«Όταν καλείσαι να μοιραστείς προσωπικές μαρτυρίες, δεν πρόκειται απλώς για μια αφήγηση· είναι μια επιστροφή. Μια βουτιά σε κομμάτια του εαυτού σου που δεν είναι πάντα τακτοποιημένα ούτε φωτισμένα. Εκεί, ο χρόνος δεν λειτουργεί γραμμικά· το παρελθόν γίνεται παρόν και το βίωμα ξαναγεννιέται μέσα σου. Κι αυτό έχει μια ευθραυστότητα, αλλά και μια αλήθεια που δεν μπορείς να προσποιηθείς», μας είπε ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, μιλώντας για τη διαδικασία δημιουργίας της παράστασης «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν».
Το έργο σε σύλληψη και σκηνοθεσία Ανέστη Αζά, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Προσκήνιο, γεννιέται ακριβώς μέσα από αυτή την εύθραυστη ζώνη: εκεί όπου η προσωπική μνήμη παύει να είναι ιδιωτική και μετασχηματίζεται σε συλλογική εμπειρία. Σε ένα σκηνικό που παραπέμπει σε λαϊκό καφενείο της δεκαετίας του ’80, πέντε ηθοποιοί ανοίγουν έναν διάλογο με το πρώτο ανδρικό πρότυπο, τον πατέρα, όχι ως σταθερή μορφή, αλλά ως ίχνος: στο σώμα, στη φωνή, στη μνήμη. Όπως προκύπτει από τη σκηνική διαδικασία, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θυμόμαστε, αλλά και πώς αυτό που θυμόμαστε συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, ένας από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, μιλά στο CultureNow για μια διαδικασία «επιστροφής» σε βιώματα -συχνά άβολα- που δεν ήταν εύκολη. Συνέντευξη στον Γιάννη Ασδραχά.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Οι ατομικές σας μαρτυρίες στις πρόβες συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της παράστασης. Ήταν εύκολο να μοιραστείτε κομμάτια από τη δική σας ζωή;
Δεν θα το έλεγα εύκολο… αλλά ίσως το εύκολο δεν είναι ποτέ το ζητούμενο σε μια τέτοια διαδικασία. Όταν καλείσαι να μοιραστείς προσωπικές μαρτυρίες, δεν πρόκειται απλώς για μια αφήγηση· είναι μια επιστροφή. Μια βουτιά σε κομμάτια του εαυτού σου που δεν είναι πάντα τακτοποιημένα, ούτε φωτισμένα. Εκεί, ο χρόνος δεν λειτουργεί γραμμικά το παρελθόν γίνεται παρόν, και το βίωμα ξαναγεννιέται μέσα σου. Κι αυτό έχει μια ευθραυστότητα, αλλά και μια αλήθεια που δεν μπορείς να προσποιηθείς. Ο Ανέστης, όμως, δημιούργησε ένα περιβάλλον βαθιάς εμπιστοσύνης και αποδοχής. Έναν χώρο όπου δεν υπήρχε η αγωνία της σωστής έκθεσης, αλλά η ελευθερία της αυθεντικής παρουσίας. Και αυτό είναι καθοριστικό. Γιατί όταν ο ηθοποιός νιώθει ασφαλής, τότε μπορεί να ρισκάρει να αφήσει τις άμυνες, να εκτεθεί χωρίς φόβο ότι θα κριθεί ή θα χρησιμοποιηθεί. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το προσωπικό παύει να είναι απλώς προσωπικό μετασχηματίζεται σε κάτι συλλογικό. Η εμπειρία σου γίνεται καθρέφτης για τον άλλον. Και κάπου εκεί συμβαίνει το πιο ουσιαστικό η τέχνη δεν λειτουργεί ως καταφύγιο από την πραγματικότητα, αλλά ως ένας τρόπος να την αντικρίσουμε μαζί, λίγο πιο θαρραλέα.
