Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής συμπράττει με δύο σπουδαίους και διεθνώς καταξιωμένους βιολονίστες, σε δύο διαφορετικά Κοντσέρτα για δύο βιολιά και ορχήστρα.

Ο Ντάνιελ Χόουπ, μουσικός με αξιοζήλευτη καλλιτεχνική πορεία που μετρά πάνω από 35 χρόνια, συναντιέται με τον καταξιωμένο Έλληνα ομότεχνό του Σίμο Παπάνα για να ερμηνεύσουν Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Μποχουσλάβ Μαρτινού, σε ένα πρόγραμμα που συνδέει διαφορετικές εποχές και αισθητικές με τον κοινό παρονομαστή του ηχητικού συνδυασμού των δύο βιολιών. Το Διπλό Κοντσέρτο του Μπαχ από την εποχή του Μπαρόκ και το Διπλό Κοντσέρτο του Μαρτινού από τον Μοντερνισμό γεφυρώνονται στο πρόγραμμα με τον κλασικότερο των κλασικών Γιόζεφ Χάυντν και δύο Συμφωνίες του: την 103η σε μι ύφεση μείζονα και την 83η σε σολ ελάσσονα.

Τη συναυλία διευθύνει ο Αντρέι Κοσέντιακ, Πολωνός αρχιμουσικός με μεγάλη συμβολή στη μουσική ζωή της χώρας του, που έχει καθιερώσει πολλά νέα μουσικά σύνολα και φεστιβάλ, ενώ οι ηχογραφήσεις του έχουν βραβευτεί με πολλές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Editor’s Choice του περιοδικού Gramophone.

Το πρόγραμμα με μία ματιά

  • ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ (1685 – 1750)
    Κοντσέρτο για δύο βιολιά και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα, BWV 1043
  • ΓΙΟΖΕΦ ΧΑΫΝΤΝ (1732 – 1809)
    Συμφωνία αρ.103 σε μι ύφεση μείζονα, H.I:103
  • ΜΠΟΧΟΥΣΛΑΒ ΜΑΡΤΙΝΟΥ (1890 – 1959)
    Κοντσέρτο για δύο βιολιά και ορχήστρα σε ρε μείζονα, Η.329
  • ΓΙΟΖΕΦ ΧΑΫΝΤΝ
    Συμφωνία αρ.83 σε σολ ελάσσονα, H.I:83

Συντελεστές

  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Αντρέι Κοσέντιακ
  • ΣΟΛΙΣΤ: Ντάνιελ Χόουπ  βιολί | Σίμος Παπάνας  βιολί

Για την Ιστορία…

  • ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ (1685 – 1750)
    Κοντσέρτο για δύο βιολιά και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα, BWV 1043
  1. Vivace
  2. Largo, ma non tanto
  3. Allegro

Μετά από σύντομης διάρκειας θητείες ως οργανίστας σε εκκλησίες των πόλεων Άρνσταντ και Μυλχάουζεν στη Θουριγγία, το 1708 ο Μπαχ έγινε οργανίστας στο παρεκκλήσι της αυλής του δούκα της Βαϊμάρης. Κατά την εκεί παραμονή και εργασία του, απέκτησε μεγάλη φήμη ως οργανίστας και συνθέτης – κυρίως έργων θρησκευτικής μουσικής. Το 1717 άφησε τη θέση αυτή για μία φαινομενικά κατώτερη, αυτή του αρχιμουσικού στην αυλή του πρίγκιπα Λεοπόλδου στο Κέτεν (Σαξονία – Άνχαλτ). Εκεί ωστόσο ο Μπαχ βίωσε ένα πιο φιλελεύθερο περιβάλλον, βρισκόμενος στην υπηρεσία ενός πραγματικά μουσικόφιλου ευγενούς, έχοντας στη διάθεσή του ένα αξιόλογο οργανικό σύνολο και έχοντας μεγάλα περιθώρια έκφρασης ιδίως στον χώρο της οργανικής, κοσμικής μουσικής, της οποίας ο Λεοπόλδος ήταν λάτρης. Η σύνθεση του κοντσέρτου για δύο βιολιά ανάγεται στην ευτυχισμένη περίοδο διαβίωσης του Μπαχ στο Κέτεν (1717-1723), κατά την οποία γράφτηκαν μεταξύ άλλων και τα περιβόητα «Βραδεμβούργια Κοντσέρτα». Δυστυχώς αρκετά έργα του Μπαχ εκείνης της περιόδου δεν έχουν σωθεί, ίσως λόγω του ότι γράφτηκαν με την πρόθεση μίας εφήμερης τέρψης ή εξαιτίας αμέλειας και ακούσιας ανευθυνότητας του γιου του Βίλελμ Φρήντεμαν, που κληρονόμησε τμήμα της βιβλιοθήκης του πατέρα του. Το κοντσέρτο για δύο βιολιά διασώθηκε από έναν άλλο γιο του Μπαχ και γνωστό συνθέτη, τον Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ. Ήδη από τα νεανικά του χρόνια ο Μπαχ υπήρξε θιασώτης του ιταλικού κοντσέρτου, όπως αυτό έφτασε στο απόγειό του με τον Αντόνιο Βιβάλντι (1678-1741). Ο θαυμασμός του αυτός εκφράστηκε μάλιστα και με πλήθος υπέροχων μεταγραφών κοντσέρτων του Ενετού δασκάλου. Ο Βιβάλντι είχε ακολουθήσει -και τελειοποιήσει- τη μπαρόκ φόρμα κοντσέρτου, σύμφωνα με την οποία το έργο ήταν τριμερές (γρήγορο – αργό – γρήγορο) και η δομή των επιμέρους μερών βασιζόταν στην ιδέα του ritornello, ενός θέματος που παρουσιαζόταν κατά κανόνα από όλη την ορχήστρα και που περιοδικά επανεμφανιζόταν, ερχόμενο σε αντιδιαστολή με παρεμβαλλόμενα σολιστικά επεισόδια.

