Η γραφή της Έλενας Πέγκα είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες στον ελληνικό θεατρικό χώρο. Πολυδιάστατη συγγραφέας και σκηνοθέτιδα, είδε τα έργα της να ανεβαίνουν σε σημαντικές σκηνές ήδη από την δεκαετία του ’90, όταν επέστρεψε από πολύχρονες σπουδές στην Αμερική. Έκτοτε, πολλές δημιουργίες της έχουν φιλοξενηθεί σε καλλιτεχνικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ενώ διάφορα κείμενά της μπορεί να βρει κανείς ως ολοκληρωμένες εκδόσεις σε βιβλιοπωλεία. Όλα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για έναν θεατρικό – κατά βάση – συγγραφέα σήμερα μιας και όπως λέει η ίδια «στο ελληνικό θεατρικό τοπίο των τελευταίων χρόνων κυριαρχεί το θέατρο των σκηνοθετών και των πρωταγωνιστών και όχι, έστω ισοδύναμα, των θεατρικών συγγραφέων».

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2018, παρουσιάζεται το νέο έργο «ΠορνοστάρΗ αόρατη βιομηχανία του σεξ«, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και μια πολύ αξιόλογη ομάδα συντελεστών. Έχοντας αυτό ως καλή αφορμή, μας δίνεται η ευκαιρία να μάθουμε περισσότερα για την συγκεκριμένη παράσταση, αλλά και να περιηγηθούμε στην προσωπική γραφή της Έλενας Πέγκα, η οποία «θέτει ως επίκεντρο το ανθρώπινο σώμα σε όλες του τις διαστάσεις».


– Η «Πορνοστάρ», μια νέα δημιουργία με εκλεκτούς συντελεστές, παρουσιάζεται στο Φεστιβάλ Αθηνών. Πώς προέκυψε αυτό και ποια στοιχεία του όλου εγχειρήματος βρίσκετε περισσότερο ενδιαφέροντα;

Το νέο αυτό έργο προέκυψε σαν συνέχεια της θεματολογίας που με απασχολεί σε σχέση με το ανθρώπινο σώμα και πρόσωπο. Είναι ένα θέμα που διατρέχει την δουλειά μου. Πέρσι είχα κάνει το «Θα πεθάνω αν πεθάνεις» που αφορούσε σε παραβατικές πράξεις νέων που έφταναν ως το έγκλημα. Πρόπερσι είχα ασχοληθεί με τον «Φόβο» του Τσβάιχ που έδειχνε πρόσωπα και σώματα υπό την κυριαρχία του κοινωνικού φόβου. Πιο πριν, το «Γυναίκα και Λύκος» που έδειχνε την σωματοποίηση άγριων ενστίκτων.  Πιο παλιά ήταν το «Χέρι» και ο «Νάρκισσος» κοκ.

Οπότε και το πορνό είναι ένα ακόμη πεδίο που με ενδιαφέρει. Το έργο μου εμπνέεται από τις ιστορίες του Μπολάνιο «Προεικόνιση του Λάλο Κούρα» και «Τζοάννα Σιλβέστρι». Διαβάζοντας τις δύο ιστορίες του που έχουν ήρωες πορνοστάρ, η μία έναν άντρα, η άλλη μία γυναίκα, μου γεννήθηκε η ιδέα για αυτό το έργο, θέλησα να δω τους ήρωές του στη σκηνή, θέλησα να σωματοποιήσω τα συναισθήματα και τις καταστάσεις που ο Μπολάνιο θίγει με τον λόγο. Ο Μπολάνιο δεν έγραψε θέατρο και τα πρόσωπα στις δύο ιστορίες του δεν συνδέονται. Το έργο που προέκυψε δεν είναι διασκευή, αλλά πρωτότυπο.

Το πορνό λειτουργεί φαντασιακά.  Πώς μπορείς να μιλήσεις για αυτό στη σκηνή;  Θέλησα να δω και να δείξω τα πρόσωπα μέσα από μία απρόσωπη βιομηχανία που δείχνει σώματα, ενώ κρύβει πρόσωπα.

– Μιλήστε μας περισσότερο για τα έργα του Μπολάνιο που αποτέλεσαν την πηγή σύνθεσης του έργου καθώς και το τι σας κεντρίζει στην γραφή του.

Μου είναι οικεία η γραφή του πρόωρα χαμένου Χιλιανού συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953-2003). Στις ιστορίες του μιλά για εγκλήματα, σωματικά αλλά και εγκλήματα του πολιτισμού μας. Έχει πάθος με αποτυπώματα, ίχνη, μυστικά. Ερωτισμός, μυστήριο, ανησυχία και μοναξιά περιβάλλουν τους ήρωες του, που πολλοί από αυτούς είναι πλάνητες, αναζητούν ένα εξαφανισμένο πρόσωπο. Και ο τρόπος που μιλάνε, σα να προσπαθούν να διαβάσουν εκ νέου τον κόσμο και τα φαινόμενα, με φέρνει μέσα τους.

