Πολλοί δημιουργοί, ο Πόε, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και τόσοι άλλοι ήδη από τις πρώτες και πρώιμες απόπειρες συγγραφής δείχνουν το μεγαλείο και την συγγραφική τους ταυτότητα, στιγματίζονται από μια επιτυχή εκκίνηση που στην πορεία γίνεται ύμνος και συγκλονίζει. Τέτοια είναι η περίπτωση της Κλαρίσε Λισπέκτορ σε αυτό το εμβληματικό ξεκίνημά της ήδη σε πολύ νεαρή ηλικία. Πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο το 1942, όταν η ίδια βρίσκεται σε ηλικία 22 ετών. Η γέννηση ενός έργου λογοτεχνικού κρύβει μυστήριο και αν επιπλέον κρύβει και πόνο, ταλαιπωρία και ανηφορίζει έναν Γολγοθά, τότε καθίσταται έργο που αντέχει στον χρόνο. Διαφαίνεται έντονα πόσο η συγγραφέας παλεύει με τον εσώτερο κόσμο της, με όλα αυτά που την ευαισθητοποιούν. Οι ιστορίες της, όπως αυτή εδώ, είναι πνοή και αναπνοή, είναι γέννηση εκ της σαρκός του δημιουργού, σαν ένα τρίπτυχο της Αναγέννησης. Η Λισπέκτορ, όπως σε όλα τα βιβλία της, επιχειρεί για μια ακόμα φορά να αναλύσει τον ανθρώπινο ψυχισμό, τον δικό της και το κατορθώνει με την ποιητικότητα και τον παλμό των κειμένων της. Το μυθιστόρημα αυτό αντικατοπτρίζει το μυαλό και την ψυχή τους που ακροβατούν ανάμεσα στην χαρά και την λύπη, η ίδια βρίσκεται σε σύγχυση και κρίση μέσα από γεγονότα που δημιουργούν ερωτηματικά και απορίες, συμβάντα που έχουν τελικά την σημασία τους.

Ξεγυμνώνοντας τον άστατο εσωτερικό της κόσμο που πάλλεται συθέμελα

Η γραφή της Λισπέκτορ είναι συνυφασμένη με τον στοχασμό, τον πόνο, την θλίψη, την αντοχή στο θανατικό, την αντίσταση αλλά και την αποδοχή των μαύρων σκέψεων. Μοιάζει με πίνακα του Βαν Γκογκ όπου τα κοράκια βρίσκονται από πάνω της και της σφυρίζουν το τέλος μα εκείνη υπό το άγριο βλέμμα τους συνεχίζει να περπατά στα δικά της στάχυα, δεν λυγίζει και προχωράει μέχρι τελικής πτώσης. Το βιβλίο αυτό ήδη από τις πρώτες φράσεις και χάρη στην εξαιρετικά ζωντανή μετάφραση της άξιας Μαρίας Παπαδήμα και του Αλέξανδρου Παπαδήμα Λέιτε έχει το άρωμά της, την ιαχή της, το στίγμα της και εμείς ως αναγνώστες στεκόμαστε με σεβασμό και δέος ενώπιον της απίστευτης μοναδικότητας και δυναμικότητάς της. Ο αναγνώστης συμπάσχει με την πορεία της κορύφωσης της αγωνίας που διαχέεται δίχως έκπτωση καθ’ όλη την διάρκεια του διαλόγου της συγγραφέως με τον εαυτό της μέσω ενός έρωτα που από την μία ξεψυχά και από την άλλη αναγεννάται από τις στάχτες του, αυτό το δράμα το χειρίζεται με εκπληκτική δεξιότητα αλλά και με φυσικότητα αφού όλα εξαρτώνται από εκείνη. Όπως η ζωή τρέμει στα χέρια της και παλεύει να την κρατήσει για να μην της ξεφύγει έτσι και οι λέξεις γλιστράνε στα δάχτυλα και ποτίζει όλο το κείμενο με ρεύματα, με τάσεις και με μία ροπή ανυπαρξίας που κανείς αναρωτιέται αν έχει ήδη επιτελεστεί ή βρίσκεται στο μεταίχμιο.

Σε ένα βιβλίο που αποτυπώνει πλήρως τα εσωτερικά ερωτήματα και αποτελεί έναν ορυμαγδό αποριών για τη ζωή και την ύπαρξη, η Κλαρίσε Λισπέκτορ παρουσιάζεται ενώπιόν μας. Πρόκειται για ένα γραπτό κείμενο μακριά από τετριμμένα, είναι μια εξομολόγηση στον εαυτό της και ενέχει μια δυική διάσταση, ένα άνοιγμα ψυχής απέναντι σε όσα την κατακερματίζουν. Εφευρίσκει τρία πρόσωπα στα οποία επιτρέπει το διάλογο και την ανταλλαγή λεκτικών διαδρομών, είναι η Ζοάνα, ο Οτάβιο και η Λίντια, δημιουργώντας ένα τρίγωνο σύγκρουσης, αμφιβολίας και απώλειας. Η ίδια, έχοντας σώας τας φρένας και έχοντας γνώση για την προδιαγεγραμμένη μοίρα της, ξεφεύγει από το πλαίσιο μιας απλής αφηγήτριας και εξωτερικεύει τον κόσμο της που αξίζει να ακουστεί, το δικό της κόσμο που με τον θάνατο να αναγεννηθεί. Πριν όμως αυτό συμβεί έχει να γράψει και να ξαναγράψει γιατί η λύτρωση έτσι επέρχεται. Σε ένα είδος προσωπικής μαρτυρίας με αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά και συνάμα φιλοσοφικού δοκιμίου υπαρξιακής διάστασης η Λισπέκτορ δεν κρύβεται.