-Δύο γυναίκες και τρεις άνδρες συνδιαμορφώνετετη σκηνική αφήγηση σε συνάρτηση με τηνσκηνοθετική καθοδήγηση. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Παρατηρήσατε κοινά βιώματα μεταξύ σας, παρά τις διαφορές φύλου, ηλικίας και προσωπικών διαδρομών;
Η εμπειρία αυτή είχε κάτι το σχεδόν αντιφατικό και γι’ αυτό αληθινό. Πέντε διαφορετικά σώματα, πέντε διαφορετικές διαδρομές, που στην αρχή μοιάζουν ασύμβατες. Και όμως, πάνω στη σκηνή, οι διαφορές δεν εξαφανίζονται οξύνονται, γίνονται πιο καθαρές, πιο εκτεθειμένες Και ακριβώς μέσα από αυτή την ένταση αρχίζει να αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο. Υπάρχει μια ψευδαίσθηση ότι το κοινό βίωμα είναι αποτέλεσμα ομοιότητας. Ότι για να συναντηθούμε πρέπει να μοιάζουμε. Εμείς βιώσαμε το αντίθετο ότι το κοινό γεννιέται μέσα από τη ρωγμή της διαφοράς. Όταν ο άλλος δεν είναι σαν εσένα αλλά παρ’ όλα αυτά αναγνωρίζεις κάτι δικό σου μέσα του τότε συμβαίνει μια πιο ουσιαστική συνάντηση. Δεν προσπαθήσαμε να εξομαλύνουμε τις αντιθέσεις μας, αλλά να τις κατοικήσουμε. Να δούμε τι σημαίνει να συνυπάρχουν διαφορετικά φύλα, ηλικίες, βιώματα, χωρίς να χάνεται η ιδιαιτερότητα του καθενός. Και εκεί προέκυψε κάτι σχεδόν υπαρξιακό ότι κάτω από τις αφηγήσεις που μας διαφοροποιούν, υπάρχει μια κοινή αγωνία να ακουστούμε, να αγαπηθούμε, να υπάρξουμε με κάποιον τρόπο που να έχει νόημα. Δεν ξέρω αν τελικά μοιραστήκαμε κοινά βιώματα. Ξέρω όμως ότι αναγνωρίσαμε μια κοινή ανάγκη και ίσως αυτό να είναι πιο ριζικό από οποιαδήποτε ομοιότητα.

-Η σπουδή σας στο physical theatre σάς βοήθησε να προσεγγίσετε τον ρόλο μέσα από το σώμα; Υπάρχει «σωματική μνήμη» του πατέρα;
Για μένα δεν υπάρχει διαχωρισμός. Δεν χρησιμοποιώ το σώμα για να φτάσω σε κάτι άλλο το σώμα είναι το ίδιο το πεδίο της κατανόησης. Ό,τι αντιλαμβάνομαι, ό,τι θυμάμαι, ό,τι φαντάζομαι, περνά πρώτα από εκεί. Είναι το πρώτο και το τελευταίο μου εργαλείο, αλλά και το ίδιο το υλικό. Στο physical theatre υπάρχει μια φράση που με συνοδεύει που λέει Το σώμα δεν εκφράζει αυτό που σκέφτεσαι αποκαλύπτει αυτό που δεν μπορείς να σκεφτείς. Ε και κάπου εκεί κάπου αρχίζει η πραγματική δουλειά για εμένα. Η σωματική μνήμη του πατέρα… είναι μια επικίνδυνη περιοχή. Γιατί δεν είναι μια καθαρή ανάμνηση, ούτε μια συνειδητή κατασκευή. Είναι κάτι που έχει ήδη εγγραφεί πάνω σου, χωρίς να το επιλέξεις. Στον τρόπο που στέκεσαι, στον τόνο της φωνής που σου ξεφεύγει, σε μια χειρονομία που δεν αναγνωρίζεις ως δική σου. Δεν ξέρω αν κουβαλάω τον πατέρα ως εικόνα. Ξέρω όμως ότι τον κουβαλάω ως ίχνος και αυτό το ίχνος δεν είναι πάντα τρυφερό ή συμφιλιωμένο. Είναι αντιφατικό, μερικές φορές ξένο, σχεδόν ενοχλητικό σαν να ανακαλύπτεις μέσα στο ίδιο σου το σώμα κάτι που δεν θυμάσαι να επέλεξες. Ισως εκεί βρίσκεται και η πιο δύσκολη αλήθεια ότι το σώμα δεν είναι μόνο δικό σου. Είναι ένα αρχείο σχέσεων, επιρροών, απουσιών και ο πατέρας, είτε ως παρουσία είτε ως έλλειψη, έχει ήδη γράψει μέσα του. Το ζήτημα δεν είναι αν θα τον υποδυθείς αλλά αν αντέχεις να αναγνωρίσεις πού υπάρχει ήδη.