Αλλά, αλλιώς λειτουργεί η λογοτεχνία και αλλιώς το θέατρο. Αλλιώς είναι να διαβάζεις και αλλιώς να βλέπεις τα πρόσωπα ζωντανά να μιλούν.

– Υπάρχουν πράγματα που αναθεωρήσατε και είδατε υπό άλλο πρίσμα, ως προς αυτήν την «αόρατη βιομηχανία του σεξ» και κυρίως τους ανθρώπους της, κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής του έργου;

Υπάρχει μία παρεξήγηση πως το πορνό είναι πορνεία. Δεν είναι το ίδιο. Το γεγονός πως υπάρχει αυτή η βιομηχανία που είναι τρομερά διαδεδομένη, δείχνει ποιο είναι το συλλογικό φαντασιακό σχετικά με το σεξ και ότι υπάρχει αυτή η ανάγκη αναπαράστασης του.  Συχνά γελάμε και το κοροϊδεύουμε, το υποτιμούμε, το θεωρούμε ταμπού, αλλά πρόκειται για μία πανίσχυρη αόρατη βιομηχανία, που ειδικά με την διάδοση του ίντερνετ και της τεχνολογίας, εισβάλει στο ασυνείδητο των ανθρώπων. Γενιές νέων ανθρώπων μεγαλώνουν με την εντύπωση πως το σεξ είναι το σεξ στο πορνό και αυτό ψάχνουν.

Διάβασα πως στην Ιαπωνία που οι άνθρωποι έχουν πάθος με την τεχνολογία και περνάνε τις ζωές τους μπροστά στην οθόνη, κάνουν ελάχιστα σεξ. Δεν τους ενδιαφέρει η σωματική επαφή. Δεν τους ενδιαφέρει το αληθινό σώμα. Τους ενδιαφέρουν οι εικόνες. Τα επόμενα πενήντα χρόνια, οι προηγμένες χώρες θα συρρικνωθούν πληθυσμιακά, καθώς δεν θα γεννιούνται παιδιά, ενώ σε χώρες με λιγότερη τεχνολογία θα αυξάνεται ο πληθυσμός τους.

– Με κάποιους από τους βασικούς συντελεστές της παράστασης, όπως ο Κωνσταντίνος Ρήγος και η Θεοδώρα Τζήμου, έχετε συνεργαστεί αρκετές φορές. Πώς έχει διαμορφωθεί η σκηνική σας επικοινωνία μέσα στα χρόνια και τι σημαίνει για εσάς η σταθερότητα στην επιλογή των συνδημιουργών μιας παραγωγής;

Πράγματι, ο Κωνσταντίνος και η Θεοδώρα είναι στενοί μου συνεργάτες και συνομιλητές πολλά χρόνια. Με τον Κωνσταντίνο δουλεύουμε από το 1998, όταν ανέλαβε την κίνηση για το έργο μου «Βαλς Εξιτασιόν» που ανέβασε ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Θέατρο Αμόρε και την ίδια χρονιά έγραψα τα κείμενα για τον «Ίκαρο» του Κωνσταντίνου που είχε κάνει με την Οκτάνα στο Μέγαρο Μουσικής. Είκοσι χρόνια. Και με τη Θεοδώρα συνεργαζόμαστε από το 2002. Και με τον σκηνογράφο της παράστασης, τον Valentino Marengo, δουλεύουμε από το 1998.

Είναι οι συνεργάτες για τους οποίους μπορώ να πω ότι καθόρισαν τη δουλειά μου, αλλά και την ζωή μου στο θέατρο.  Ο δεσμός μου με τον κάθε έναν έχει επιδράσει σε επιλογές που έχω κάνει, έχει συμβάλλει στην διαμόρφωση, όχι μόνο της πορείας μου, αλλά και του τρόπου που κάνω θέατρο. Και λέω «κάνω θέατρο», γιατί πάντα με ενδιέφερε η πράξη του θεάτρου, να είμαι στις πρόβες, να σκηνοθετώ, και όταν γράφω να γράφω για την σκηνή, για αυτό που θα διαδραματιστεί, δηλαδή θα περάσει από την φαντασία στην πράξη.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κωνσταντίνος είναι πρωτίστως χορογράφος, καθώς όπως είπα και πιο πάνω το σώμα είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντός μου. Με τα χρόνια η σκηνική επικοινωνία με στενούς συνεργάτες εξελίσσεται και βαθαίνει, καθώς το θέατρο είναι συλλογική δουλειά. Βάζει το «εγώ» του καλλιτέχνη σε δοκιμασία, το αξιοποιεί, ενώ το υποτάσσει στο συνολικό αποτέλεσμα, βάζει όρια και συγχρόνως ελευθερώνει δυνάμεις μέσα στον καθένα μας. Η σταθερότητα στην επιλογή των συνδημιουργών μίας παραγωγής είναι πολύτιμη. Πάντα επιδίωκα να έχω ομάδα, να ανήκω σε ομάδα.  Στο μέτρο του εφικτού, συνεχίζω να το επιδιώκω.