Ανάλογης δομής είναι και το Κοντσέρτο για δύο βιολιά. Το πρώτο μέρος ήδη με το άνοιγμά του εμπλουτίζει την απλή ιδέα του ritornello με αντιστικτικό τρόπο, καθότι το κύριο θέμα παρουσιάζεται αρχικά από τα δεύτερα βιολιά και τέσσερα μέτρα μετά από τα πρώτα κατά μία πέμπτη ψηλότερα, όπως θα ανέμενε δηλαδή κανείς να συμβεί σε μία φούγκα. Τα σολιστικά επεισόδια ανοίγουν έναν πληθωρικό διάλογο μεταξύ των δύο σολίστ και βασίζονται σε ένα θέμα, που συνδυάζει μεγάλες αποστάσεις ιδιαίτερης δραματικότητας και κατιούσες κλίμακες. Το δεύτερο μέρος, σε φα μείζονα, αποτελεί ένα από τα πλέον ειδυλλιακά και εκφραστικά αργά μέρη του Μπαχ. Τα έγχορδα της ορχήστρας διατηρούν έναν διακριτικό, συνοδευτικό ρόλο αφήνοντας τους σολίστ να ξετυλίξουν ένα εξαίσιο ντουέτο. Η μελωδία, κάθε φορά που προσεγγίζει μία πτώση, αμέσως παίρνει νέες κατευθύνσεις δίνοντας μία αίσθηση ατέρμονης πορείας. Το τρίτο μέρος επιστρέφει στη ρε ελάσσονα και στην πολυφωνικής έντασης ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους, με το χαρακτηριστικό, δυναμικό μοτίβο τριών νοτών που ανοίγει το μέρος, να επαναλαμβάνεται διαρκώς άλλοτε από την ορχήστρα και άλλοτε από τους σολίστ.

  • ΓΙΟΖΕΦ ΧΑΫΝΤΝ (1732 – 1809)
    Συμφωνία αρ. 103 σε μι ύφεση μείζονα Hob.:1/103 «των τυμπάνων»
  1. Adagio – Allegro con spirito
  2. Andante più tosto allegretto
  3. Menuetto – Trio
  4. Finale: Allegro con spirito

