Ένας θαυμαστός τρόπος ανάπτυξης της σκέψης του συγγραφέα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του έργου του Χαβιέρ Μαρίας.

Από την Τέσυ Μπάιλα

Ο συγγραφέας εκτείνει τις απόψεις και τις θέσεις του σε τεράστιες παραγράφους που συχνά δοκιμάζουν την αναγνωστική ικανότητα του εκάστοτε αναγνώστη του. Λογοτεχνική φλυαρία; Λατρεία στη λεπτομέρεια; Αφηγηματική ακρίβεια; Ενδελεχής αναδιήγηση ενός κόσμου, ενός μυθιστορηματικού σύμπαντος;

Όπως κι αν χαρακτηρίσει κανείς την προσέγγιση του Μαρίας δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι ο λόγος του, ακόμη και στις πιο ασφυκτικά πυκνές του στιγμές, καταφέρνει να αναδημιουργεί φιλοσοφικούς στοχασμούς με μια ιδιαίτερη γοητεία και γι’ αυτό το λόγο το έργο του είναι τόσο σημαντικό.

Στο βιβλίο αυτό, το οποίο γράφτηκε το 1991 και βραβεύτηκε το 1993 με το Βραβείο Κριτικών της Ισπανίας και το 1997 με το Internatonal IMPAC Dublin Lirerary Award και έγινε παγκόσμια επιτυχία, ο Μαρίας πετυχαίνει να σκηνοθετήσει κινηματογραφικά τους ήρωές του, έτσι που ο αναγνώστης να μπορεί να διακρίνει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους, το φως ή το ζόφος που κρύβεται μέσα τους, μπορεί να τους αγαπήσει ή να νιώσει αποστροφή γι’ αυτούς αλλά κυρίως μπορεί να τους παρατηρήσει σε κάθε τους βήμα με απόλυτη λεπτομέρεια την ίδια στιγμή που οι ίδιοι παρατηρούν, σχολιάζουν, συνομιλούν, σκέπτονται και ταυτόχρονα ενεργούν.

Σε ένα σύνθετο, πολυεπίπεδο κείμενο ο Μαρίας ξεδιπλώνει τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις για θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως είναι ο γάμος, ο φόβος, τα μυστικά και η αποκάλυψή τους αλλά ταυτόχρονα εκφράζει την αγωνία του για τη λέξη, τις λέξεις που δοκιμάζουν την ακρίβεια στη νοηματοδότηση, τις λέξεις που βρίσκονται μέσα στις σελίδες του ως αντανακλαστική απεικόνιση του στοχασμού του. Άλλωστε όπως ο ίδιος γράφει: «είμαστε άοπλοι μπροστά στις λέξεις».

Το βιβλίο αυτό, με τον παρμένο από τον Σαίξπηρ τίτλο, είναι γραμμένο με την άνεση ενός συγγραφέα που ξέρει να διαχειρίζεται το θέμα του με ευχέρεια. Μια ευχέρεια που του επιτρέπει να διανθίζει την αφήγησή του με πλήθος πληροφοριών. Οι πληροφορίες ωστόσο κινούνται δορυφορικά γύρω από την πρωταρχική, βασική ιστορία και ο Μαρίας συστηματικά αναλύει  τις πράξεις των ηρώων αλλά και τα συναισθήματά τους, καταφέρνοντας ωστόσο να μην αποπροσανατολιστεί η σκέψη του αναγνώστη από το βασικό πυρήνα της αφηγηματικής πλοκής ούτε για μια στιγμή.

Η αφήγηση είναι σίγουρα απαιτητική, δύσκολη και λεπτομερής. Ο Μαρίας αριστοτεχνικά φωτίζει το κεντρικό του θέμα και συνεχίζει να πλέκει γύρω από αυτό ένα γαϊτανάκι μικρότερων ιστοριών, εξίσου σημαντικών, με στόχο το ενδιαφέρον του αναγνώστη  το οποίο έλκει αδιαμφισβήτητα με μοναδικό τρόπο. Η ματιά του Μαρίας διεισδύει με τρομαχτική ακρίβεια σε μια αφηγηματική θάλασσα συνεχούς ροής που προκαλεί την καταβύθιση του αναγνώστη μέσα στα νερά της για να ανακαλύψει εκεί τους βυθούς της σκέψης του.

