«Το καταραμένο παιδί» του Ονορέ ντε Μπαλζάκ δεν επιστρέφει απλώς για δεύτερη χρονιά στη σκηνή του Θεάτρου Arroyo, σε διασκευή και σκηνοθεσία των Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα. Επιστρέφει σε μια εποχή που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της «καταραμένους»: ανθρώπους που δεν χωρούν στα πρότυπα, παιδιά που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες, πρόσωπα που η εξουσία προτιμά να απομονώνει αντί να τα αντιμετωπίζει. Στην παράσταση των Βαρτάνη και Παπατρέχα, ο Ετιέν δεν είναι μόνο ο ήρωας μιας νουβέλας του 19ου αιώνα αλλά, όπως λέει ο Παπατρέχας, «όλοι οι άνθρωποι που δεν ταιριάζουν στα πρότυπα της κοινωνίας τους».
Η διαδρομή της παράστασης ξεκίνησε από μια σχεδόν απλή παρόρμηση. Ο Παπατρέχας διάβασε τη νουβέλα και είδε τους ήρωές της «ζωντανούς» μπροστά του. Το επόμενο βήμα ήταν να τη δώσει στον Βαρτάνη. Από εκεί άρχισε μια διαδικασία στην οποία διασκευή, σκηνοθεσία και υποκριτική συναντώνται, με τους δύο δημιουργούς να υπογράφουν τη διασκευή και τη σκηνοθεσία και να βρίσκονται ταυτόχρονα επί σκηνής.
«Έχω τεράστια εμπιστοσύνη στο ένστικτο του Στεφάνου», λέει ο Βαρτάνης. Αυτή η εμπιστοσύνη μοιάζει να είναι και το κρυφό κέντρο της συνεργασίας τους. Αφήνουν χώρο στο απρόβλεπτο, στους ηθοποιούς και στις πρόβες, επιτρέποντας ακόμη και σε μια νέα ιδέα να αλλάξει την αρχική τους σύλληψη.
Με αφορμή την επιστροφή της παράστασης, μιλήσαμε με τους δύο δημιουργούς για τον Μπαλζάκ και τη σύγχρονη απήχησή του, τον Ετιέν, τη συνεργασία τους και όσα γεννιούνται όταν ένα έργο περνά από τη σελίδα στη σκηνή.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
-Λάζαρε, Στέφανε: το «Καταραμένο παιδί» επιστρέφει για δεύτερη χρονιά. Έχει ενδιαφέρον ότι, παρότι πρόκειται για ένα έργο του 19ου αιώνα, σχεδόν όλες οι κριτικές στάθηκαν στη σύγχρονη απήχησή του. Τι είναι αυτό που κάνει τον Μπαλζάκ να μιλά, σήμερα, τόσο άμεσα στο δικό μας παρόν; Και πότε ένα κλασικό έργο παύει να είναι απλώς «έργο εποχής» και γίνεται καθρέφτης της εποχής στην οποία παρουσιάζεται;
Στέφανος Παπατρέχας: Ο Μπαλζάκ έζησε σε μια εποχή όπου άρχισε ουσιαστικά ο καπιταλισμός. Άρχισε, δηλαδή, το να ανεβαίνει κάποιος κοινωνικά να μην είναι θέμα τίτλων αλλά κυρίως θέμα πλούτου. Πιστεύω αυτή η πολύ έντονη αλλαγή για την ως τότε γαλλική κοινωνία και φυσικά η αξιοθαύμαστη παρατηρητικότητα του Μπαλζάκ, οδήγησαν στο να γράψει βιβλία που περιγράφουν όλα τα κοινωνικά στρώματα, τις ηθικές αξίες, τις αρχές, τα όνειρα και τους φόβους και τις συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν την εποχή του. Δεν είναι τυχαίο πώς το σύνολο των έργων του, η «Ανθρώπινη Κωμωδία» είναι όπως λένε «καθρέφτης της κοινωνίας». Είμαι βέβαιος πως δεν έχει αλλάξει πολύ ο κόσμος από τότε και αυτό κάνει πολλά από τα έργα του Μπαλζάκ να είναι διαχρονικά και να μας αφορούν.
