Από τη Δήμητρα Δότση, μεταφράστρια του βιβλίου: Υπάρχουν κάποια βιβλία που αλλάζουν άρδην την οπτική σου, τον τρόπο σκέψης σου, που σε κάνουν να ανακαλύπτεις κι άλλες πτυχές του εαυτού σου, μόλις ολοκληρώσεις την ανάγνωσή τους. Ξυπνάς το επόμενο πρωί και ξαφνικά τα πάντα μέσα σου, γύρω σου φαντάζουν κάπως διαφορετικά, επειδή έχεις αρχίσει κιόλας να αντικρίζεις με άλλο βλέμμα ό,τι σε περιβάλλει. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το βραβευμένο με Βραβείο Strega 2023, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο στην Ιταλία, ΣΑΝ ΑΕΡΑΣ της ΑΝΤΑ ΝΤ’ΑΝΤΑΜΟ: ένα ημερολόγιο στο οποίο μια μητέρα, η ίδια η Άντα, καταγράφει τη ζωή της, απευθυνόμενη στην κόρη της, την Ντάρια.
Η Ντάρια, η οποία λόγω λανθασμένης προγεννητικής διάγνωσης, πάσχει από μια σπάνια ασθένεια, επικοινωνεί μόνο με το ακαταμάχητο χαμόγελό της. Η Άντα, πρώην χορεύτρια, στο κατώφλι των πενήντα ετών ανακαλύπτει πως είναι άρρωστη και αποφασίζει να αφήσει παρακαταθήκη στην κόρη της αυτό το βιβλίο, στο οποίο περιγράφει την κοινή ζωή τους βήμα βήμα.
Η Άντα Ντ’ Αντάμο, χωρίς ίχνος ρητορισμού και μελοδραματισμού, γράφει έναν ύμνο στη ζωή, μιλώντας για την αγάπη, την έννοια της ευτυχίας, την ενσυναίσθηση και το μοίρασμα των συναισθημάτων, την αξία της πραγματικής φιλίας, αλλά και για την ιατρική και τις λάθος διαγνώσεις, τις αμβλώσεις, το κοινωνικό κράτος και τη μέριμνα, την ελλιπή στήριξη οικογενειών με παιδιά με αναπηρίες. Και το κάνει με τα τεράστια αποθέματα αγάπης που τρέφει για την κόρη της, μα και ενίοτε με απέραντο θυμό για τα κακώς κείμενα του κόσμου μας.
Οι δύο γυναίκες του εξωφύλλου, που φιλοτέχνησε ο σύζυγος της Άντα, είναι μια μητέρα και μια κόρη, είναι εκείνες αγκαλιασμένες τρυφερά, ενωμένες σαν ένα σώμα, απολύτως εξαρτημένες η μία από την άλλη. Η επαφή τους αυτή είναι ένας στατικός χορός ανάμεσα σε δύο ψυχές που επικοινωνούν μέσω της σωματικής επαφής, μέσω της αγκαλιάς.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αν μου ζητούσε κάποιος να χαρακτηρίσω με μία μόνο λέξη αυτό το βιβλίο, η πρώτη που θα μου ερχόταν στο μυαλό θα ήταν ακριβώς αυτή: αγκαλιά. Ένα βιβλίο-αγκαλιά, ένα δώρο της Άντα Ντ’ Αντάμο προς εκείνη, την κόρη της, αλλά κι εμάς.
