Οι εκδόσεις Περισπωμένη πιστές στο εκδοτικό τους έργο και την ποιότητα των εκδόσεων μας πηγαίνουν πίσω στον χρόνο και σε ένα από τα πιο εμβληματικά κείμενα, αυτό του Δεκαήμερου του Βοκακίου. Η έκδοση είναι πολύ σημαντική για την ελληνική βιβλιογραφία και η μετάφραση του Στέλιου Χουρμουζιάδη αρτιότατη και πολύ εμπεριστατωμένη.

Πρώτα για το βιβλίο: Ο Ελληνιστί γνωστός Βοκάκιος βασισμένος σε μια ιδέα συγκέντρωσης- απομόνωσης του βασιλικού ζεύγους και μιας ομάδας επιφανών κατοίκων της Φλωρεντίας στα χρόνια της πανούκλας και της Αναγέννησης ξεδιπλώνει μια σειρά εκατό διηγημάτων με την μορφή αφηγήσεων των μελών της, από τα οποία είκοσι με βασικούς πρωταγωνιστές γυναίκες ξεδιπλώνονται με μαεστρία σε αυτό το βιβλίο, μια από τις πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες στην ιστορία της φιλολογίας.

Δεύτερο και σημαντικό: Η γλώσσα του πρωτοτύπου, η Τοσκανική διάλεκτος, πρόγονος της σύγχρονης Ιταλικής γλώσσας, όπως μαθαίνουμε. Την μουσική της μας μεταφέρει ο δημιουργός του βιβλίου και μεταφραστής αυτούσια, σε τέτοιο βαθμό που να μη χρειάζεται να αισθανόμαστε άσκημα που δεν έχουμε την δυνατότητα ανάγνωσης του πρωτοτύπου. Μεταφέρεται από τα μάτια μας στ΄αυτιά μας και ρέει σαν λάλον ύδωρ. Μας θυμίζει ότι κάπως έτσι αισθανθήκαμε ξανα-διαβάζοντας τον Θερβάντες στην υπέροχη μετάφραση του Δον Κιχώτη της Μελίνας Παναγιωτίδου.

Αφήγηση ηρωίδων γεμάτη πάθος και ευθείες βολές κατά του κλήρου συνθέτουν ένα λογοτεχνικό κόσμημα

Οι αφηγήσεις ξεχειλίζουν από ευρηματικότητα, ενόσω πονηριά και αφέλεια, ιπποτισμός και ονειδισμός αρχές και ασυνειδησία, εναλλάσσονται με γρήγορους ρυθμούς. Πολυμήχανοι ήρωες και ηρωίδες εκδηλώνουν το πάθος και τον ερωτισμό τους στον κολοφώνα του νεανικού σφρίγους τους ή κάπως άκαιρα έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα γι αυτή τους την αποκοτιά. Η σωφροσύνη και η εγκράτεια, οι κοινωνικοί περιορισμοί και τα δεσμά ακολουθούν ασθμαίνοντας την πραγμάτωση της συνεύρεσης και την απελευθέρωση του αχαλίνωτου πάθους. Η Διονυσιακή μέθη στο αποκορύφωμα της και στο κέντρο το γυναικείο κάλλος και το θέλγητρο. Η χριστιανική ηθική έχει πάει για ύπνο. Η κακοφορμισμένη από τους διάπυρους κήρυκες αμαρτία έχει πάει κι αυτή στο κρεββάτι με τους ερωτευμένους, αλλά για ύπνο. Ο έρωτας για τον Βοκάκιο δεν είναι αμάρτημα, είναι φυσική ανθρώπινη κατάσταση, ακόμα και η μοιχεία πριν από επτακόσια σχεδόν χρόνια δεν ήταν ποινικό αδίκημα, όπως ήταν πρίν από πενήντα, τον 20ο αιώνα.