Λάζαρος Βαρτάνης: Εγώ διαβάζοντας το έργο, αλλά και κατά τη διάρκεια της διασκευής και των προβών συνειδητοποιούσα όλο και πιο πολύ πόσο «Το καταραμένο παιδί» μιλάει για σημερινούς πολιτικούς, επιχειρηματίες και γενικότερα ανθρώπους με εξουσία, οι οποίοι όπως ο Κόμης Ντ´Ερουβίλ καταστρέφουν οτιδήποτε σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Για αυτό αυτά τα έργα γίνονται καθρέφτης της εποχής μας: γιατί αγγίζουν θέματα που διαχρονικά απασχολούν την ανθρωπότητα και μάλιστα με αριστοτεχνικό τρόπο.
-Eπιλέξατε να μεταφέρετε στη σκηνή ένα έργο του Μπαλζάκ που δεν είναι από τα γνωστά στο ελληνικό κοινό. Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε αρχικά σε αυτό το σχετικά άγνωστο κείμενο και, μετά από μία ολόκληρη χρονιά παραστάσεων, τι ανακαλύψατε σε αυτό που δεν είχατε δει όταν ξεκινούσατε τη διασκευή;
Στέφανος Π.: Όλα ξεκίνησαν όταν σκέφτηκα να διαβάσω Μπαλζάκ, μιας και παρότι ήξερα πως πρόκειται για έναν σπουδαίο συγγραφέα, δεν είχα διαβάσει έργα του. Μέσα στα βιβλία που αγόρασα ήταν και «Το καταραμένο παιδί». Από τις πρώτες σελίδες ένιωσα σαν να βλέπω τα πρόσωπα ζωντανά μπροστά μου. Έχει μια συναρπαστική θεατρικότητα από την αρχή, πολύ καθαρούς και ενδιαφέροντες ήρωες και μια ποιητικότητα που με γοήτευσε πάρα πολύ. Ήταν πολύ καθαρό στο μυαλό μου πως αυτή η νουβέλα θα ήθελα να γίνει θεατρική παράσταση. Το επόμενο βήμα ήταν να το δώσω στον Λάζαρο.
Λάζαρος Β.: Έχω τεράστια εμπιστοσύνη στο ένστικτο του Στεφάνου. Παρόλα αυτά είμαι πολύ αυστηρός όταν πρόκειται για ένα επόμενο θεατρικό βήμα. Στην περίπτωση αυτή δεν είχα την παραμικρή αντίρρηση. Με το που διάβασα και την τελευταία σελίδα, αμέσως μπήκαμε σε συζητήσεις για τη διασκευή. Αυτό που πάντα είναι ένα αίνιγμα και μόνο η παράσταση θα σου δώσει την απάντηση είναι το αν αυτό που βλέπεις εσύ στο έργο, αν όλα όσα σε συγκινούν και σε ωθούν να πεις αυτήν την συγκεκριμένη ιστορία, αν όλο αυτό που ετοιμάζεις με τόση δουλειά και κόπο, αν θα αρέσει και αν θα αφορά και τους θεατές. Αυτό ποτέ δεν μπορείς να το ξέρεις, αλλά είμαι πολύ χαρούμενος που η επιλογή μας δικαιώθηκε και η ανταπόκριση ήταν όντως μεγάλη.
-Ο Ετιέν είναι ο «διαφορετικός», εκείνος που δεν χωρά στις προσδοκίες της οικογένειας και της κοινωνίας. Καθώς τον ενσαρκώνεις, τον βλέπεις περισσότερο ως έναν συγκεκριμένο ήρωα του Μπαλζάκ ή ως ένα διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που στιγματίζεται επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να χωρέσει στα μέτρα των άλλων;
Στέφανος Π.: Έχω την αίσθηση πως είναι ένας συνδυασμός των δύο. Υπάρχει δηλαδή από την μία ο ήρωας του Μπαλζάκ, ένα παιδί που στην ιστορία αυτή δεν πληροί τα κριτήρια του πατέρα του και της κοινωνίας στην οποία ζει και για τον λόγο αυτόν απομονώνεται, εκτοπίζεται και υποτιμάται. Υπάρχουν όμως από την άλλη πλευρά και όλα όσα αυτός ο ήρωας συμβολίζει. Ο Ετιέν (όπως και η Γκαμπριέλ στο έργο) είναι όλοι οι άνθρωποι που δεν ταιριάζουν στα πρότυπα της κοινωνίας τους, που η εξουσία και το σύστημα τους καταστρέφει όταν η ύπαρξη τους και μόνο ενοχλεί και δυσκολεύει και φέρνει προ των ευθυνών τους τους εκάστοτε δυνατούς.
