Το έργο Push-Up το έγραψε ο Roland Schimmelpfennig το 2001. Μας μεταφέρει στα άδυτα μιας πολυεθνικής, οπού έξι εργαζόμενοι χωρίζονται σε τρία διαφορετικά ζευγάρια, με βασικό χαρακτηριστικό την εξουσία που είτε ασκούν, είτε υπομένουν, ανάλογα το φύλο τους, την ηλικία τους, τη θέση τους μέσα στην εταιρία, μα πάνω απ’ όλα με ώθηση την υπέρμετρη φιλοδοξία τους. Tο Push-Up παραμένει επίκαιρο, επειδή δεν επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη εποχή, αλλά σε μια δομή εξουσίας που αλλάζει συνεχώς μορφή.

Η άνοδος («push up») σημαίνει κυριολεκτικά και μεταφορικά πάτημα πάνω στους άλλους. Οι έξι χαρακτήρες του έργου, δεν σταματούν να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, να ασκούν ψυχολογική και γλωσσική βία ο ένας πάνω στον άλλον, να μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον και να μην επικοινωνούν ποτέ. Αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τη δουλειά τους και η προσωπική τους αξία ταυτίζεται με την επαγγελματική τους θέση. Όποιος «πέφτει», παύει να υπάρχει. Κι όμως και οι έξι αυτοί χαρακτήρες είναι απίστευτα μόνοι, με μηδέν ή υπέρμετρη αλλά άνευ ουσίας σεξουαλική ζωή, χωρίς προσωπικές στιγμές ευχαρίστησης ενώ πασχίζουν να δείξουν το ακριβώς αντίθετο: κοινωνικοί, ευτυχισμένοι, πετυχημένοι. Μπαίνουν σε έναν φαύλο κύκλο, αλλάζοντας συνεχώς ρόλους, γνωρίζοντας πολύ καλά πώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να τους καταπιεί ένα σύστημα που καταβροχθίζει όποιον μένει στάσιμος.

Πρόκειται για μια αρένα με άγρια θηρία, γι’ αυτό επιλέξαμε η παράσταση μας, να ξεκινάει με ένα ξέφρενο πάρτυ, μια χορευτική αρένα, με δυνατή μουσική και έντονο χορό, μια γιορτή στον 16ο όροφο της Εταιρίας, οπού ακόμα και εδώ, οι έξι φιλόδοξοι εργαζόμενοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους, ποιος είναι πιο ευτυχισμένος, πιο όμορφος, πιο ταλαντούχος, πιο σέξι, πιο πολλά υποσχόμενος, ποιος χορεύει καλύτερα, ποιος πίνει περισσότερο, ποιος κάνει το καλύτερο ή το περισσότερο σεξ. Περισσότερο θυμίζουν καλλιτέχνες σε οντισιόν για μια μεγάλη φιλόδοξη παραγωγή του Χόλυγουντ, παρά υπαλλήλους μιας πολυεθνικής εταιρίας.  Κι ενώ η μουσική χαλαρώνει, το πάρτυ δείχνει να φτάνει προς το τέλος του, οι «αποδομημένοι» χορευταράδες αντί να δείχνουν ξεθεωμένοι, αρχίζουν να «δομούνται» σιγά-σιγά σε corporate μέλη μιας Εταιρίας, φορούν τα κοστούμια τους, φέρνουν τα γραφεία, τις roll chair καρέκλες και τους υπολογιστές τους και ξεδιπλώνουν τους πραγματικούς εαυτούς τους, με τον έναν και μοναδικό στόχο: την κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας.

Μπροστά μας παρατίθενται τα τρία ζευγάρια που μας αφορούν σε διαδοχικές σκηνές: Η γυναίκα του ιδιοκτήτη της Εταιρίας που ασκεί όλη την εξουσία της σε μια πολύ νεότερη αδίστακτη υπάλληλο, που όχι μόνο τη ζηλεύει αλλά και τη φοβάται. Δύο ανερχόμενα στελέχη, ένας άνδρας και μια γυναίκα που έχουν συνευρεθεί στο πάρτι της Εταιρίας για ένα περιστασιακό σεξ μέσα στο γραφείο του ιδιοκτήτη, καλούνται να συνεργαστούν για τη νέα καμπάνια της Εταιρίας, Τέλος, ο μεγαλύτερος σε ηλικία εργαζόμενος της Εταιρίας, λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του, ονειρεύεται τη νέα θέση στο παράρτημα που ανοίγει η Εταιρία στο Ντουμπάι, αλλά έχει να ανταγωνιστεί τον νεαρό, εθισμένο στο διαδίκτυο, αλλά τάχιστα ανερχόμενο προστατευόμενό του. Και τα τρία αυτά ζευγάρια των ηρώων είναι στην ουσία οι δύο όψεις του ίδιου χαρακτήρα. Ο ισχυρός και ο ανίσχυρος, ο πετυχημένος και ο αποτυχημένος, ο θύτης και το θύμα. Καθρεφτίζονται ο ένας στον άλλον, την ίδια στιγμή που κατασπαράζουν τον πιο αδύναμο εαυτό τους. Ποιος όμως είναι ο αδύναμος και ποιος ο δυνατός; Ποιος το ορίζει αυτό;

Το έργο είναι γεμάτο ανατροπές, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, τα πρόσωπα αλλάζουν τους ρόλους τους, οι συμπεριφορές δεν είναι ξεκάθαρες. Χαρακτηριστικό του συγγραφέα που αποκρύπτει τη βία πίσω από μια επίφαση corporate ευγένειας, που χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις που διαμορφώνουν μια αόρατη απειλή κι ένα χιούμορ που αποκαλύπτει τις πιο οδυνηρές συναισθηματικές εξάρσεις. Ο ρόλος του επιστάτη στο τέλος του έργου λειτουργεί καταλυτικά. Ξεκαθαρίζει τα πράγματα και δίνει αναπάντεχες απαντήσεις. Μας δίνει μια γεύση «ανθρωπίλας», αλλά δεν τον βλέπουμε ποτέ. Όπως δεν βλέπουμε ποτέ και τον διευθυντή της εταιρίας τον Κράμερ. Τυχαίο; Το χαμηλότερο στέλεχος και το ψηλότερο στέλεχος της πυραμίδας της εξουσίας δεν φαίνονται ποτέ. Κι όμως όσα κάνουν κι όσα λένε αφήνουν σκληρό αποτύπωμα σε έξι ανθρώπους που ανεβοκατεβαίνουν την πυραμίδα σαν να βρίσκονται σε ένα τρελό roller coaster, χωρίς να φτάνουν ποτέ στο στόχο τους, αφού αυτός όσο περισσότερο τον πλησιάζουν τόσο και απομακρύνεται.

Το έργο Push-Up είναι ένας καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας, οπού όλοι με κάποιο τρόπο ταυτιζόμαστε, γιατί όλοι κάπως – κάποτε έχουμε κάνει push-up, έχουμε ασκήσει ή έχουμε υπομείνει μια εξουσία που δεν μας αρμόζει, χωρίς να αντιληφθούμε πώς και πότε έγινε αυτό, αφού όλοι μας αποτελούμε γρανάζια ενός συστήματος, που μας οδηγεί, μας παρασύρει και μας κάνει να χάνουμε όλο και περισσότερο τις ηθικές αξίες μας και τις ανθρώπινες στιγμές μας.

***

Διαβάστε επίσης:

Push Up, του Ρόλαντ Σιμμέλπφενιγκ σε σκηνοθεσία Έφης Ρευματά στο Θέατρο ΕΛΕΡ