Γραμμένη στα 1838, η πραγματεία «Για τη συνήθεια» του γάλλου φιλοσόφου Felix Ravaisson (1813-1900) συμπυκνώνει τον φιλοσοφικό στοχασμό αριστοτελικής έμπνευσης γύρω από ένα θέμα που άπτεται της συγκρότησης του εαυτού, όπως είναι η έξη, η συνήθεια, με σκοπό να υπερβεί την καντιανή αντινομία μεταξύ Φύσης και Ελευθερίας, μέσω της ιδέας ότι οι συνήθειες αποτελούν δεύτερη φύση. Επειδή η σχετική μελέτη βασίστηκε τόσο για τον καρτεσιανό όσο και για τον καντιανό στοχασμό στην οντολογική διχοτόμηση μεταξύ πνεύματος και σώματος, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πραγματεία αυτή του Ravaisson αναγνωρίστηκε στη Γαλλία του 19ου αιώνα ως ένα «κλασικό» έργο, για να χαθεί από το προσκήνιο στο πέρασμα προς τον 20ό αιώνα. Επίσης, δεν είναι διόλου τυχαίο ότι επανήλθε στο προσκήνιο μέσω της έκφρασης φιλοσοφικού θαυμασμού του Martin Heidegger και της σύνδεσής του με τη φαινομενολογική και υπαρξιστική προβληματική.

Οι λογοτεχνικές επιρροές του περιβάλλοντος του Ravaisson (Balzac, Alfred de Musset, Ampere, Chateaubriand και Lamartine) καθιστούν την πραγματεία του μια αναγνωστική -και ενδεχομένως εθιστική- απόλαυση.

Η συνήθεια, υπό την ευρύτερη έννοια, είναι ο γενικός και μόνιμος τρόπος του είναι, η κατάσταση μιας ύπαρξης αν την εννοήσουμε είτε ως σύνολο των στοιχείων της είτε ως διαδοχή των περιόδων της. […] Αλλά ό,τι ειδικά εννοούμε ως «συνήθεια», και με αυτό ασχολείται τούτη η εργασία, δεν είναι μόνο η επίκτητη συνήθεια, αλλά η κεκτημένη συνήθεια, ως συνέπεια μιας μεταβολής, σε σχέση με την ίδια τη μεταβολή που την προκάλεσε.