-Και Λάζαρε, πόσο επηρέασε η δική σου σκηνοθετική ματιά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε τελικά ο Ετιέν;
Λάζαρος Β.: Για αρχή ακολουθήσαμε τη νουβέλα του Μπαλζάκ, τον χαρακτήρα που εκείνος έγραψε. Οπωσδήποτε όμως στη διασκευή και αργότερα στη σκηνοθεσία, πήγαμε σε μια πιο σύγχρονη αντιμετώπιση του Ετιέν. Στο βιβλίο ο Ετιέν είναι λίγο πιο εύθραυστος, αδύναμος και νωχελικός. Στη σημερινή εποχή όμως, πιστεύω πως ο θεατής θα δυσκολευόταν να ταυτιστεί αν δεν ενισχύονταν μαζί με την αθωότητα και το θάρρος να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες, να πατήσει πόδι και να ριψοκινδυνέψει την ζωή του για χάρη όσων νιώθει. Έτσι, έγινε ένας ωραίος συνδυασμός της γλυκύτητας και της δυναμικής του Ετιέν και όλη η σκηνοθετική γραμμή ήταν ακριβώς στο να υπάρχει αυτή η ισορροπία.

-Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στη δική σας συνεργασία: είστε ταυτόχρονα διασκευαστές, σκηνοθέτες και ηθοποιοί της ίδιας παράστασης. Πώς λειτουργούν όλες αυτές οι ιδιότητες στην πράξη; Υπάρχουν στιγμές που ο σκηνοθέτης μέσα σας διαφωνεί με τον ηθοποιό; Και, όταν συμβαίνει αυτό, ποιος από τους δύο έχει τελικά τον τελευταίο λόγο;
Λάζαρος Β.: Τον πρώτο λόγο τον έχει ο σκηνοθέτης. Με τη λογική αυτή, ως ηθοποιοί υπηρετούμε τον δρόμο και τη δραματουργία που έχουμε ήδη αποφασίσει πριν τις πρόβες ως σκηνοθέτες. Για μένα όμως δεν είναι ξεχωριστές αυτές οι ιδιότητες. Η μία είναι συνέχεια της άλλης. Όταν διαβάσαμε το έργο, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πώς θα γίνει θεατρική παράσταση. Επομένως μαζί με την διασκευή, σχηματιζόταν ήδη η σκηνοθετική γραμμή. Διασκευή και σκηνοθεσία αλληλοεπηρεάζονταν και μέσα στη διαδικασία αυτή ήδη αρχίζαμε να έχουμε και υποκριτικές κατευθύνσεις. Οπότε είναι δύσκολο να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στις ιδιότητες αυτές.
Στέφανος Π.: Επίσης, σε δικές μου π.χ. σκηνές που ο Λάζαρος δεν έπαιζε, φρόντιζε αυτός τη σκηνοθετική ματιά, πάντα πάνω στη γραμμή που είχαμε χαράξει από κοινού και αντίστοιχα τις σκηνές που έπαιζε ο Λάζαρος, τις επέβλεπα εγώ σκηνοθετικά. Αν τώρα έρθει μια διαφορετική ιδέα στον καθένα για μια σκηνή, πάντα δοκιμάζονται και οι δύο ιδέες και μετά βλέπουμε μαζί ποια λειτουργεί καλύτερα για την παράσταση. Νομίζω ποτέ ως τώρα δεν είχαμε διαφωνία. Ίσως επειδή υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη και είναι και από τους δύο μας σαφές πως τον τελευταίο λόγο έχει αυτός που το βλέπει από έξω, μιας και πολλές φορές ως ηθοποιοί πάνω στη σκηνή πιθανά να έχουμε άλλη αίσθηση από αυτήν που εισπράττει ο θεατής.
