Υπάρχουν έργα που δεν ξεκινούν από μια ιστορία, αλλά από μια ρωγμή. Το «Κουρέλι» του Dennis Kelly είναι ένα τέτοιο έργο. Δεν αφηγείται απλώς γεγονότα· αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη τα διαστρεβλώνει, τα ανακατασκευάζει, τα προστατεύει ή τα καταστρέφει.

Αυτό που με απασχόλησε περισσότερο στο «Κουρέλι» του Dennis Kelly δεν ήταν το τι αφηγείται, αλλά το τι αποφεύγει να σταθεροποιήσει. Υπάρχει μια διαρκής μετατόπιση, μια αίσθηση ότι κάτι σχηματίζεται και ταυτόχρονα διαφεύγει. Αυτή η ασάφεια δεν λειτουργεί ως έλλειψη, αλλά ως βασικός μηχανισμός του έργου.

Δύο άνθρωποι. Ένας αδελφός και μια αδελφή. Μιλούν για το παρελθόν τους, ή για κάτι που μοιάζει με παρελθόν. Οι αφηγήσεις τους δεν σταθεροποιούνται. Αναιρούνται, ξαναγράφονται, συγκρούονται. Κάθε εκδοχή ανοίγει μια νέα πιθανότητα, χωρίς να ακυρώνει την προηγούμενη. Από ένα σημείο και μετά σταμάτησα να ψάχνω τι είναι αλήθεια. Με ενδιέφερε περισσότερο γιατί υπάρχει ανάγκη να ειπωθούν όλα αυτά.

Αυτό με ακριβώς με κράτησε, αυτή η αστάθεια. Το έργο δεν προσφέρει έδαφος για να σταθείς με ασφάλεια. Αντίθετα, σε μετακινεί διαρκώς. Σε αφήνει μέσα σε μια κατάσταση όπου τίποτα δεν ολοκληρώνεται πλήρως και τίποτα δεν εξαφανίζεται.

Στις πρόβες βρεθήκαμε μπροστά σε ένα παράξενο έδαφος. Δεν υπήρχε “χαρακτήρας” με την έννοια που τον ξέρουμε. Δεν υπήρχε μια γραμμή που οδηγεί κάπου. Υπήρχαν θραύσματα. Και έπρεπε να βρούμε πώς αυτά τα θραύσματα μπορούν να υπάρξουν σκηνικά χωρίς να τα τακτοποιήσουμε.

Αρχίσαμε να δουλεύουμε από το σώμα. Από την παρόρμηση που δεν ολοκληρώνεται. Από τη φράση που σταματά πριν ειπωθεί. Από την παύση που αποκτά βάρος. Υπήρχαν στιγμές που το πιο δύσκολο δεν ήταν να μιλήσεις, αλλά να αντέξεις να μη μιλήσεις. Να μείνεις μέσα σε αυτό που δεν έχει ακόμη μορφή.

Η σχέση των δύο δεν χτίζεται γραμμικά. Δεν εξελίσσεται. Υπάρχει σαν μια διαρκής διαπραγμάτευση. Σαν κάτι που επαναπροσδιορίζεται κάθε φορά που ειπώνεται. Ο ένας συμπληρώνει, αναιρεί ή διαστρεβλώνει τον άλλον. Και μέσα από αυτή τη σύγκρουση, κάτι αρχίζει να διαφαίνεται — όχι ως αλήθεια, αλλά ως ανάγκη.

Έτσι έγινε ξεκάθαρο ότι οι χαρακτήρες δεν βρίσκονται σε έναν εξωτερικό χώρο. Δεν “είναι κάπου”. Είναι μέσα σε κάτι. Μέσα σε μνήμες που δεν έχουν σειρά, μέσα σε εικόνες που επιστρέφουν αλλοιωμένες. Αυτός ο εγκλωβισμός δεν είναι μόνο εκρηκτικός. Είναι και ήσυχος — και ίσως αυτό τον κάνει πιο βίαιο.

Η ζωντανή μουσική μπήκε σε αυτή τη λογική. Δεν θέλαμε να συνοδεύει ή να εξηγεί. Περισσότερο να υπάρχει ως μια παράλληλη ένταση. Σαν κάτι που διαπερνά τη σκηνή χωρίς να ανήκει σε αυτήν. Μερικές φορές μοιάζει να έρχεται από κάπου αλλού, σαν μια μνήμη που δεν μπορείς να ελέγξεις.

Καθώς προχωρούσε η δουλειά, έμενε συνεχώς μια σκέψη: ότι ίσως δεν θυμόμαστε ποτέ ακριβώς. Ότι φτιάχνουμε ιστορίες για να αντέξουμε αυτό που έχει συμβεί. Και ότι αυτές οι ιστορίες αλλάζουν — όχι γιατί είναι ψεύτικες, αλλά γιατί δεν υπάρχει ένας τρόπος να ειπωθούν.

Το «Κουρέλι» δεν ζητά να το καταλάβεις. Σου ζητά να μείνεις μέσα του. Να αντέξεις την αστάθεια, την επανάληψη, το κενό.

Τι θα έκανες αν έβρισκες ένα μωρό στα σκουπίδια;

Η ερώτηση δεν ζητά απάντηση. Ανοίγει έναν χώρο. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς. Εκτίθεται. Αναγκάζεται να σταθεί απέναντι σε κάτι που δεν μπορεί να οργανώσει, να εξηγήσει ή να “κλείσει”.

Και κάπου εκεί, για μένα, αρχίζει το έργο.

Διαβάστε επίσης:

Κουρέλι, του Ντένις Κέλι σε σκηνοθεσία Συμεών Κωστάκογλου στο θέατρο Χώρος