Είκοσι λεπτά πριν από την απογευματινή παράσταση, το φουαγιέ του θεάτρου αρχίζει να γεμίζει. Θεατές περιμένουν για τα εισιτήριά τους, μικρές παρέες σχηματίζονται, κουβέντες διασταυρώνονται. Σε λίγο, όλοι θα πάρουν τις θέσεις τους απέναντι από τη σκηνή. Προς το παρόν, όμως, εκείνη παραμένει άδεια.

Ή μήπως όχι ακριβώς;

Ο Γιώργος Γαλίτης και ο Θανάσης Κουρλαμπάς βρίσκονται εκεί, συζητώντας με το CultureNow για τον «Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς» του Λέοντος Τολστόι, λίγο πριν επιστρέψουν στην παράσταση που παίζουν εδώ και επτά χρόνια. Γύρω τους, ο χρόνος μετρά αντίστροφα μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες της πλατείας. Εκείνοι, όμως, μοιάζουν να κινούνται σε έναν δικό τους ρυθμό. Ο ένας συμπληρώνει τη σκέψη του άλλου και η κουβέντα κυλά χωρίς αμηχανία. Καμία φωνή δεν χρειάζεται να επιβληθεί για να ακουστεί.

Η συνεννόησή τους γίνεται αντιληπτή πριν ακόμη τους δούμε στη σκηνή. Δεν αφορά μόνο την υποκριτική συνεργασία τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν ως άνθρωποι. Στη γυμνή ακόμη σκηνή διακρίνεται ήδη κάτι από τη δυναμική της παράστασης που πρόκειται να ακολουθήσει.

Λίγο αργότερα, η πλατεία γεμίζει. Θεατές διαφορετικών ηλικιών παίρνουν τις θέσεις τους και προσηλώνονται στη σκηνή. Ο «Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, ξεκινά. Το έργο του Τολστόι, γραμμένο τον 19ο αιώνα, αφηγείται την πορεία του Ιβάν Ιλίτς προς το τέλος του. Πριν από την αρρώστια, έχει οργανώσει την ύπαρξή του σύμφωνα με όσα η κοινωνία αναγνωρίζει ως επιτυχία. Διαθέτει επαγγελματική θέση, κοινωνικό κύρος και οικογένεια. Η καθημερινότητά του μοιάζει τακτοποιημένη. Η αρρώστια ανατρέπει αυτή την τάξη. Καθώς το τέλος πλησιάζει, αναγκάζεται να αναμετρηθεί με τις επιλογές του, τις σχέσεις του και την ευτυχία που πίστευε ότι είχε κατακτήσει.

«Είναι μια παράσταση που μιλάει ουσιαστικά για τη ζωή, αλλά μέσα από το μονοπάτι του θανάτου», λένε οι δύο ηθοποιοί. Η αρρώστια γίνεται η αφορμή για μια οδυνηρή αναθεώρηση: αν ζήσαμε όπως θέλαμε, αν αγαπήσαμε, αν υπήρξαμε πραγματικά ευτυχισμένοι.

«Το ουσιαστικό, νομίζω, είναι αυτό, το θέμα της αγάπης. Ακούγεται τόσο απλό, αλλά ποιος από εμάς το κάνει συχνά;» αναρωτιούνται. Ο Τολστόι μετατρέπει μια φαινομενικά αυτονόητη αλήθεια σε δύσκολη αναμέτρηση με τον εαυτό μας. Άλλο να πιστεύουμε ότι ζούμε σωστά κι άλλο να εξετάζουμε τη ζωή μας πέρα από τις κοινωνικές συμβάσεις που μας προσφέρουν ασφάλεια.

Η σκηνική πρόταση της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη στηρίζεται σε μια ιδιαίτερη συνθήκη: ο Γιώργος Γαλίτης και ο Θανάσης Κουρλαμπάς μοιράζονται τον Ιβάν Ιλίτς, αλλά και όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Οι δύο ηθοποιοί περνούν από το ένα πρόσωπο στο άλλο, αλλάζουν σχέσεις και οπτικές, μετακινούνται διαρκώς μέσα στον κόσμο του έργου. Τα σκηνικά μέσα είναι ελάχιστα. Μια περιστρεφόμενη καρέκλα μεταμορφώνεται σε κρεβάτι, τραπέζι, χώρο εξέτασης ή άμαξα.