– Από πού αντλείτε κάθε φορά έμπνευση στην συγγραφή θεατρικών κειμένων; Υπάρχουν συγκεκριμένες θεματικές που σας απασχολούν ιδιαίτερα ως άνθρωπο;

Όπως είπα, τα θεατρικά έργα που γράφω έχουν σαν θέμα του το ανθρώπινο σώμα.  Ως φορέα κοινωνικών καταστάσεων, υπαρξιακών αναζητήσεων, πολιτικών προβολών, αλλά και προσωπικών συναισθημάτων. Ως καταναλωτή της βιομηχανίας των ρούχων, της μόδας, της τεχνολογίας, της ποπ κουλτούρας, και του πορνό. Με ενδιαφέρει το σώμα που εγείρεται, που πάσχει, που ζητά να ελευθερωθεί και που δεν μπορεί.

– Εσείς προσωπικά πώς θα χαρακτηρίζατε και πού θα κατατάσσατε τη γραφή σας;

Μάλλον πρόκειται για αντισυμβατική γραφή, προσωπική. Θίγω ζητήματα πολιτικά, κοινωνικά, φύλλου. Δεν γράφω ηθογραφίες. Ούτε αστικό θέατρο. Στα έργα μου δεν θα δείτε μία ελληνική οικογένεια να καυγαδίζει μέσα στο καθιστικό τους. Από την άλλη, δεν θα έλεγα πως τα έργα μου είναι αποσπασματικά. Με ενδιαφέρει η κατασκευή πέρα από τον λόγο.

– Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε ένας τόμος επιστημονικής έρευνας για την καλλιτεχνική σας πορεία, ενώ τα έργα σας ταξιδεύουν συχνά σε ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ. Πείτε μας για αυτό το βιβλίο. 

Ναι, κυκλοφόρησε από την Κάπα Εκδοτική «Το Θέατρο της Ελενας Πέγκα», ένα βιβλίο για το σύνολο των θεατρικών μου έργων γραμμένο από την Ουρανία Αναγνώστου, η οποία τα μελέτησε, τα οργάνωσε σε ενότητες. Πέρα από το επιστημονικό του μέρος, το βιβλίο προκαλεί τον διάλογο γύρω από την σύγχρονη δραματουργία. Τι θεατρικά έργα γράφονται σήμερα; Όχι, μόνο στην Ελλάδα…

– Δεδομένου ότι είστε ιδιαιτέρως παραγωγική και βρίσκεστε στον χώρο πολλά χρόνια, πώς θα κρίνατε την σημερινή ελληνική θεατρική γραφή γενικώς; Υπάρχουν κάποια στοιχεία σε αυτήν που θεωρείτε ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα;

Στο σύγχρονο ελληνικό θεατρικό τοπίο των τελευταίων είκοσι χρόνων κυριαρχεί το θέατρο των σκηνοθετών και των πρωταγωνιστών και όχι, έστω ισοδύναμα, των θεατρικών συγγραφέων. Ίσως, γιατί οι σκηνοθέτες ή οι πρωταγωνιστές είναι αυτοί που ανοίγουν θέατρα, φτιάχνουν θιάσους, οργανώνουν παραγωγές. Δεν υπάρχει συστηματική παραγωγή ελληνικών θεατρικών έργων από τις κρατικές σκηνές, δεν υπάρχουν αναθέσεις, πλέον, σε καταξιωμένους συγγραφείς, ούτε οι ομάδες που δουλεύουν χωρίς έτοιμα έργα, αλλά με άλλα υλικά, δεν παίρνουν ποτέ έναν συγγραφέα. Όλα αυτά έχουν αποδεκατίσει την σύγχρονη θεατρική γραφή. Βέβαια, υπάρχουν οι εξαιρέσεις πολύ λίγων ανθρώπων που επιμένουν, αλλά είναι θέμα χρόνου να εξαλειφτούν και αυτοί.

– Ετοιμάζετε κάτι άλλο για το κοντινό μέλλον; Υπάρχουν κάποια ανακοινώσιμα σχέδια;

Γράφω ένα μυθιστόρημα. Εδώ και ενάμιση χρόνο.


Διαβάστε επίσης:

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος σκηνοθετεί μια «Πορνοστάρ» στο Φεστιβάλ Αθήνων