«Oracle»: ένας «Χρησμός» μέσα από τον πολυμεσικό κώδικα του σύγχρονου θεάτρου

Στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης και μεταξύ 15 με 18 Οκτωβρίου παρακολουθήσαμε το δεύτερο μέρος της επιστημονικής τριλογίας του Πολωνού σκηνοθέτη Λούκας Τβαρκόφσκι (Łukasz Twarkοwski), γνωστού ήδη στο ελληνικό κοινό από τα πολυσυζητημένα έργα του “Rothko” και “Respublika”.

Το “Oracle” (αλλά ας μείνουμε στον «Χρησμό» ή «Μαντείο» αναλογιζόμενοι την απόδοση της λέξης στα ελληνικά), διατρέχει ορμητικά τον χρόνο, έχοντας -από το πρώτο κιόλας λεπτό που εισερχόμαστε στην αίθουσα- καταλάβει το χώρο της πλατείας: από τη στιγμή που ο θεατής βρίσκεται στη θέση του, μεταβάλλεται σε μια ασπρόμαυρη σκιά η οποία αντανακλάται στην τεράστια οθόνη της σκηνής. Άρα η παρουσία του μετα-μορφώνεται σε ίχνος το οποίο δεν διαφέρει από το(ν) διπλανό του, χάνεται ή χαώνεται μέσα σε μια ανυπόμονη ανθρώπινη κοινότητα που αναμένει τη συνέχεια στη σκηνή.

Επινοώντας και χρησμοδοτώντας το παρόν

Παρόντες και παρούσες -υπό την ιδιότητα του δραματικού προσώπου ήταν ο Άγγλος Άλαν Τούρινγκ (1912-1954), μαθηματικός, επιστήμονας της Λογικής και της πληροφορικής, κρυπταναλυτής, φιλόσοφος και θεμελιώδης μορφή στη θεωρία της τεχνητής νοημοσύνης. Γνωρίζουμε ότι η συμβολή του υπήρξε καίρια για τη συντόμευση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως επίσης γνωρίζουμε ότι το 1952 διώχθηκε ποινικά για ομοφυλοφιλία, χάνοντας έτσι την άδεια συμμετοχής σε μεγάλα ερευνητικά προγράμματα. Πέθανε από δηλητηρίαση με κυάνιο στο σπίτι του ενώ έλαβε μεταθανάτια συγγνώμη από τη βρετανική κυβέρνηση το 2009!

Στη σκηνή, θα αναπαρασταθεί επίσης, η Αμερικανίδα ηθοποιός Χέντι Λαμάρ (1914-2000), γνωστή για τις εκπληκτικές της εφευρέσεις αλλά και για το σύστημα επικοινωνίας πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι μετέπειτα σύγχρονες τεχνολογίες, του Wi-Fi αλλά και του Bluetooth. Συναντήσαμε ακόμα και την Σκωτσέζα μέντιουμ Χέλεν Ντάνκαν (1897-1956), η οποία ισχυριζόταν ότι μέσα από τις πνευματιστικές συνεδρίες μπορούσε να επικοινωνεί με νεκρούς. Να σημειώσουμε πως είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση βάσει του νόμου περί Μαγείας αν και διατεινόταν πως το φθινόπωρο του 1941 είχε επικοινωνήσει με το πνεύμα ενός νεκρού ναύτη, ο οποίος της αποκάλυψε ότι το φημισμένο θωρηκτό HMS Barham είχε βυθιστεί. Συνοδοιπόροι στη εκτύλιξη αυτής της μετα-θεατρικής εμπειρίας, ήταν ο Αμερικανός μηχανικός λογισμικού Μπλέικ Λεμόιν (1981-) που το 2022, ενώ εργαζόταν στη Google, εξέφρασε δημόσια την άποψη ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (ΑΙ) είχαν αναπτύξει ατομική συνείδηση. Η Google τον έθεσε σε διαθεσιμότητα, γιατί θεώρησε ότι παραβίασε την πολιτική απορρήτου της εταιρείας. Μία δε από τις βασικές του θέσεις σχετίζεται με τον λεγόμενο φιλοσοφικό λειτουργισμό που πρεσβεύει πως η δομή έχει σημασία στο βαθμό που καθορίζει τη συμπεριφορά. Ακολουθούν η μαθηματικός και νομισματολόγος Τζόαν Κλαρκ (1917-1996) γνωστή για τη συμβολή της στη μέθοδο Banburismus, που επινόησε ο Τούρινγκ, χάρη στην οποία επιταχύνθηκε σημαντικά η αποκρυπτογράφηση των γερμανικών επικοινωνιών.