Το βάρος πέφτει στον λόγο, στα σώματα και στη σχέση των δύο ερμηνευτών. «Γινόμαστε ένα πάνω στην παράσταση, είμαστε ένας άνθρωπος, μία ανάσα, ένα κορμί», λένε. Η φράση αποκτά ιδιαίτερο νόημα μετά τη συνάντησή μας: οι δύο ηθοποιοί μοιράζονται τον ίδιο χαρακτήρα χωρίς να τον χωρίζουν σε δύο ξεχωριστές ερμηνείες. Για να το πετύχουν, χρειάζεται να αφουγκράζονται ο ένας τον ρυθμό και την πρόθεση του άλλου, αφήνοντας χώρο εκεί όπου πρέπει να συνεχίσει ο συμπρωταγωνιστής τους.

Αυτή η διαδικασία μοιάζει να κρατά ζωντανή την παράσταση έπειτα από επτά χρόνια. Οι ίδιοι δεν αντιμετωπίζουν κάθε παράσταση ως επανάληψη μιας δοκιμασμένης συνταγής. «Αυτό που προσπαθούμε κάθε μέρα, κάθε φορά που κάνουμε την παράσταση, είναι να μπαίνουμε μέσα σε αυτό το πράγμα, να μας παίρνει αυτό το πράγμα και να πηγαίνουμε όλο και πιο βαθιά. Βαθιά μέσα μας και βαθιά σε αυτό που θέλουμε να επικοινωνήσουμε», εξηγούν.

Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς

Η ανταπόκριση των θεατών αποτελεί μέρος αυτής της διαδρομής. Οι δύο ηθοποιοί θυμούνται ανθρώπους που παρέμειναν καθισμένοι στην πλατεία μετά το τέλος της παράστασης, συγκινημένοι και χωρίς βιασύνη να επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους. Μία θεατής, όπως αφηγούνται, συνέχισε να σκέφτεται όσα είχε παρακολουθήσει και την επόμενη ημέρα. Η επίδραση της παράστασης δεν μετριέται μόνο με το χειροκρότημα, αλλά και με όσα εξακολουθούν να απασχολούν τον θεατή μετά την έξοδό του από το θέατρο.

«Το να ανεβάσεις τον θεατή πάνω στη σκηνή και όχι να κατέβεις εσύ απλά», λένε, είναι το ζητούμενο. Ο θεατής καλείται να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του στην ιστορία του Ιβάν Ιλίτς, να πάρει μαζί του ένα ερώτημα που δεν απαντιέται εύκολα.

Εδώ βρίσκεται και η διαχρονικότητα του Τολστόι. Όταν οι δύο ηθοποιοί ερωτώνται αν ένα έργο του 19ου αιώνα μπορεί να μιλά με την ίδια ένταση στο σημερινό κοινό, η απάντησή τους είναι χαρακτηριστική: «Αυτά τα σπουδαία έργα, όλα τα μεγάλα θεατρικά έργα, δεν είναι του τότε. Μας έρχονται από το μέλλον».

Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, οι τρόποι ζωής μεταμορφώνονται, αλλά τα θεμελιώδη ερωτήματα παραμένουν: Πώς μετράμε την επιτυχία; Τι σημαίνει ευτυχία; Πόσο χώρο αφήνουμε στην αγάπη; Τι θα αναγνωρίσουμε ως σημαντικό όταν οι βεβαιότητές μας πάψουν να μας προστατεύουν;

Στις επτά το απόγευμα, η πλατεία είναι γεμάτη. Το κοινό παρακολουθεί με προσήλωση μια ιστορία που εξακολουθεί να μας αφορά. Η ερώτηση που μένει δεν αφορά μόνο τον ήρωα του Τολστόι, αλλά τον καθένα μας: είναι η ζωή που ζούμε πράγματι η ζωή που θέλουμε;

Διαβάστε επίσης:

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, του Λέοντος Τολστόι σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη ξανά στο Θέατρο Αλκμήνη