-Μια παράσταση, όσο προσωπικό κι αν είναι το όραμα των δημιουργών της, διαμορφώνεται τελικά μέσα από τη συνάντηση με τους ανθρώπους που βρίσκονται μαζί τους στη σκηνή και πίσω από αυτήν. Τι σας έδωσε η συνεργασία με τους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συντελεστές του «Καταραμένου παιδιού»; Υπήρξε κάτι που γεννήθηκε μέσα από αυτή τη συλλογική διαδικασία και δεν υπήρχε αρχικά στη δική σας σύλληψη;
Στέφανος Π.: Δίνουμε μεγάλη σημασία στο να νιώθουν όλοι συνδημιουργοί. Σίγουρα η τελική απόφαση είναι δική μας, αλλά επιζητούμε τις προτάσεις και την άποψη όλων. Έχουμε, ας το πούμε έτσι, ένα 70-80% καθαρό στο μυαλό μας και το υπόλοιπο 30-20% διαμορφώνεται με βάση το υλικό που έρχεται από όλους. Συν του ότι ακόμη και να έχουμε μια καταπληκτική ιδέα υπόψη, είναι πιθανό στην πράξη να μην λειτουργεί ή/και να μην ταιριάζει στη συγκεκριμένη ομάδα, ενώ αντίθετα μπορεί μέσα από τις πρόβες, από τους συντελεστές, τους ηθοποιούς, από όλους μας να γεννηθεί κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί εκ τον προτέρων και να λειτουργεί άψογα.
Λάζαρος Β.: Βέβαια. Αν δηλαδή πούμε πως η παράσταση είναι ένας τοίχος που πρέπει να βαφτεί, εγώ και ο Στέφανος θα αποφασίσουμε το χρώμα. Αν αποφασίσουμε πως θα βαφτεί μπλε, η απόχρωση ή οι πολλές αποχρώσεις (αν θα είναι μπλε σκούρο ή ανοιχτό, σιέλ, ηλεκτρίκ κλπ) θα έρθουν μέσα από τις πρόβες, από την δουλειά όλων μας και τον συνδυασμό που έχει δημιουργήσει ο θίασος, πάντα με εμάς να έχουμε την τον τελευταίο λόγο του συνολικού αποτελέσματος.
-Λάζαρε, Στέφανε: συνεργάζεστε στενά και εδώ και χρόνια. Τι έχετε μάθει ο ένας από τον άλλον που δεν θα είχατε μάθει αν δεν είχατε συναντηθεί καλλιτεχνικά; Και υπάρχει κάποιο χαρακτηριστικό του άλλου που, ακόμη και σήμερα, σας εκπλήσσει ή σας εκνευρίζει δημιουργικά;
Στέφανος Π.: Δεν νομίζω να μπορεί να υπάρχει συνεργασία χρόνων χωρίς αμοιβαία εκτίμηση και θαυμασμό. Από την μεριά μου πάντα θαύμαζα στον Λάζαρο την εμμονή στην λεπτομέρεια και το πάθος του για ό,τι κάνει – από σκηνικά και κατασκευές μέχρι την οργάνωση των προγραμμάτων και φυσικά το δόσιμό του στον ρόλο του και στην υποκριτική καθοδήγηση. Έχω πάρει – και ακόμη παίρνω – πολλά σε σχέση με όλα αυτά και δεν μπορώ να παραλείψω πως χάρη στον Λάζαρο έχω μπει σε διαδικασία κατασκευών και ανάμειξης στα σκηνικά που έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον.
Λάζαρος Β.: Το ότι συνεργαζόμαστε τόσα πολλά χρόνια, αυτό από μόνο του κάτι δείχνει. Από τη δική μου μεριά έχω μάθει από τον Στέφανο ότι χρειάζεται ψυχραιμία κάποιες φορές στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, γιατί εγώ λειτουργώ αρκετά παρορμητικά. Ο Στέφανος λοιπόν μου έδειξε ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος. Θαυμάζω σε αυτόν το ταλέντο του στο τραγούδι – έχει καταπληκτικό αφτί – και φυσικά τον τρόπο που παίζει γιατί μιλάμε για έναν σπουδαίο ηθοποιό. Αν με εκνευρίζει κάτι σε αυτόν, είναι το πόσο γρήγορα μαθαίνει λόγια ενώ εγώ σε αυτό το κομμάτι είμαι – δυστυχώς – αργός.
-Mετά από μία ολόκληρη σεζόν έχετε πλέον την εμπειρία της παράστασης όχι μόνο ως δημιουργοί αλλά και μέσα από την αντίδραση του κοινού. Υπήρξε κάτι που συνέβη μέσα στις παραστάσεις που σας έκανε να δείτε διαφορετικά το «Καταραμένο παιδί»;
Λάζαρος Β.: Δεν έχω να πω για κάτι που άλλαξε τον τρόπο που βλέπω το έργο. Μόνο να έκανε πιο έντονα όσα πίστευα και έβλεπα μέσα στο έργο αυτό. Σίγουρα, όπως είπαμε και παραπάνω, δεν μπορούσαμε να ξέρουμε τις αντιδράσεις του κοινού. Ευτυχώς η επιλογή μας ήταν σωστή. Και χαίρομαι πολύ γιατί πολλές φορές μετά την παράσταση μας έλεγαν εντυπώσεις και συνειδητοποιήσαμε πως ακόμη και λεπτομέρειες που θεωρούσαμε πως δεν είναι εύκολο να εντυπωθούν, είχαν γίνει αντιληπτές και μάλιστα με ενθουσιασμό.