Κομβικής σημασίας μορφή για τη δέση και την ανάπτυξη του σκηνοθετικού εγχειρήματος υπήρξε Αλαστάιρ Ντένιστον (1881-1961), διοικητής του Μπλέτσλι Παρκ και διευθυντής της κυβερνητικής Σχολής Κωδικοποίησης και Κρυπτογράφησης. Ήταν δε εκείνος που διόρισε τον Άλαν Τούρινγκ επικεφαλής της ομάδας Hut 8, ενός από τα τμήματα κρυπτανάλυσης στο Μπλέτσλι.

Η δομή της παράστασης ακολούθησε μια διττή και παράλληλη πορεία καθώς μαζί με την σταθερά φυσική παρουσία των ηθοποιών υπήρχε και κάμερα που κινηματογραφούσε και πρόβαλε σε δεύτερο επίπεδο τα καίρια σημεία: καθηλωτικές εκφράσεις των προσώπων, αντικείμενα που δήλωναν την ανάμειξη τους στην έκβαση, γραφιστικά από το μέλλον.

Στη σκηνή παρακολουθούσαμε ένα διάφανο, περιστρεφόμενο οικοδόμημα, εντός του οποίου οι δράσεις, τα πρόσωπα και ο μικρόκοσμός τους ήταν σαφές πως εξακοντίζονταν σε μια μελλοντική σφαίρα όπου η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και ο πόλεμος συνοδοιπορούν και αντιμάχονται. Στο δραματικό χωροχρόνο αυτό το σύμπαν φιλοξενείται στο Μπλέτσλι Παρκ, όπου είχαν συγκεντρωθεί επιστήμονες προκειμένου να σπάσουν τον κώδικα των γερμανικών μηνυμάτων. Από τη στιγμή αυτής της αγωνιώδους αλλά και επιτυχημένης προσπάθειας, τα πράγματα θα πάρουν άλλη τροπή: από την αποκάλυψη και σπάσιμο του κώδικα Enigma περνάμε στην αγωνιακή επινόηση της επόμενης στιγμής του κόσμου.

Μπορούμε όμως να μιλάμε για σαφή σκηνοθετική στόχευση;

Ο Twarkowski μάλλον δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει στη σκηνή ένα φιλοσοφικό δοκίμιο προχωρώντας στην πρόσμιξη προσωπικοτήτων και καθοριστικών για το παρελθόν και το μέλλον μας ηχηρών σημείων. Το πολυδαίδαλο métier που υπηρετεί, τον ωθεί σε μια εντυπωσιακή αλλά καθόλου ρηχή απεικόνιση. Ο σκηνοθέτης και φυσικά η δραματουργός Anka Herbut, επικαλούνται το παρελθόν και την αναμφισβήτητη αξία της επιστήμης και της τεχνολογίας για να αναρωτηθούν και να (μας) ρωτήσουν για την παροντικότητα που διανύουμε και το μέλλον που, όπως πάντα, δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Οι δραματικοί ήρωες δεν αναλώνονται σε διαλόγους όπου τα ανωτέρα μαθηματικά ή η γλώσσα του πολέμου αφήνουν στο περιθώριο τον παραλήπτη-θεατή. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι διαπληκτισμοί, οι εξομολογητικές στιγμές είναι δοσμένες με ένταση, αλλά χωρίς συναισθηματισμό, με οξυμένη πολιτική κρίση αλλά χωρίς μανιχαϊστική διάθεση. Οι ασπρόμαυρες εικόνες του χθες ενδύονται μέσα από ισχυρά ηχητικά τοπία και κινηματογραφικές προβολές, την ένταση του τεχνολογικού παρόντος επιρρώνοντας τη θέση του Τούρινγκ που αποκαλούσε μια από τις φανταστικές μηχανές του “the oracle”, επικαλούμενος έτσι την έννοια του μαντείου, τη μορφή της δυνατότητας.