-Τι κρατάτε τελικά από την παράσταση — τόσο ως ηθοποιός όσο και ως άνθρωπος;
Αυτό που κρατάω δεν είναι κάτι που μπορώ να μετρήσω και ίσως αυτό είναι και μια μικρή αντίσταση απέναντι στην εποχή που ζούμε. Γιατί σήμερα, σχεδόν τα πάντα μεταφράζονται σε αριθμούς. Επιτυχία σημαίνει sold out, αξία σημαίνει προσέλευση, αποδοχή σημαίνει στατιστική και το θέατρο, που κάποτε ήταν χώρος ρίσκου και ρωγμής, κινδυνεύει να γίνει ένα ακόμη προϊόν που πρέπει να αποδώσει. Να γεμίσει θέσεις, να επιβεβαιώσει προσδοκίες, να μην ενοχλήσει υπερβολικά. Αλλά για μένα, αν μια παράσταση δεν αφήσει ένα ίχνος που δεν μπορείς να εξηγήσεις, τότε κάτι έχει χαθεί. Κρατάω, λοιπόν, αυτή την αόρατη μετατόπιση. Τις στιγμές που ένιωσα ότι κάτι μέσα μου αποσταθεροποιείται όχι για να καταρρεύσει, αλλά για να επαναπροσδιοριστεί. Κρατάω τη δυσφορία που δεν λύνεται εύκολα, την ερώτηση που δεν βρίσκει άμεση απάντηση, το βλέμμα του άλλου που σε αναγκάζει να σταθείς αλλιώς απέναντι στον εαυτό σου. Ως ηθοποιός, κρατάω την υπενθύμιση ότι δεν είμαι εδώ για να λειτουργήσω σωστά αλλά για να διακινδυνεύσω. Ως άνθρωπος, κρατάω κάτι πιο άβολο ότι δεν με ενδιαφέρει πια τόσο αν κάτι αρέσει με ενδιαφέρει αν κάτι είναι αναγκαίο και το αναγκαίο, συνήθως, δεν είναι ποτέ μετρήσιμο.
-Πώς επιλέγετε γενικά τις δουλειές σας; Με κριτήριο το κείμενο, τους συνεργάτες ή το ρίσκο; Υπάρχει κάτι που αναζητάτε συστηματικά στους ρόλους και τα έργα που αναλαμβάνετε;
Δεν είμαι σίγουρος ότι επιλέγω δουλειές με τον τρόπο που το εννοούμε συνήθως. Νομίζω πως είναι πιο ειλικρινές να πω ότι υπάρχει μια αμφίδρομη διαδικασία διαλέγω και με διαλέγουν. Είναι μια συνάντηση και όπως κάθε πραγματική συνάντηση, δεν βασίζεται μόνο σε λογικά κριτήρια, αλλά σε κάτι πιο υπόγειο στο αν υπάρχει χώρος να μετακινηθείς. Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Η πρόθεση πίσω από τη δουλειά. Αν νιώθω ότι μπαίνω σε ένα περιβάλλον που στόχος θα είναι κάτι αρκετά μακριά από εμένα σε σχέση με το πώς αντιλαμβάνομαι το θέατρο, συνήθως απομακρύνομαι. Αντίθετα, με ελκύει εκείνο που με φέρνει σε μια μικρή αμηχανία, εκεί που υπάρχει πιθανότητα να αποτύχω. Ζούμε σε μια εποχή που η επιλογή συχνά μεταφράζεται σε στρατηγική τι θα μου δώσει μεγαλύτερη προβολή, τι θα ανοίξει πόρτες, τι θα μου δώσει πιο πολλά λεφτά (σημαντικό επίσης αλλά όχι καθοριστικό) όλα λειτουργούν με έναν μετρήσιμο τρόπο. Δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι. Όχι γιατί το κρίνω αλλά γιατί με αδειάζει. Μέχρι τώρα, τουλάχιστον, στάθηκα τυχερός δεν χρειάστηκε να κάνω κάτι για τα χρήματα ή από φόβο μήπως χάσω μια ευκαιρία και κυρίως, αντιστάθηκα στην ιδέα ότι πρέπει να πω ναι κάπου απλώς για να υπάρξω μέσα σε ένα σύστημα. Αυτό που αναζητώ δεν είναι η δουλειά, είναι η συνθήκη που είναι αναγκαία. Ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία δεν είναι συναλλαγή, αλλά ρίσκο που μοιράζεται. Το ρίσκο για εμένα δεν είναι αισθητική επιλογή είναι στάση απέναντι στον κόσμο. Είναι το να αποδέχεσαι ότι δεν ελέγχεις αλλά παρ’ όλα αυτά επιλέγεις να εκτεθείς. Αυτό να είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο όχι να κάνω κάτι που θα φανεί, αλλά κάτι που θα με αλλάξει.