Απόσπασμα του βιβλίου:
«Τι θα κάνετε όταν γεννήσετε;» Θα πρέπει να μου το επανέλαβαν τουλάχιστον καμιά εκατοστή φορές μέσα σε εννέα μήνες. Νοσοκόμες, γυναικολόγος, αναισθησιολόγος… Σε κάθε ευκαιρία υπήρχε πάντα κάποιος έτοιμος να με πειράξει για τη φυσική μου τάση να λιποθυμάω. Εξάλλου, αυτό δεν ήταν κάτι καινούργιο. Πάντα λιποθυμούσα. Εμβόλια, οδοντίατρος, ενσφηνωμένα νύχια, αιμοληψίες, επώδυνη περίοδος. Οι φίλες μου με σήκωναν ουκ ολίγες φορές από το πάτωμα: στο σούπερ μάρκετ, σε μια κινηματογραφική πρεμιέρα, μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Βερολίνο. Έχω λιποθυμήσει έπειτα από γυναικολογικές εξετάσεις και αισθάνομαι άσχημα όταν η κουβέντα έρχεται σε νοσοκομεία, αίμα, ασθένειες. Δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για εκείνη τη φορά που η αδυναμία μου αυτή με ανάγκασε να ξαπλώσω στο κρεβάτι μιας φίλης μου, που κανονικά έπρεπε να της ανεβάσω το ηθικό έπειτα από μια λεπτή χειρουργική επέμβαση… Εν ολίγοις, κανένας δε θα στοιχημάτιζε ούτε δεκάρα τσακιστή σ’ εμένα, αρχής γενομένης από εμένα την ίδια (στο τελευταίο προγεννητικό μάθημα, αναγκάστηκα να καλύψω με τα χέρια μου τα μάτια μου όταν μας έδειξαν εικόνες από έναν τοκετό).
Εκείνο το πρωί –ήταν 26 Νοεμβρίου 2005– ξύπνησα με μια φοβερή φαγούρα σε όλο μου το σώμα, και με παρότρυνση του ιατρού πήγα στο νοσοκομείο για να μου πάρουν αίμα. Με συνόδευσε η γιαγιά σου, η οποία είχε έρθει στη Ρώμη. Ήμουν στην αρχή της τεσσαρακοστής εβδομάδας, είχα ανεβάσει πίεση και η εφημερεύουσα γιατρός αποφάσισε ότι ήταν προτιμότερο να γίνει εισαγωγή. Καθώς σου γράφω αυτά τα λόγια, συνειδητοποιώ ότι σπάνια θυμάμαι τις ώρες πριν από τη γέννησή σου. Όταν όλα κατέρρευσαν, κανένας δε μου ζήτησε ποτέ να τις θυμηθώ. Και εγώ η ίδια ξέρω ότι με τον ερχομό σου σάρωσες όλα όσα προηγήθηκαν, σαν εκείνες τις φυσικές καταστροφές που η συγκλονιστική τους δύναμη καταλήγει να αναδιαμορφώνει τους τόπους και τα πρόσωπα των ανθρώπων που τους κατοικούν. Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά. Και αυτό που υπήρχε ακόμη και λίγες ώρες πριν από εσένα, μετά δεν είχε πια και πολλή σημασία. Ή απλώς απέκτησε διαφορετικό νόημα.
Έτσι, λοιπόν, οι αναμνήσεις τακτοποιήθηκαν στη μνήμη μου σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο που έπρεπε να υλοποιηθεί. Μια αναπόφευκτη ιστορία πλασμένη από οιωνούς και προμηνύματα, από τυχαία γεγονότα και συμπτώσεις, διανθισμένη από μια ατελείωτη σειρά από «αν», «αλλά» και «ίσως», στο τέλος της οποίας κυριαρχεί το μεγάλο ερώτημα: «Γιατί σ’ εμένα;» και αμέσως μετά το αναπόφευκτο: «Τι έκανα για να το αξίζω αυτό;».
Οι ατελείωτες ώρες εκείνης της 26ης Νοεμβρίου, που οδήγησε στη βροχερή νύχτα της 27ης, στα μάτια μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «πριν». Ο βίαιος ελιγμός του χεριού της μαίας που ψαχουλεύει μέσα μου, εγώ διπλωμένη –ένα ζώο που κλαψουρίζει– για να σπρώξω καλύτερα, τα κόπρανα και το αίμα, τα ράμματα είναι ο πόνος του πριν. Όλοι λένε πόσο εύκολα ξεχνάς τις ωδίνες του τοκετού μπροστά στη χαρά της γέννησης του παιδιού σου. Τον πόνο τον θυμάμαι, όμως δεν ήταν γραφτό να ζήσω το δεύτερο μέρος του παραμυθιού. Και αν υποθέσουμε ότι μου έλαχε κι αυτό, όπως έχω ήδη πει, ήταν για το σύντομο διάστημα μιας νύχτας: ο απαραίτητος χρόνος για να μεταφερθώ στον δικό μου προσωπικό κατακλυσμό, που θα χάραζε νέες διαδρομές στον χάρτη της ζωής μου.