Το έργο

Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραψε το Αγάπης Αγώνας Άγονος μεταξύ 1594-1595. Ανήκει στις πρώιμες κωμωδίες του μαζί με την Κωμωδία των Παρεξηγήσεων (1592-1594) και τους Δύο Άρχοντες από τη Βερόνα (1594). Στο έργο αυτό, ο Άγγλος συγγραφέας πραγματεύεται το προσφιλές του ζήτημα, αυτό του έρωτα και της αγάπης, με το οποίο καταπιάστηκε όχι μόνον στα θεατρικά του έργα, αλλά και στα Σονέτα του. 

Ο Βασιλιάς και τρεις νέοι άνδρες και φίλοι του, δίνουν όρκο ότι θα αποφεύγουν τις γυναίκες. Αμέσως μετά τον όρκο τους όμως, εμφανίζεται μια πανέμορφη πριγκίπισσα μαζί με τις ακόλουθές της και αίφνης, οι τέσσερις άνδρες βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Εκμυστηρεύονται ο καθένας τον έρωτα του στην κοπέλα που του αρέσει, αλλά όχι μεταξύ τους. Και όταν αποκαλύπτονται ο ένας στον άλλον, αποφασίζουν να μιλήσουν για τον έρωτά τους και στις αγαπημένες τους, αλλά τα γεγονότα τους αιφνιδιάζουν. Η πριγκίπισσα πληροφορείται αιφνιδίως τον θάνατο του βασιλιά, υποχρεώνοντάς την να φύγει μαζί με τις ακόλουθές της για την Γαλλία. Οι κοπέλες φεύγουν, ενώ ενημερώνουν τους νέους άνδρες ότι θα κρατήσουν πένθος ενός έτους, μετά από απόφαση της πριγκίπισσας. 

Οι νεαροί πλέον δεν έχουν καμία επιλογή, παρά να περιμένουν τις νέες γυναίκες να επιστρέψουν σύντομα….

Η παράσταση

Είναι λογικό να απορήσει κάποιος για ποιο λόγο επιλέγει μια ομάδα νέων ηθοποιών να σκηνοθετήσει ένα σαιξπηρικό κείμενο, το οποίο διαθέτει αρκετά κλισέ και φαινομενικά βρίσκεται εκτός εποχής. Η απορία λύνεται αμέσως, στο πρώτο πεντάλεπτο της παράστασης. 

Η διασκευή που υπογράφει η Λουκία Ανάγνου δείχνει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο πώς ένα σαιξπηρικό κείμενο μπορεί να αποκτήσει φτερά και να φτάσει στον κάθε θεατή ξεχωριστά. Με εκπληκτικά γρήγορο ρυθμό, τρομερά λογοπαίγνια, καίριες προσθήκες και καλό τονισμό η Λ. Ανάγνου κατάφερε να αναδείξει την δυναμική ενός κειμένου, το οποίο με μια πρώτη ματιά, φαίνεται έως και απηρχαιωμένο. Η επεξεργασία που έχει υποστεί στο κείμενο το καθιστά πολύ διασκεδαστικό, προσφέροντας στον θεατή μια ζωντανή και πάλλουσα κωμωδία, προκαλώντας το κοινό να μην χάσει ούτε λεπτό από όσα γίνονται και λέγονται επί σκηνής. 

Ταυτόχρονα, το κείμενο πλαισιώνεται από υπέροχη ζωντανή μουσική επί σκηνής. Ένα σαξόφωνο και μια κιθάρα αρκούν όχι μόνον για να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, αλλά και για να αναδείξουν την διασκευή. Γνωστές μελωδίες, αλλά και πρωτότυποι μουσικοί σκοποί διατρέχουν την παράσταση προφέροντας σφρίγος και πάθος στα όσα λέγονται επί σκηνής. 

 Οι ηθοποιοί 

Η παράσταση απαρτίζεται από μια ομάδα νέων ανθρώπων, οι οποίοι δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Πρόκειται για τους Λουκία Ανάγνου, Αντώνη Βαρθαλίτη, Αντώνη Καραστεργίου, Χρύσα Κολοκούρη, Τζέσικα Κουρτέση, Κώστα Κουτρούλη και Μαρία Λεούση. Όλοι τους νέοι και πολύ ταλαντούχοι ηθοποιοί, παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, αλλά επίσης ερωτεύονται, παραφέρονται, υποφέρουν και, κυρίως, ζουν σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από διαπροσωπικές σχέσεις και αγάπη.

Οι υπόλοιποι συντελεστές

Ο ρόλος της μουσικής (Ιόλη Ταφ) είναι καταλυτικός, όπως ήδη αναφέρθηκε. Εξίσου σημαντικός, στη δημιουργία της γενικότερης ατμόσφαιρας, αλλά και ταυτότητας της παράστασης, ο ρόλος τόσο των σκηνικών, όσο και των κοστουμιών (Στέλλα Καμπάνου), καθώς ήταν και τα δύο εξαιρετικά λιτά, αλλά ταυτόχρονα απίστευτα δηλωτικά της ελισαβετιανής εποχής. Πιο συγκεκριμένα, τα κοστούμια έπαιζαν σε μια χρωματική παλέτα με τόνους του σκούρου κόκκινου, του μπλε και του κίτρινου, με διακριτικά χαρακτηριστικά, σε άνδρες και γυναίκες, που υποδήλωναν την ελισαβετιανή εποχή. Από την άλλη, το σκηνικό, απόλυτα ταιριαστό στον χώρο που παρουσιάζεται, αποτελείτο από βιβλία διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, τα οποία εξυπηρετούσαν όλες τις υποκριτικές ανάγκες. Η σκηνογραφική αυτή ιδέα δεν ήταν απλώς ευφυής και καλόγουστη, αλλά επίσης ιστορικά τεκμηριωμένη, καθώς στο ελισαβετιανό θέατρο δε χρησιμοποιείτο κανένα άλλο σκηνικό αντικείμενο πλην του κύβου και του σκαμνιού. Με αυτή τη σκηνική λιτότητα λοιπόν, η παράσταση καταφέρνει να πορευθεί, σκηνογραφικά και ενδυματολογικά, στην ελισαβετιανή περίοδο, καινοτομώντας ωστόσο εξαιρετικά στο κομμάτι του κειμένου. 

Συμπερασματικά

Πρόκειται για μια εξαιρετικά φρέσκια, γεμάτη χυμούς και φρεσκάδα παράσταση, τόσο από άποψη συντελεστών, όσο (και κυρίως) από άποψη παραστασιογραφικής πρότασης. Μια νέα ομάδα ανθρώπων αποδεικνύει ότι τα θεατρικά κείμενα, όσο παλιά και αν είναι, δεν πρέπει να τα φοβόμαστε, αλλά να τα αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και ανανεωτική διάθεση.

Διαβάστε επίσης: 

Αγάπης Αγώνας Άγονος, του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Τζέσικας Κουρτέση & Λουκίας Ανάγνου στο Θέατρο Art 63