Η διαρκώς εναλλασσόμενη περιστροφική σκηνή, η αδιάλειπτη λήψη και προβολή των προσώπων των ηθοποιών από θερμικές, παραμορφωτικές κάμερες σαν σε δεύτερο επίπεδο δράσης, η χρήση του στροβοσκοπικού φωτισμού (strobe lights), οι συχνά εκκωφαντικοί ήχοι αλλά και η ποιητικής δεινότητας στιγμή όπου το έργο θα κορυφωθεί με τη ρήση πως «οι άνθρωποι είναι η απειλή και όχι η μηχανή», συνθέτουν ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο μετα-θεατρικό σύμπαν. Από τη συνθήκη της δυστοπίας που αναδεικνύεται εύλογα από τις πρώτες κιόλας σκηνές που μας φέρνουν στον Β΄ Παγκόσμιο, οδηγούμαστε στη ρωγμή του όντος που δοκιμάζεται κοινωνικά και πολιτικά, ενώ παράλληλα η τεχνολογία λειτουργεί ως η επέλαση μιας μετα-συνθήκης απρόβλεπτης και αναπόφευκτης.

«Το μέλλον είναι εδώ» κάνοντας μια πρώτη «πρόβα» στη σκηνή της Στέγης

Η σκηνοθετική πραγμάτωση του εγχειρήματος αξιοποίησε αφειδώλευτα τα τεχνικά μέσα, επιστρατεύοντάς τα με τρόπο καθηλωτικό, προκειμένου να αιφνιδιάσει τον θεατή και να τον αποσπάσει από την παθητικότητα μιας συμβατικής θέασης. Ωστόσο, η συνολική διάρκεια αυτής της παράστασης-έπους θα μπορούσε να είχε περιοριστεί, ιδίως στο δεύτερο μέρος της. Εν τούτοις, οι ηθοποιοί εντάχθηκαν σε αυτό το έπος δίνοντας ερμηνείες που αποδείχθηκαν κάτι περισσότερο από επαρκείς και συντονίστηκαν άψογα στη λειτουργία της παράδοξης σκηνικής χρονομηχανής η οποία έθεσε τα τέσσερα κεντρικά ιστορικά πρόσωπα σε μια φαντασιωσική συνύπαρξη. Ο Mārtiņš Meiers στον ρόλο του Τούρινγκ (1912–1954), η Vita Vārpiņa στον ρόλο της Λαμάρ (1914–2000), η Nelė Savičenko στον ρόλο της Ντάνκαν (1897–1956) αλλά και ο Artūrs Skrastiņš στον ρόλο του Λεμόιν (γενν. 1981) ανταποκρίθηκαν με ερμηνευτική ευαισθησία στις σύνθετες εννοιολογικές αναφορές της παράστασης, αποδίδοντας με ακρίβεια τις υποκριτικές απαιτήσεις των σκηνών που παρέπεμπαν στη δυστοπική πραγματικότητα και την ψευδαισθητική της αναπαράσταση.

Photo Credit: © Pinelopi Gerasimou

Διαβάστε επίσης:

Θέατρο στη Στέγη: Το “ORACLE” της Anka Herbut από τον Łukasz Twarkοwski