Το βιβλίο είναι μια καρτ ποστάλ της τότε Ιταλίας, πού φαίνεται να μην την άγγιξε ο χρόνος. Νάπολη, Σικελία, Γένοβα εμφανίζουν τις ίδιες «ιδιαιτερότητες», η Πάντοβα την ομορφιά των κοριτσιών της και η Φλωρεντία το άγγιγμα του Μίδα-καλλιτέχνη. Είναι απίστευτο πόσο σύγχρονο είναι και πόσο διασκεδαστικό και απευθυνόμαστε σε αυτούς που, έχοντας αμυδρή μόνο γνώση του Δεκαήμερου νομίζουν ότι είναι κάτι σαν την Κόλαση του Δάντη.

Πέραν του γεγονότος ότι αυτό το βιβλίο με την ελευθεροστομία του στην εξύμνηση του έρωτα, της ζωντανής ζωής και των καθημερινών ανθρώπων που εκπροσωπούνται από τους χαρακτήρες των διηγημάτων που από μόνο του ξαφνιάζει τον αναγνώστη κάθε φορά που επαναφέρει στην μνήμη του πότε γράφτηκε το Δεκαήμερο υπάρχει και κάτι άλλο: η θυελλώδης επίθεση κατά του κλήρου. Ούτε ιερείς, ούτε μοναχοί ή μοναχές, ούτε επίσκοποι, καρδινάλιοι ούτε καν ο ίδιος ο εκπρόσωπος του θεού επι της γής, ο Πάπας και σύμπασα η Καθολική Εκκλησία μένουν απρόσβλητοι από τα δηλητηριώδη βέλη του Βοκάκιου. Αυτοί οι υποκριτές άνθρωποι του θεού που κατηγορούν τους «πιστούς» για τις ανομίες τους, κάνουν ακριβώς τα ίδια και χειρότερα και κάθε φορά που αποκαλύπτονται και πρέπει να λογοδοτήσουν απαντούν: εσείς σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να κάνετε αυτά που κάνουμε εμείς όταν παρασυρόμαστε, γιατί θα πάτε στην Κόλαση. Η θέση του Βοκάκιου έναντι του κλήρου είναι σφοδρή όσο και του Νίτσε στον Αντίχριστο που θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνο τον Παύλο για την δημιουργία του απεχθούς κλήρου. Αλλά πόσοι και πόσοι κορυφαίοι λογοτέχνες – και όχι μόνο – δεν θεώρησαν τους κληρικούς και την υποκρισία τους σαν ένα από τα μεγάλα κακά της ανθρωπότητας για πολλούς αιώνες μέχρι το κοινό στο οποίο απευθύνεται να περιοριστεί στους εύπιστους.

Δημιουργείται λοιπόν εύλογα σε όλους μας το ερώτημα: πώς επετράπη η κυκλοφορία – θα λέγαμε σήμερα – αυτού του βιβλίου; Μάθαμε λοιπόν, και ελπίζουμε έτσι να είναι, ότι κυκλοφορούσε σε φυλλάδια μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, οπότε εμφανίστηκε η πρώτη έκδοση, λογοκριμένη βέβαια, ενώ σε δεύτερη φάση εκδόθηκε με αφαίρεση των τίτλων όλων των κληρικών και υποκατάσταση τους από κοσμικούς. Η ελεύθερη έκφραση δεν υπήρχε τότε ούτε καν σαν έννοια. Όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής κ. Χουρμουζιάδης η τελευταία μετάφραση ολόκληρου του έργου στα Ελληνικά έγινε το 1972 και έκτοτε δεν επιχειρήθηκε η επανέκδοση του. Το τόλμημα αυτής της αντιπροσωπευτικής έκδοσης είναι ανάλογο με το τότε τόλμημα του Βοκάκιου αλλά έχει όλα τα στοιχεία που οδηγούν στην εκδοτική επιτυχία. Υψηλότατου επιπέδου απόδοση ενός παρεξηγημένου – από άγνοια περισσότερο – κλασσικού έργου που ανήκει σαφώς, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, στην λίστα των εκατό καλύτερων βιβλίων που γράφτηκαν ποτέ. Γι αυτό και θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα γίνει η αφορμή για την επανέκδοση του Δεκαήμερου ολοκληρωμένου.

Διαβάστε επίσης:

Βοκάκιος – Δεκαήμερο: Ένα κλασικό αριστούργημα με είκοσι εξομολογητικά διηγήματα