Όταν διάβασα το μυθιστόρημα – νουβέλα του Χρήστου Οικονόμου, δυσκολεύτηκα πολύ να συνδεθώ με το κείμενο. Κυρίως από άμυνα. Ίσως γιατί με έφερε αντιμέτωπο ασυνείδητα με πολύ προσωπικά τραύματα και πληγές που δεν ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω. Χρειάστηκε να το διαβάσω αρκετές φορές για να του επιτρέψω να με οδηγήσει προς την κουνελότρυπα…
Είναι δύσκολο να περιγράψω αυτό το ταξίδι αλλά νοιώθω πραγματικά δυνατότερος μετά από αυτήν την περιπέτεια, οπότε θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου για το έργο.
Ο Χρήστος Οικονόμου στο μυθιστόρημά του «Πες της» μας παραδίδει μία ηρωίδα που ζει και αναπνέει τις δικές μας ζωές. Είναι εμείς, ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, είμαστε εκείνη. Η διαδρομή της μοιάζει με το ταξίδι της ζωής του ανθρώπου. Από τα σκοτάδια της γέννησης μας μέχρι το φώς της πρώτης μας ανάσας. Από την αγκαλιά της μητέρας μέχρι την κρύα μοναξιά της ενηλικίωσης και αργότερα της απώλειας. Όλες μας οι συναντήσεις, τα αδιέξοδα και οι δρόμοι που έρχονται με το πέρασμα του χρόνου. Ο έρωτας, η φιλία, η απογοήτευση, ο πόνος, η αδικία, η επανάσταση, η απογοήτευση, η γνώση, η συντροφικότητα μέχρι την αναμέτρηση μας με το απόλυτο άγνωστο, τον θάνατο. Και έτσι, μοιραία, μιας και η ηρωίδα είναι μία κούριερ που εργάζεται και ζει στην Αθήνα (ανά διαστήματα και σε άλλες πόλεις της επαρχίας) μέσα στο έργο ενσωματώνεται ολόκληρη η Ελλάδα μαζί με τον παραλογισμός και η πολυπλοκότητα της ελληνικής κοινωνίας αλλά πάντα με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Συστατικό βασικό του έλληνα, εργαλείο για να επιβιώνει στα δύσκολα ανά τους αιώνες. Μαζί με την ηρωίδα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τους φόβους μας και τα σκοτάδια μας. Η προσπάθειά της να επικοινωνήσει με τις αναμνήσεις της είναι μια κοινή προσπάθεια να επικοινωνήσουμε με το συλλογικό ασυνείδητο. Κάθε επαφή με τους γύρω μας, αφήνει και ένα σημάδι στο χωροχρόνο, αναλλοίωτο και συνάμα φευγαλέο. Κι όμως η ηρωίδα αποφεύγει να αντιμετωπίσει τον πόνο της και πλημμυρισμένη από φόβο, μοιάζει να μη ζει. Δείχνει να αποφεύγει αυτό που την πληγώνει και καταλήγει να ζει μέσω της ζωής των άλλων. Έχει επιλέξει τη μοναξιά ή νοιώθει πια οικειότητα μέσα σε αυτήν; Γιατί δεν μας αρκούν οι δικές μας ιστορίες; Γιατί τις θεωρούμε λίγες, μικρές και ασήμαντες; Σαν να τις υποτιμούμε. Είναι όμως δικές μας. Μια σειρά από μικρές και μεγάλες ιστορίες που καταλήγουν να είναι η ζωή μας. Που όσο σημαντική ή ασήμαντη κι αν μας φαίνεται, είναι δική μας και είναι μοναδική και σπουδαία. Μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία… Όπως το άγγιγμα των χεριών μας όταν παραλαμβάνουμε ένα δέμα. Μια μικρή στιγμή, μια σύνδεση, μια έκρηξη, ένα κόσμος ολόκληρος και την ίδια στιγμή τίποτα από όλα αυτά, σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Σαν αυτό το άγγιγμα να μοιράζεται τους κρυμμένους μας πόνους και τα ανείπωτα όνειρά μας, τις πίκρες και τις χαρές μας. Σα να μοιραζόμαστε τη μοναξιά μας για να την ξορκίσουμε. Γιατί φοβόμαστε τον πόνο. Αλλά αν δεν πονέσεις πως θα μπορέσεις να δεις; Να δεις τον εαυτό σου όπως είναι, να δεις άλλον όπως είναι, να ερωτευτείς, να γελάσεις, να πέσεις, να σηκωθείς, να θυμηθείς πώς ήταν όταν ήσουν παιδί και να αφήσεις αυτό το μικρό παιδί να ανασάνει και πάλι, να σου κρατήσει το χέρι, να σου πει σ’ αγαπώ και να σου ψιθυρίσει «μη φοβάσαι, εντάξει … μη φοβάσαι…»
Διαβάστε επίσης:
Πες της, του Χρήστου Οικονόμου σε σκηνοθεσία Αλέξη Βιδαλάκη στο Θέατρο 104