Είναι ένα παιχνίδι που κάνω. Ή μάλλον, δεν ξέρω αν είναι σωστό να το πω  παιχνίδι. Είναι περισσότερο τρόπος χρήσης. Τέλος πάντων, προσωπικά το θεωρώ παιχνίδι.

Ξεκίνησα να χρησιμοποιώ την δισκοθήκη μου με αυτόν τον τρόπο κάποια στιγμή στα φοιτητικά μου χρόνια. Συγκεκριμένα θυμάμαι ότι είχα κάτσει να… μαντάρω μαζεμένες αρκετές κάλτσες και για να περνάει πιο ευχάριστα η ώρα είπα βέβαια να βάλω κάτι να ακούσω. Τί να βάλω, τί να παίξει, με τα  πολλά έβαλα στο πλατό  να παίζει  το The Freewheelin’ του Bob Dylan.

Κάτι οικείο δηλαδή για συντροφιά. Δεν ήμουνα σε διάθεση  για καινούργιο άκουσμα ή για ραδιόφωνο. Και έκανα τη δουλειά μου ακούγοντας αυτό το άλμπουμ.

Την επόμενη φορά που είχα να κάνω κάτι ανάλογο προχώρησα απλώς στο επόμενο λήμμα της τότε δισκοθήκης μου και έβαλα εκείνον  τον δίσκο να παίζει.

Έκτοτε …

Έκτοτε, περισσότερα από 20 χρόνια από εκείνο το απόγευμα με Dylan και… κάλτσες,  κάθε φορά που δεν είμαι σε διάθεση να ακούσω κάτι συγκεκριμένο ή/και κάθε φορά που χρειάζεται να κάνω κάτι που το βρίσκω βαρετό, προχωρώ στο επόμενο λήμμα της δισκοθήκης μου και βάζω  να παίζει το άλμπουμ που είναι επόμενο στη σειρά. Τυχαία.

Η δισκοθήκη μου είναι χωρισμένη σε 4-5 ενότητες για τα βινύλια και σε άλλες τόσες για τα cd και αν συμβεί καμιά φορά να πέσω σε κάποιο άλμπουμ που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να ακούσω εκείνη τη στιγμή, τότε απλά αλλάζω ενότητα και παίρνω από εκείνη το επόμενο τυχαίο λήμμα κ.ο.κ.

Κάποιες ενότητες είναι αισθητά μικρότερες από άλλες και μέσα σε αυτά τα χρόνια έχουν ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο τους και έχουν «γυρίσει» από την αρχή, ενώ κάποιες άλλες όχι. Για παράδειγμα, η ενότητα από την οποία ξεκίνησε όλη εκείνη η ιστορία δεν έχει κάνει λούπα ακόμη. Αυτή τη στιγμή μένουν 36 βινύλια για να φτάσει ξανά η σειρά του The Freewheelin’. Με τους ρυθμούς που παίζω το παιχνίδι και με δεδομένο ότι κατά κανόνα ακούω α) νέες κυκλοφορίες  β) αγαπημένη μουσική από το πρόσφατο ή παλαιότερο παρελθόν απλά και μόνο γιατί την κάνω κέφι τη δεδομένη στιγμή και  γ) μουσική για λόγους έρευνας και μελέτης, υπολογίζω πως για να  ολοκληρωθεί ο κύκλος και  να έρθει πάλι η σειρά του The Freewheelin’ μέσα από την διαδικασία του συγκεκριμένου παιχνιδιού θα χρειαστούν οπωσδήποτε 2-3 χρόνια ακόμη.

Αποδείχτηκε στην πορεία ότι έχει ενδιαφέρον αυτός ο τρόπος ακρόασης γιατί από τη μια είναι μεν τελείως τυχαίος και άρα ενδεχομένως χωρίς καμία ιδιαίτερη αξία, από την άλλη όμως  έχει πολύ μεγάλη αξία ως προς το εξής: Το άλμπουμ που «κλήρωσε» να ακουστεί π.χ. σήμερα θα κάνει πάρα πολλά χρόνια να «κληρώσει» ξανά.

Επιπλέον διαπίστωσα ότι αυτός ο τελείως τυχαίος τρόπος ακρόασης, αυτή η ακρόαση για την οποία δεν έχει προηγηθεί η παραμικρή αφορμή, έχει τον χαρακτήρα του αιφνιδιασμού. Σε βάζει σε διαδικασία να ακούσεις ουσιαστικά «με το ζόρι» αλλά ταυτόχρονα με κατά κάποιο τρόπο παρθένο αυτί  – χωρίς σκέψεις  – κάτι που ξέρεις από παλιά μεν, αλλά το οποίο δεν κάθεσαι να το ακούσεις επειδή κάποιος άνθρωπος, ένα γεγονός, μια διάθεση, μια ανάμνηση ή ένα κείμενο που διάβασες στο θύμισε. Λείπει η αφορμή. Άρα λείπουν οι σκέψεις και οι συνειρμοί που συνήθως οδηγούν σε κάποια συγκεκριμένη ακρόαση.  Και αυτό έχω διαπιστώσει ότι οδηγεί κάθε φορά σε άλλου τύπου σκέψεις, πολύ συχνά αναπάντεχες, ενώ εξίσου συχνά φέρνει στην επιφάνεια αναμνήσεις και γεγονότα από το παρελθόν που τα είχε τυλίξει η λήθη.

Κατανοεί κανείς βέβαια ότι αυτός ο τυχαίος τρόπος ακρόασης δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον τυχαίο τρόπο ακρόασης της εποχής του διαδικτύου που σε βομβαρδίζει από παντού. Για μια σειρά λόγων  με σημαντικότερο από αυτούς ότι στην περίπτωση του παιχνιδιού πρόκειται για κάποιο άλμπουμ (και όχι μόνο ένα τραγούδι) που το ακούς ολόκληρο. Επίσης πρόκειται για ένα άλμπουμ που έχεις ακούσει ήδη αρκετές φορές στο παρελθόν και γνωρίζεις λίγο-πολύ καλά. Δεν πρόκειται για πρώτη ακρόαση που προκύπτει με τυχαίο τρόπο. Είναι πολύ διαφορετικό.

Τελευταία φορά λοιπόν έπεσα στη Λάσπη.

Στο άλμπουμ της Μαρίας Αριστοπούλου και του Ηλία Τσαγκάρη που είχε κυκλοφορήσει το 2002 από την Hitch-Hyke.

Και οι σκέψεις που έκανα κατά την ακρόαση του, με οδήγησαν να γράψω το κείμενο της προηγούμενης ανάρτησης της στήλης που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

«Μπορεί να είχε πολλά να πει»


Photo Credit: Amydykstra