτούς μιλάμε κοινή γλώσσα. Με τους ανθρώπους που γνωριζόμαστε καιρό… «κόβουμε δρόμο». Δηλαδή, ξέρουμε σχεδόν από πριν μέχρι και τι θα σκεφτούν. Γλιτώνουμε πάρα πολύ χρόνο, κόπο και ενέργεια μιας και βρισκόμαστε στην ίδια γραμμή πλεύσης.

– Αν κάποιος παρακολουθεί τις δουλειές σας, διαπιστώνει μια τακτική χρήση της κάμερας. Μιλήστε μας για αυτήν την σκηνοθετική επιλογή.

Είναι από αυτά τα δύσκολα πράγματα που πρέπει κανείς να έρθει να δει την παράσταση για να καταλάβει. Γιατί όσο και να εξηγήσω εγώ, δεν θα είναι αποτελεσματικό εάν ο θεατής δεν επικοινωνήσει με το μέσο αυτό.

Το θέατρο είναι ένα μέσο και μετά βάζεις και ένα δεύτερο μέσο που είναι ο κινηματογράφος. Η κάμερα είναι πολλά πράγματα, με πρώτο και βασικότερο τον κινηματογράφο. Έτσι λοιπόν, για μένα ο Αλσέστ είναι σαν ένας σκηνοθέτης, ένας δημιουργός παραδείγματος χάρη σαν τον Γκοντάρ, ο οποίος έχει ακολουθήσει μια παρόμοια πορεία, βρέθηκε από την άλλη μεριά της κοινωνίας, την κριτίκαρε πάρα πολύ σκληρά και χρησιμοποίησε το φακό σαν ένα όχημα ιδεών. Η κάμερα είναι ένα μέσο δια του οποίου ρίχνουμε ένα βλέμμα στον κόσμο. Ο Αλσέστ ρίχνει ένα πολύ κλινικό βλέμμα στον κόσμο. Όσο και αν ξέρουμε ότι είναι μελαγχολικός, δηλαδή έχει μαύρη χολή, η χολή του γεμίζει συνεχώς αίμα και εκτοξεύεται στο κεφάλι του με τα γνωστά επακόλουθα, το βλέμμα του πάνω σε αυτήν την κοινωνία για να μπορέσει να αντέξει και να βρίσκεται μέσα εκεί, είναι ψυχρό, παγωμένο. Και σε αυτό βοηθά να το κάνουμε σαφές η χρήση μιας κάμερας , η οποία συμβάλλει στο να συλλάβουμε και στιγμές από την κοινωνία. Κάτι που δε θα γινόταν με διαφορετικό τρόπο. Η κάμερα μεγενθύνει, μικραίνει, αποστασιοποιεί, φέρνει πιο κοντά, αλλοιώνει, ασχημαίνει, ομορφαίνει. Όλα αυτά που δε μπορούμε να κάνουμε εμείς από μόνοι μας.

Είναι δύσκολο να το εξηγήσεις. Είμαστε όμως, όλοι μας εξοικειωμένοι, σχεδόν εθισμένοι. Για παράδειγμα το κινητό μας το χρησιμοποιούμε πολλές φορές την ημέρα για να φωτογραφίσουμε, να δούμε πράγματα μέσα από το φακό του. Όλο τον κόσμο πια τον βλέπουμε μέσα από οθόνες. Επομένως η κάμερα επί σκηνής είναι σαν δεύτερο μάτι πάνω στην κοινωνία.

– Κατά καιρούς αναστοχάζεστε πάνω σε προηγούμενες δουλειές σας ; Έχετε πει ποτέ για κάτι «τώρα θα το έκανα διαφορετικά»;

Πολύ σπάνια. Γενικώς πιστεύω πως ό,τι έγινε, έγινε και δεν ξαναγυρίζει πίσω. Αυτό το καλό έχει το θέατρο. Εγώ δεν είμαι από αυτούς που επισκέπτονται ξανά έργα που έχουν ολοκληρωθεί. Ποτέ μη λες ποτέ βέβαια, αλλά δεν είναι μέσα στη νοοτροπία μου. Βλέπω πάντοτε μπροστά. Το οποιοδήποτε λάθος και την οποιαδήποτε μεταβολή ή διόρθωση θέλω να κάνω, προτιμώ να την ενσωματώσω σε μια επόμενη δουλειά.

