«Το πρόβλημα των ελληνικών Μουσείων έχει να κάνει με το πνεύμα που διέπει τον διοικητικό τους μηχανισμό, με τις δυνατότητες της ελευθερίας και της αυτενέργειας που διαθέτουν, με την απουσία ενός συγκροτημένου ιδεολογικού στόχου και με τη συνειδητοποίηση του λεγόμενου κοινωνικού χρέους. Θέλω να πω ότι θα έπρεπε επιτέλους να αρχίσουμε να μιλάμε υπεύθυνα για ζητήματα πιο ενδιαφέροντα από τα τετριμμένα και τα προφανή.» – Άγγελος Δεληβορριάς, περιοδικό Momento, Δεκέμβριος 2011

Ο Άγγελος Δεληβορριάς άφησε πίσω ένα πλούσιο έργο, τόσο στο Μουσείο Μπενάκη, όσο και γενικότερα στο πολιτιστικό τοπίο της Ελλάδος, με ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον παραδοσιακό πολιτισμό ειδικότερα και τη λεγόμενη «Λαϊκή Τέχνη».

Ακολουθεί η ανακοίνωση του Μουσείου Μπενάκη για τον θάνατο του Άγγελου Δεληβορριά:

«Η Διοικητική Επιτροπή του Μουσείου Μπενάκη και το προσωπικό του Ιδρύματος εκφράζουν τη βαθύτατή τους θλίψη για την απώλεια του Ακαδημαϊκού και Καθηγητή Άγγελου Δεληβορριά, ο οποίος επί 45 χρόνια ηγήθηκε του Ιδρύματος από τις θέσεις του Διευθυντή και του μέλους της Διοικητικής του Επιτροπής.

Η ευρύτητα του πνεύματος, η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, η ακατάπαυστη εργατικότητα και η αστείρευτη δημιουργικότητα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, είτε προσωπικά είτε μέσα από το τόσο σημαντικό έργο του.

Η απώλεια είναι δυσβάστακτη.»

Η κηδεία του Άγγελου Δεληβορριά θα γίνει δημοσία δαπάνη, την Παρασκευή 27/4 στο Α΄Νεκροταφείο, στις 14.00 μ.μ.

Λίγα λόγια για τον Άγγελο Δεληβορριά

Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας και μετεκπαιδεύθηκε στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Κατά την περίοδο 1965-1969 υπηρέτησε ως επιμελητής αρχαιοτήτων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και ακολούθως μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Tübingen, από το Πανεπιστήμιο του οποίου πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1972. Το 1972-1973 παρακολούθησε συναφή μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην École Pratique des Hautes Études, αναλαμβάνοντας εν συνεχεία τη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη, όπου παρέμεινε από το 1973 μέχρι το 2015. Το 1992 είχε εκλεγεί τακτικός καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου δίδαξε Ιστορία της Τέχνης έως το 2005.

Έδώσε δεκάδες διαλέξεις και συμμετείχε σε συνέδρια πολλών επιστημονικών και μουσειακών κέντρων της Ευρώπης και της Αμερικής. Το συγγραφικό του έργο καλύπτει ζητήματα Κλασικής Αρχαιολογίας, Ιστορίας της Τέχνης, Μουσειολογίας και παραδοσιακού πολιτισμού. Το ερευνητικό ενδιαφέρον του για τον παραδοσιακό πολιτισμό ειδικότερα και τη λεγόμενη «Λαϊκή Τέχνη» αναπτύχθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, η ριζική ανάπλαση και ο αναπροσανατολισμός της φυσιογνωμίας του οποίου προσγράφονται και διεθνώς στα επιτεύγματα των νεότερων μουσειακών κατακτήσεων.

Συμμετείχε ως μέλος σε μεγάλο αριθμό επιτροπών, επιστημονικών εταιρειών, ιδρυμάτων και τιμήθηκε με ανώτατες διακρίσεις στη Γαλλία (Chevalier de l’Ordre des Arts et des Lettres, 1999), την Ελλάδα (Ταξιάρχης του Τάγματος του Φοίνικος, αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, 2000) και την Ιταλία (Ordine della Stella della Solidarieta Italiana, 2008).

Ήταν επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Αιγαίου (2005), Θεσσαλονίκης (2016), Θράκης (2016) και μέλος της Academia Scientiarium et Artium Europae (1991), της Academia Europaea (1992) και της Academia Nazionale dei Lincei (2015). Εξελέγη από την ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών τακτικό μέλος στην προκηρυχθείσα έδρα Αρχαιολογίας-Μουσειολογίας (2016) και, πρόσφατα, του απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Πολιτισμού Gina Bachauer- Νικολάου Δούμπα (2017).


Φωτογραφίες: ©Βιργίλιος Τσιούλλι


Διαβάστε επίσης:

Άγγελος Δεληβοριάς: Τα Μουσεία είναι τα πρώτα θύματα της οικονομικής κρίσεως