Ο Χουάν και η Λουίσα εργάζονται ως διερμηνείς. Αποφασίζουν να παντρευτούν λίγους μήνες μετά τη γνωριμία τους και κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού τους βρίσκονται στην Αβάνα. Ο Χουάν ωστόσο γίνεται μάρτυρας μιας συζήτησης ανάμεσα σε δυο παράνομους εραστές και η συζήτηση αυτή θα σημαδέψει τη σκέψη του. Ο ίδιος παράλληλα προβληματίζεται σχετικά με το γάμο και την εξέλιξή του. Και μια περίεργη σχέση με μια οικογενειακή τραγωδία η οποία περιγράφεται στην αρχή του βιβλίου και σχετίζεται με συγγενικά του πρόσωπα εντείνει τους φόβους του. Το παράνομο ζευγάρι δίπλα του συνομιλεί για έναν επικείμενο φόνο και ο Χουάν θα βρεθεί να κουβαλάει κυριολεκτικά στην ψυχή του το βάρος όλων αυτών των καταστάσεων. Η ιστορία θα οδηγηθεί στη λύση της αλλά πριν γίνει αυτό, ένα επαγγελματικό ταξίδι του Χουάν θα γίνει αιτία να αποδυναμωθεί περισσότερο ο Χουάν ψυχολογικά.

Ο ίδιος γράφει:  «Το ν’ ακούς είναι το πιο επικίνδυνο, σημαίνει να ξέρεις, σημαίνει να πληροφορείσαι και να είσαι ενήμερος, τ’ αυτιά δεν έχουν βλέφαρα που θα μπορούσαν να κλείσουν ενστικτωδώς μπροστά σ’ αυτό που ειπώθηκε, δεν μπορούν να φυλαχτούν απ’ αυτό που προαισθάνονται ότι θ’ ακούσουν, πάντα είναι πάρα πολύ αργά. Τώρα πια ξέρουμε, κι αυτό μπορεί να λεκιάσει τις τόσο άσπρες καρδιές μας, ίσως και να ‘ναι χλωμές και φοβισμένες, ή δειλές».

Μια καρδιά τόσο άσπρη που η εμπειρία και η γνώση της ζωής «λεκιάζει» ανεξίτηλα μέσα από το πάθος, τον έρωτα, το θάνατο, την απόγνωση, το φόνο, την παρατήρηση και τη σύγκρουση του παρελθόντος με τον παρόντα χρόνο και ένας συγγραφέας που αποδεικνύει τη χαρισματική του συγγραφική δεινότητα μέσα από αφηγηματικά πρωτοποριακούς μηχανισμούς, συνθέτοντας ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Ξεκινώντας από κάποια «προαισθήματα καταστροφής» στη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού του στην Αβάνα, ο αφηγητής αναζητά την εξήγησή τους στο παρελθόν, προτιμώντας παρ’ όλα αυτά να μη μάθει, γιατί ξέρει πόσο επικίνδυνο είναι ν’ ακούει κανείς και πως, από τη στιγμή που θ’ ακουστεί κάτι, δεν μπορεί πια να ξεχαστεί.

Ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας, το Καρδιά τόσο άσπρη (Βραβείο Κριτικών της Ισπανίας 1993, υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 1993, Βραβείο Impac 1997) είναι ένα διαυγές φιλοσοφικό μυθιστόρημα για τη δύναμη των λέξεων και τη δυνατότητά τους ν’ αλλάξουν τη ζωή εκείνου που θα τις ακούσει, για τα μυστικά και την πιθανή τους χρησιμότητα, για το γάμο, το φόνο, την παρότρυνση, την υποψία για την ομιλία και την αποσιώπηση και για τις τόσο άσπρες καρδιές που σιγά σιγά λερώνονται, μαθαίνοντας αυτό που δεν θέλησαν να μάθουν.

«Ο Μαρίας, μεγάλος τεχνίτης της αφήγησης, υφαίνει σ’ αυτό το έργο του έναν θαυμαστό καμβά από συμμετρίες, παραλληλισμούς, επαναλήψεις, αντιθέσεις και συμπτώσεις… μ’ ένα λόγο νηφάλιο και κρυστάλλινο».

El Pais

Το βιβλίο του Χαβιέρ Μαρίας, «Καρδιά τόσο άσπρη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σέλας