Με τίτλο Άλογο και σε επιμέλεια κειμένου του Giuliano Serafini, γνωστoύ ειδικού της μοντέρνας και σύγχρονης ελληνικής τέχνης, η έκθεση περιλαμβάνει  10  πίνακες, στους οποίους επαναλαμβάνεται, σε χρωματικές παραλλαγές, η ίδια εικόνα: δύο αντιμέτωπα άλογα, υψωμένα στα πίσω τους πόδια. Μέσω της ακραίας εξαΰλωσής της, ο Χιωτόπουλος δουλεύει πάνω σε ένα είδος εραλδικού μοτίβου, που αναφέρεται στην αρχετυπική αξία της ίδιας της εικόνας. Μύθος και ιστορία μοιάζουν να συμπυκνώνονται σε ένα ακτινοβόλο, σχεδόν μη αναγνωρίσιμο, σημείο, όπου ενεργοποιείται η πρωταρχική έννοια της λέξης στα ελληνικά.

Γράφει ο Serafini:”… από την ετυμολογία της λέξης ο καλλιτέχνης εξόρυξε και «μετέγραψε» την ετυμολογία της εικόνας, πραγματοποιώντας μία μετάβαση από το λεκτικό επικοινωνιακό πλαίσιο στο πλαστικό…” Και ακόμα: «Ωστόσο, αυτό το πέρασμα θα ήταν αδύνατο να ολοκληρωθεί μέσω μιας περιγραφικής, φυσιοκρατικής έκφρασης και μιας πραγματωμένης, εύκολα αναγνωρίσιμης μορφής. Ο Χιωτόπουλος  χρειάστηκε να φτάσει στο πρωταρχικό νόημα του υποκειμένου, στην καταγωγή του, όπως αυτή ανακαλείται και ταυτοποιείται από την εν λόγω λέξη. Δεν πρόκειται, επομένως, για την αναζήτηση μιας αληθινής εικόνας, αλλά ενός μορφώματος, μιας υποσυνείδητης διαίσθησης.  Με άλλα λόγια, ο καλλιτέχνης  χρειάστηκε να σκηνοθετήσει μία αύρα, μία ενέργεια, μια ηλεκτροπληξία λίγο πριν συμβεί και να αιχμαλωτίσει την όραση τη στιγμή της εκδήλωσής της, καθώς από αυτή τη λάμψη πηγάζει η «πνευματική» ουσία του αλόγου, η ψυχή του..”