Η ίδια βρίσκεται σε μια δική της αποδρομή, σε ένα δικό της προσωπικό λαβύρινθο, μοιάζει με μια ύπαρξη που ζητά σαν τον Οδυσσέα σανίδα σωτηρίας και βρίσκεται σε πλήρη εξάρτηση από την σκέψη της που δοκιμάζεται συνεχώς. Ο γάμος της με τον Οτάβιο δεν είναι λύση και η ίδια βιώνει αυτήν την σχέση δραματικά και με πόνο ψυχής, όλα μέσα της καταρρέουν: «Οι μέρες περνούσαν γρήγορα κι αυτή επιθυμούσε να βρει κι άλλο τον εαυτό της. Τώρα τον καλούσε δυνατά, και δεν της αρκούσε να αναπνέει. Η ευτυχία την έσβηνε, την έσβηνε… Ήθελε να αισθανθεί ξανά τον εαυτό της, ακόμη και με πόνο. Όμως βυθιζόταν ολοένα περισσότερο. Αύριο, το ανέβαλλε, αύριο θα με δω. Ωστόσο η καινούργια μέρα άγγιζε την επιφάνεια της, ανάλαφρη σαν καλοκαιρινό απόγευμα, τσαλακώνοντας λίγο τα νεύρα της».

Η αίσθηση στον αναγνώστη είναι πως τίποτε δεν τελειώνει ακόμα και αν η τελική τελεία έχει μπει και το βιβλίο έχει παραδοθεί στα χέρια του. Ένας φιλοσοφικός όσο και υπαρξιακός πόλεμος εργάζεται μέσα της με μανία σαν την μανία του πολεμιστή στη μάχη που ξέρει πως ο θάνατος θα του φέρει δόξα και τιμή αλλά που πάλι λαχταρά να λάβει μέρος ξανά και ξανά για να νιώσει την ίδια ικανοποίηση. Η Λισπέκτορ αποτελεί μια κατηγορία από μόνη της γιατί μπορεί με την διείσδυση που επιχειρεί μέσω της γραφής να μετουσιώνει τον πόνο και την αγωνία, την ίδια της την αμφισβήτηση σε έργο τέχνης που όλοι διαβάζουμε και απολαμβάνουμε. Η Λισπέκτορ με τα σπαρακτικά της λόγια μας μυεί στο δικό της σύμπαν, ένα σύμπαν μέσα στο οποίο υποφέρει και όμως διχασμένη ούσα δεν παύει να μας συγκινεί, να μας εμπνέει να την ακολουθήσουμε στη διαδρομή της προς το επέκεινα. Μοιάζει με κάποια άλλη ή κάποιον άλλο σαν αυτή να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μην έγραψε ποτέ αυτό το σπουδαίο νεανικό «άσμα» της προτού μεταπηδήσει σε έναν κόσμο ήσυχο και αλλοτινό, σαν όλο αυτό να είναι μία ελεγεία και ένας ύμνος αλλά και τραγωδία μαζί. Η ίδια καταγράφει τον μαρτυρικό πόνο μίας ηρωίδας που μοιάζει να είναι ο δικός της καθρέφτης, μία άλλη Frida Kahlo που ζωγραφίζει παρά την αδυναμία που δηλώνει λόγω των συμβάντων της υγείας της, των πολύ οδυνηρών.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Κοντά στην άγρια καρδιά»:

«Ποτέ δεν θα έχω λοιπόν κάποια κατευθυντήρια γραμμή, σκεφτόταν μήνες αφότου παντρεύτηκε. Γλιστράω από τη μια αλήθεια στην άλλη, ξεχνώντας διαρκώς την προηγούμενη, διαρκώς ανικανοποίητη. Η ζωή της αποτελούνταν από ολόκληρες μικρές ζωές, κύκλους πλήρεις, κλειστούς, όλους απομονωμένους μεταξύ τους. Όμως στο τέλος του κάθε κύκλου, αντί να πεθαίνει και να αρχίζει τη ζωή της σε άλλο επίπεδο, ανόργανο ή κατώτερο οργανικό, η Ζοάνα την ξανάρχιζε πάλι στο ανθρώπινο επίπεδο»

Διαβάστε επίσης:

Κλαρίσε Λισπέκτορ – Κοντά στην άγρια καρδιά: Ένα γοητευτικό βιβλίο αριστοτεχνικής γραφής