– Επηρεάζεται η ματιά σας πάνω σε έργα και ρόλους από διάφορες συνθήκες, είτε αυτές αφορούν μια καθοριστική «επικαιρότητα», είτε κάτι βαθιά προσωπικό που σας απασχολεί την συγκεκριμένη περίοδο;

Μόνο έμμεσα και ασυνείδητα. Δε με ενδιαφέρει καθόλου να χρησιμοποιήσω το θέατρο για να μιλήσω για την πραγματικότητα με τρόπο επίκαιρο, άμεσο ή πολύ κυριολεκτικό. Αυτό το κάνει με επιτυχία η επιθεώρηση ή ένα κείμενο που γράφεται για πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Εμένα δε με ενδιαφέρει να κάνω αυτή τη δουλειά.

– Γενικά σας αγγίζουν οι κριτικές; Έχει τύχει να σας επηρεάσει κάποια θετική ή πολύ αρνητική κριτική; Ή δεν σας απασχολεί;

Ναι, με αγγίζουν οι αρνητικές κριτικές, με επηρεάζουν, αλλά δε με πτοούν. Όπως επίσης και μια αντίστοιχη εξαιρετική κριτική θα μου δώσει μια στιγμιαία χαρά, αλλά από εκεί και πέρα ξέρω ότι ένας κριτικός είναι ένας θεατής. Είτε καλή είτε κακή κριτική γράψει, έχει την ίδια θέση μέσα μου, που έχει και ένας θεατής της παράστασης ο οποίος συμπτωματικά δεν έχει το μικρόφωνο να μιλήσει ή μια σελίδα να γράψει.

– Εσάς γενικά ποιες παραστάσεις θα λέγατε ότι σας γοητεύουν ως θεατή;

Οι παραστάσεις που έχουν κάποιο σοβαρό λόγο να γίνουν. Με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

– Μετά το «Μισάνθρωπο» τι ακολουθεί;

Μετά το «Μισάνθρωπο» ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου. Αλλά θα μου επιτρέψετε να μην αποκαλύψουμε πολλά για αυτό το «λάθος» ακόμη.

– Αλήθεια, θα αναλαμβάνατε ξανά την καλλιτεχνική διεύθυνση ενός οργανισμού; Όχι απαραιτήτως κρατικού όπως ήταν το Εθνικό Θέατρο, αλλά γενικά θα σας ενδιέφερε κάτι τέτοιο;

Του Υπουργείου Αμύνης ας πούμε… (χαμογελά) Ή του Υπουργείου Αμύνης του Εθνικού… Το ‘χω κάνει κατά καιρούς… Θα σας πω. Οι διευθυντικές θέσεις είναι κάτι που έχω «χορτάσει». Αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει η δουλειά μου ως καλλιτέχνη και προς το παρόν δε με απασχολεί κάτι άλλο.

– Ως άνθρωπο η ενασχόληση με την τέχνη τι έχει προσφέρει στη ζωή σας;

Τα πάντα. Διέξοδο, σωτηρία, καταδίκη, όμορφες και άσχημες στιγμές… Όλα όσα συνθέτουν την ίδια τη ζωή. Εμείς που ασχολούμαστε με την τέχνη, καλώς ή κακώς μπαίνουμε μέσα της  όπως μπαίνει κάποιος μες στη θάλασσα. Για να την καταλάβει πρέπει να βουτήξει ολοκληρωτικά. Όταν συμβεί αυτό, βγαίνει έξω και μπορεί να είναι είτε αναζωογονημένος είτε εξουθενωμένος. Μέχρι στιγμής μετά από κάθε βουτιά βγαίνουμε στη στεριά. Αλλά κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί για την επόμενη φορά.


Φωτογραφία Γιάννη Χουβαρδά: ©Εύη Φυλακτού


Διαβάστε επίσης:

Ο «Μισάνθρωπος» του Μολιέρου από τον Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο