Ο χειμώνας φέρνει στο λιμάνι του νησιού του τον καπετάν Γιάννη, που επιστρέφει από το μεγάλο ταξίδι με τη σκούνα του, να ξεχειμωνιάσει μαζί την γυναίκα του την Καραβοκυρού. Το μεσημέρι, κάπου εκεί κοντά, δίπλα στο φούρνο, ο Αποστόλης ο Κακόμης, ο βαστάζος, τρώει το καθημερινό του ζεστό γκιουβέτσι μετά από το χαμαλίκι του.

«Ο Κακόμης»

Ένα από τα πιο ωραία και μάλλον άγνωστα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ο «Κακόμης» περιγράφει την ημέρα –και τη ζωή- ενός μοναχικού αχθοφόρου που ζει στην άκρη της πόλης. Ο Αποστόλης ο Κακόμης, ένας χαμάλης που είναι μάλλον μορφωμένος, αλλά έχει επιλέξει το χαμαλίκι για την ελευθερία του επαγγέλματος, τρέφεται αποκλειστικά με ένα ζεστό γκιουβέτσι, που το τρώει κάθε μεσημέρι δίπλα στο φούρνο που του το ετοιμάζουν. Τις ημέρες της νηστείας το τρώει σαρακοστιανό και έτσι γλιτώνει τα έξοδα για το λάδι. Τις δεκάρες που του περισσεύουν τότε, τις δίνει σε έναν άλλο αχθοφόρο, παλαίμαχο και πάμπτωχο. Ο συγκλονιστικός αυτός άνθρωπος, ο Αποστόλης ο Κακόμης, πεθαίνει τελικά πολύ νέος έναν Ιούνιο, μέσα στο αχούρι που έμενε. Τη νύχτα της 23ης Ιουνίου, η χαμαλίκα του Κακόμη καίγεται από τα παιδιά στη φωτιά του Άη-Γιάννη του Κλήδονα.

«Γυνή πλέουσα»

Η Καραβοκυρού του διηγήματος «Γυνή πλέουσα» είναι λιγότερο γνωστή από άλλες γυναικείες μορφές του Παπαδιαμάντη, όπως η Φραγκογιαννού στη «Φόνισσα», η Μαχούλα στη «Φαρμακολύτρια», η Αχτίτσα στη «Σταχομαζώχτρα». Η Καραβοκυρού απαλύνει τα πικρή γεύση της ζωής πίνοντας κρασί και μεθώντας, ενώ κρύβει αυτή τη συνήθειά της από τον άντρα της, τον καπετάν-Γιάννη. Όταν αυτός γυρίζει στο νησί από το ταξίδι του και το μαθαίνει, απειλεί πως θα την εγκαταλείψει. Τότε η Καραβοκυρού πάει στη θάλασσα να πνιγεί, επιχειρώντας μια αυτοκτονία εικονική.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με το απαράμιλλο ύφος και ήθος της γλώσσας του, μας οδηγεί σε άλλες εποχές και σε μια Ελλάδα τόσο μακρινή όσο και κοντινή, διδάσκοντάς μας σιωπηλά. Ο Μέγας μικρόκοσμος και τα πάθη των »απλών ανθρώπων» του Σκιαθίτη συγγραφέα, αποκαλύπτουν και τον δικό μας κόσμο.

Ο Άρης Ρέτσος, σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης του ελληνικού θεάτρου, αφού μας αποκάλυψε τον ηχητικό πλούτο των τραγωδιών του Αισχύλου και του Σοφοκλή, βάζει στο στόμα του τις ποικίλες λέξεις του Παπαδιαμάντη και τις αφήνει να πετάξουν στο μισοσκόταδο του θεάτρου.