-Σε ποιο σημείο της διαδρομής σας νιώθετε ότι βρίσκεστε αυτή τη στιγμή; Υπάρχει κάποιο όνειρο που παραμένει ανοιχτό από τα πρώτα σας χρόνια;
Αν έπρεπε να το τοποθετήσω κάπου, θα έλεγα ότι βρίσκομαι σε ένα σημείο που δεν έχει τόσο να κάνει με την άνοδο αλλά με τη συνείδηση του πού πατάω. Όταν ήμουν στη σχολή, είχα πολύ συγκεκριμένα όνειρα όχι αφηρημένα. Ήθελα, για παράδειγμα, να δουλέψω με τους DV8 δεν ήξερα πώς, δεν ήξερα πότε, αλλά υπήρχε σαν εσωτερική πυξίδα και κάποια χρόνια αργότερα κάπως έτσι ήρθαν τα πράγματα περάσαμε 2 χρόνια μαζί περιοδεύοντας. Οπως και η συνεργασία μου με τον Akram Khan περσι, κάπως έτσι προέκυψε, οχι ως εκπλήρωση στόχου αλλά ως μια φυσική συνέχεια μιας διαδρομής που είχε ήδη ξεκινήσει από μέσα μου. Ισως αυτό είναι που έχει αλλάξει πιο πολύ η σχέση μου με την έννοια του στόχου. Ζούμε σε μια κοινωνία που σε εκπαιδεύει να κυνηγάς διαρκώς το επόμενο να μην μένεις, να μην ησυχάζεις, να αποδεικνύεις συνεχώς ότι αξίζεις. Αλλά αυτή η διαρκής επιβεβαίωση έχει μέσα της και έναν φόβο ότι αν σταματήσεις, θα εξαφανιστείς. Εγώ νιώθω ότι εδώ και κάποια χρόνια έχω βγει από αυτό. Βρίσκομαι σε μια πιο ήρεμη φάση. Ξέρω τι θέλω, και ίσως πιο σημαντικό ξέρω τι δεν θέλω. Δεν υπάρχει η ίδια βιασύνη, ούτε η ίδια αγωνία να αποδείξω κάτι. Όχι από αδιαφορία, αλλά από μια πιο βαθιά εμπιστοσύνη στη διαδρομή. Είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους που με μετατόπισαν ουσιαστικά όπως είπα και πιο πάνω τον Lloyd Newson και τον Akram Khan. Όχι μόνο ως καλλιτέχνη, αλλά και ως άνθρωπο και αυτές οι συναντήσεις δεν σου δίνουν απλώς εργαλεία σου αλλάζουν το βλέμμα. Σε κάνουν να καταλάβεις ότι η τέχνη δεν είναι κάτι που κατακτάς αλλά κάτι μέσα στο οποίο μαθαίνεις να στέκεσαι πιο αληθινά. Δεν ξέρω αν έχω φτάσει κάπου αλλά ξέρω ότι δεν φοβάμαι όπως παλιά και αυτό, για μένα, είναι ίσως η πιο ουσιαστική μετατόπιση. Η απουσία του φόβου να συνεχίσεις χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου κάθε φορά από την αρχή.
