Υπάρχουν έργα που τα επιλέγεις. Και υπάρχουν έργα που, με έναν παράξενο τρόπο, σε βρίσκουν εκείνα. Η «Νέκυια 20 kg» του Σάκη Σερέφα ήταν για μένα ένα τέτοιο έργο. Από την πρώτη ανάγνωση ένιωσα πως πρόκειται για ένα κείμενο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία απώλειας, αλλά πλησιάζει κάτι πολύ πιο δύσκολο: τη στιγμή όπου η ζωή συνεχίζεται, ενώ κάτι μέσα μας έχει ήδη διαρραγεί.
Ο τίτλος παραπέμπει στη «Νέκυια» της Οδύσσειας, στο σημείο όπου ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών για να συνομιλήσει μαζί τους. Στο έργο του Σερέφα όμως, αυτή η κάθοδος δεν είναι μυθολογική. Είναι βαθιά ανθρώπινη και εσωτερική. Δεν αφορά έναν ήρωα που ταξιδεύει στον Άδη, αλλά έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να συνεχίσει να ζει κουβαλώντας τη μνήμη εκείνων που έχουν φύγει.
Ο Σάκης Σερέφας ανήκει σε εκείνους τους συγγραφείς που μπορούν να μετατρέπουν μεγάλα υπαρξιακά θέματα σε κάτι άμεσο και αναγνωρίσιμο. Η γραφή του δεν επιδιώκει τον δραματικό εντυπωσιασμό· κινείται σε έναν χώρο υπαινικτικό και συχνά ποιητικό, όπου το καθημερινό και το υπαρξιακό συνυπάρχουν. Έναν χώρο όπου το παρόν και η απουσία, η ζωή και ο θάνατος, βρίσκονται πολύ κοντά. Αυτός ο “ενδιάμεσος χώρος” υπήρξε και η αφετηρία της σκηνοθετικής μου προσέγγισης.
Αυτό που με γοήτευσε στο έργο ήταν ακριβώς αυτή η λεπτή ισορροπία. Η απώλεια δεν παρουσιάζεται ως ένα γεγονός που οδηγεί σε κορύφωση ή κάθαρση, αλλά ως μια κατάσταση που διαπερνά τη ζωή των ανθρώπων και μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουν μέσα στον κόσμο. Εκεί όπου η ζωή συνεχίζεται, αλλά τίποτα δεν είναι πια ακριβώς όπως πριν.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Πώς συνεχίζει μια μητέρα να ζει όταν το παιδί της δεν είναι πια εδώ;
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να σταθεί όρθιος όταν χάνει τον σύντροφό του;
Και κυρίως: πώς συνυπάρχουν οι ζωντανοί με τους νεκρούς μέσα στη μνήμη;

Η σκηνή, στην παράστασή μας, δεν λειτουργεί ως ρεαλιστικός τόπος. Είναι περισσότερο ένας χώρος μνήμης. Οι μορφές εμφανίζονται και αποσύρονται σαν ίχνη ανθρώπων που κάποτε υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στους ζωντανούς. Τα σώματα βρίσκονται συχνά πολύ κοντά και ταυτόχρονα μακριά, σαν να κινούνται σε διαφορετικούς χρόνους. Μια μορφή μπορεί να στέκεται δίπλα σε μια άλλη χωρίς να την αγγίζει πραγματικά, σαν να υπάρχει ανάμεσά τους κάτι αόρατο αλλά επίμονα παρόν.
Οι ηθοποιοί δεν κινούνται μόνο ως χαρακτήρες μιας ιστορίας. Κουβαλούν μαζί τους και τις σκιές άλλων προσώπων, άλλων στιγμών. Το σώμα γίνεται τόπος εγγραφής της μνήμης, της απουσίας και συναισθημάτων που δεν μπορούν εύκολα να ειπωθούν με λόγια.
Η κίνηση αποκτά συχνά έναν επαναληπτικό, σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Όχι ως αισθητική επιλογή, αλλά γιατί το πένθος δεν προχωρά ποτέ γραμμικά. Επιστρέφει, επιμένει, μεταμορφώνεται.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η σκηνή γίνεται τόπος συνύπαρξης. Όχι απαραίτητα συμφιλίωσης, αλλά μιας εύθραυστης ισορροπίας ανάμεσα σε αυτό που έχει χαθεί και σε αυτό που εξακολουθεί να ζει.
Σε μια εποχή όπου όλα μας ωθούν να προχωράμε γρήγορα, η εμπειρία της απώλειας συχνά μένει χωρίς χώρο και χωρίς χρόνο. Το θέατρο, όμως, εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί έναν διαφορετικό χρόνο: έναν χρόνο όπου μπορούμε να σταθούμε μέσα σε ερωτήματα που στην καθημερινή ζωή αποφεύγουμε ή προσπερνάμε.
Η «Νέκυια 20 kg» δεν επιχειρεί να εξηγήσει την απώλεια ούτε να την απαλύνει. Προσπαθεί μόνο να δημιουργήσει έναν χώρο όπου αυτή μπορεί να υπάρξει.
Και ίσως, για λίγο, να αναρωτηθούμε:
Πόσο βάρος μπορεί να αντέξει ένα ανθρώπινο σώμα;
Και πόση ζωή συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε αυτό το βάρος;
Πληροφορίες
«Νέκυια 20 kg» του Σάκη Σερέφα
Σκηνοθεσία: Ανδρομάχη Χρυσομάλη
Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών, Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη, Θεσσαλονίκη
Τετάρτη: 19:00 | Πέμπτη-Παρασκευή: 21:00 | Σάββατο: 18.00 & 21.00 | Κυριακή: 19:30