Στέφανος Π.: Αυτή είναι μια από τις πιο ουσιώδεις επιβραβεύσεις: αυτό που σε συγκίνησε και σε παρακίνησε να ανεβάσεις μια παράσταση, όχι μόνο να το εισπράττει ο θεατής, αλλά και να τον συνεπαίρνει η παράσταση και η ιστορία που επέλεξες να πεις. Πέρα από αυτό, έχει τύχει μετά από παράσταση να ακούσουμε μια πολύ διαφορετική οπτική του φινάλε, αλλά δεν θα επεκταθώ γιατί δεν θέλω να προδώσω τον τρόπο που τελειώνει το έργο. Επίσης κάτι που με εντυπωσίασε είναι μια ωραία ανάγνωση της κυρίας Σοφίας Φιλιππίδου που προλόγισε την έκδοση της διασκευής μας από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο Μπαλζάκ είχε γράψει κάτω από μια προτομή του Ναπολέοντα τη φράση «ό,τι δεν κατάφερε αυτός με το σπαθί του, θα το καταφέρω εγώ με την πένα μου». Επειδή λοιπόν εμείς επιλέξαμε στη διασκευή τη χρήση μαχαιριού σε μια πολύ κομβική στιγμή του έργου, μας είπε πως της φάνηκε πολύ ενδιαφέρον ότι εμείς στη διασκευή φέραμε με την πένα μας το σπαθί. Ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ και δεν είχα κάνει καθόλου τη σύνδεση.
-Kαι ίσως μια τελευταία ερώτηση που αφορά περισσότερο εσάς τους δύο παρά τον Μπαλζάκ. Αν κοιτάξετε τη μέχρι σήμερα κοινή σας διαδρομή, τι είναι αυτό που θέλετε περισσότερο να διατηρήσετε ως καλλιτέχνες;
Στέφανος Π.: Την σχεδόν παιδική αγάπη και τον ενθουσιασμό για το θέατρο και όλη την διαδικασία της δημιουργίας. Είναι λογικό μέσα σε όλα τα στάδια από την επιλογή έργου μέχρι την τελευταία παράσταση, να υπάρχουν εμπόδια πάσης φύσεως (οικονομικά, επικοινωνίας, δύσκολων προγραμμάτων που πρέπει να συνδυαστούν, τεχνικά που οφείλεις να βρεις πώς να λυθούν κλπ) σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό του χώρου, την προχειρότητα που υπάρχει πολλές φορές γύρω μας, αλλά και την έλλειψη στήριξης από το Υπουργείο Πολιτισμού (μιας και δεν έχουμε λάβει ποτέ θετική απάντηση σε όσες αιτήσεις επιχορήγησης έχουμε κάνει ως τώρα). Κάνω μεγάλο αγώνα να μην επηρεαστώ τόσο από όλα αυτά, ώστε να χαθούν όλα όσα απολαμβάνω σε αυτή τη δουλειά.
Λάζαρος Β.: Κι εγώ αυτό που θα ήθελα είναι να παραμείνω ειλικρινής απέναντι στο εαυτό μου και να μην πτοηθώ από την προχειρότητα που έχουν πολλοί στον χώρο μας και όχι μόνο. Είναι τρομακτικό πόσοι άνθρωποι στην ουσία βαριούνται να δουλέψουν και χρησιμοποιούν δικαιολογίες – ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό – για να μην κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Δεν θέλω καμία σχέση με τέτοια άτομα και εννοείται τρέμω στην ιδέα να τους μοιάσω έστω και λίγο.

Διαβάστε επίσης:
Το καταραμένο παιδί, του Ονορέ ντε Μπαλζάκ για 2η χρονιά στο Θέατρο Arroyo
Ιωάννα Παπακωνσταντίνου: «Το Καταραμένο Παιδί» – Όταν το θέατρο γίνεται καθρέφτης της ψυχής