-Τι ρόλο πιστεύετε ότι έχει η τέχνη στη ζωή σας πέρα από τη σκηνή;
Δεν βλέπω την τέχνη ως κάτι που έχω στη ζωή μου. Δεν είναι ένας ρόλος, ούτε μια ιδιότητα που ενεργοποιείται πάνω στη σκηνή και απενεργοποιείται εκτός αυτής. Αν είναι κάτι, είναι ένας τρόπος να αντέχω την πραγματικότητα χωρίς να τη νομιμοποιώ. Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία που έχει μια βαθιά ανάγκη να εξομαλύνει τα πάντα να τα κάνει λειτουργικά, αποδεκτά, εύπεπτα. Ακόμα και την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Να σου πει πώς να ζήσεις, πώς να αισθανθείς, πώς να επιθυμήσεις. Και μέσα σε αυτό, η τέχνη συχνά μετατρέπεται σε διακόσμηση κάτι που καταναλώνεται, που ηρεμεί που δεν ταράζει πολύ τα νερά. Για μένα, η τέχνη είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι ένας μηχανισμός απορρύθμισης. Ένας τρόπος να χαλάς τις βεβαιότητες που σου έχουν φορεθεί. Να δημιουργείς ρωγμές εκεί που όλα φαίνονται σταθερά. Όχι για να καταστρέψεις, αλλά για να δεις τι υπάρχει από κάτω και αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο πολλές φορές είναι βίαιο, άβολο, σχεδόν ανεπιθύμητο. Δεν με ενδιαφέρει η τέχνη που επιβεβαιώνει. Με ενδιαφέρει η τέχνη που διακινδυνεύει να γίνει περιττή, επειδή λέει κάτι που δεν θέλουμε να ακούσουμε. Οπότε πέρα από τη σκηνή, η τέχνη είναι μια στάση. Ένας τρόπος να στέκομαι απέναντι στον κόσμο χωρίς να συμβιβάζομαι πλήρως μαζί του. Να συμμετέχω, αλλά να μην απορροφούμαι. Να ζω, αλλά ταυτόχρονα να αμφισβητώ το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζω. Αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο που μπορεί να κάνει κανείς σήμερα. Να μην προσαρμόζεται απόλυτα. Να διατηρεί ένα κομμάτι του εαυτού του ανοιχτό, ανήσυχο, και με έναν τρόπο ανυπάκουο.
-Έχετε εικόνα για το επόμενο καλλιτεχνικό σας βήμα, ή προτιμάτε να εστιάσετε στα τωρινά πρότζεκτ;
Μετά το τέλος της παράστασης τον Ιούνιο, θα ταξιδέψουμε με τα «Σκυλιά» στην Κωνσταντινούπολη, για δεύτερη φορά είναι για μένα μια ιδιαίτερη συνθήκη κα τρομερά ιδιαίτερη πόλη αγαπημένη, κάθε τόπος αλλάζει το έργο, το μετατοπίζει, το φέρνει σε άλλη ένταση αυτό έχει πάντα ενδιαφέρον όπως θα κάνω και ένα σεμινάριο της μεθόδου μου στην Κωνσταντινούπολη μετά τις παρατάσεις. Το καλοκαίρι ξεκινάω πρόβες για μια ταινία μεγάλου μήκους, που δυστυχώς δεν μπορώ να πω κάτι άλλο. Παράλληλα, συνεχίζω τη δουλειά με τους μαθητές μου τόσο στη Δραματική Σχολή της Αγίας Βαρβάρας, όσο και μέσα από τη δική μου μέθοδο, το Animal Body. Εκεί υπάρχει κάτι πολύ ουσιαστικό για μένα μια ανταλλαγή που δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν διδάσκω απλώς μαθαίνω ξανά τα βασικά, μέσα από άλλα σώματα, άλλες αντιστάσεις, άλλες ανάγκες.
Photo Credit: Γκέλυ Καλαμπάκα
Διαβάστε επίσης:
Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν, του Ανέστη Αζά στο Θέατρο Προσκήνιο