Ο θάνατος του πρίγκιπα Νικολάους Εστερχάζυ το 1790 σήμανε για τον Χάυντν το τέρμα μίας περίπου τριακονταετούς θητείας στην υπηρεσία του φιλόμουσου ευγενούς, κατά την οποία ο συνθέτης έγραφε μουσική σχεδόν ακατάπαυστα και απέκτησε μεγάλη φήμη μακράν των ορίων της οικίας των Εστερχάζυ. Με την αποδέσμευσή του, ο γερμανός βιολιστής και ιμπρεσάριος Γιόχαν Πέτερ Σάλομον (1745 – 1815), που από το 1786 οργάνωνε σειρά συναυλιών στο Λονδίνο, έσπευσε να οργανώσει ένα ταξίδι του Χάυντν στη βρετανική πρωτεύουσα, που κράτησε από τον Ιανουάριο του 1791 μέχρι τον Ιούνιο του 1792. Κατά τη διάρκειά του συνέθεσε –και διηύθυνε- στο Λονδίνο έξι νέες συμφωνίες· το βρετανικό κοινό υποδέχτηκε το συνθέτη με τις τιμές και την αναγνώριση που άρμοζαν στο μεγαλείο της μουσικής του. Ο Χάυντν επέστρεψε στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1794 παρουσιάζοντας την άνοιξη της ίδιας χρονιάς τρεις ακόμα συμφωνίες (αρ. 99 – 101) με τόση επιτυχία που ο ίδιος ο Βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος Γ’ του ζήτησε να εγκατασταθεί οριστικά στη χώρα του. Αν και ο συνθέτης δεν αποδέχτηκε την πρόταση, ωστόσο παρέμεινε στο Λονδίνο και για την καλλιτεχνική περίοδο 1794 – 1795 συνέθεσε τις συμφωνίες αρ. 102 – 104, που ήταν και οι τελευταίες καταθέσεις του στο είδος, με το οποίο τόσο εκτενώς και επιτυχώς είχε ασχοληθεί κατά τη μακρά δημιουργική του σταδιοδρομία. Οι συμφωνίες αυτές παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο των Opera Concerts, που οργάνωνε τότε ο γνωστός Ιταλός βιολιστής Τζοβάννι Μπατίστα Βιόττι (1755 – 1924). Συγκεκριμένα η Συμφωνία αρ.103 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Μαρτίου 1795 στο Βασιλικό Θέατρο του Haymarket του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του συνθέτη γνωρίζοντας, όπως ήταν αναμενόμενο, τεράστια επιτυχία (ολόκληρο το δεύτερο μέρος της συμφωνίας μάλιστα επαναλήφθηκε κατόπιν αιτήματος του κοινού). Δύο και πλέον αιώνες μετά η Συμφωνία συνεχίζει αμείωτα να συναρπάζει, ούσα απόσταγμα της μακράς εμπειρίας του Χάυντν στο συμφωνικό είδος. Με ευφυή τρόπο συνδυάζει απόλυτη αισθητική ακρίβεια και βαθιά ωριμότητα με την πρωτοτυπία και την τόλμη που θα περίμενε κανείς από ένα νέο δημιουργό. Το εγκεφαλικό και το συναισθηματικό, το απλό και το λόγιο επιτυγχάνουν μία αβίαστη ισορροπία, που καθιστά τη συμφωνία διαχρονικά αγαπητή και προσπελάσιμη ακόμα και από τους λιγότερο μυημένους ακροατές.

  • ΜΠΟΧΟΥΣΛΑΒ ΜΑΡΤΙΝΟΥ (1890 – 1953)
    Κοντσέρτο για δύο βιολιά και ορχήστρα σε ρε μείζονα, H.329
  1. Poco Allegro
  2. Moderato – Più vivo – Tempo primo –
  3. Allegro con brio – Vivo (Presto)

Η σχέση του Μαρτινού με το βιολί ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία και σύντομα φάνηκε το ταλέντο του, μιας και μέσα σε λίγα χρόνια εκμάθησης του οργάνου ήταν σε θέση να παίξει δεξιοτεχνικά έργα του Βιενιάφσσκι, του Μπεριό κ.ά. Με υποτροφία που του εξασφάλισαν μερικοί πλούσιοι έμποροι της γενέτειράς του (στην ανατολική Βοημία, στα σύνορα με τη Μοραβία) μπόρεσε κατόπιν να σπουδάσει στο Κονσερβατόριο της Πράγας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του βέβαια η σύνθεση είχε αρχίσει να τον απασχολεί συστηματικά, με αποτέλεσμα η μελέτη του βιολιού να έρθει σε δεύτερη μοίρα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει μέλος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Τσεχίας, αρχικά ως έκτακτος (1913-14) και αργότερα ως μόνιμος (1920-23). Τον Οκτώβριο του 1923 ο Μαρτινού εγκαταστάθηκε στο Παρίσι προκειμένου να σπουδάσει σύνθεση και μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να πουλήσει το βιολί του για να έχει ένα αξιοπρεπές εισόδημα· έκτοτε μόνο περιστασιακά έπαιζε βιολί, μιας και η σύνθεση είχε γίνει επισήμως η κύρια δραστηριότητά του.

Ως συνθέτης ασχολήθηκε έντονα με τη σύνθεση κοντσέρτων και γενικότερα έργων για σόλο όργανα (πιάνο, βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, όμποε, τσέμπαλο) και ορχήστρα, αρκετά από τα οποία είναι για δύο, τρία ή τέσσερα σολιστικά όργανα. Το Κοντσέρτο για δύο βιολιά, σε αντίθεση με το προγενέστερο Duo concertante, ακολουθεί τη ρομαντική παράδοση και είναι κατά συνέπεια γραμμένο για μεγάλη ορχήστρα, φανερώνοντας εν προκειμένω μία αισθητική σύνδεση του Μαρτινού με τον ρομαντικό, ομότεχνο συμπατριώτη του, Αντονίν Ντβόρζακ. Σε επιστολή του προς τον φίλο του, μεγάλο μαέστρο Ερνέστ Ανσερμέ, τον Απρίλιο του 1954, ο Μαρτινού συνέκρινε με χιούμορ το Κοντσέρτο του για δύο βιολιά με το αντίστοιχο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, λέγοντας πως μάλλον το δικό του δεν ήταν το ίδιο καλό αλλά πως εν τέλει «δεν ήταν κακό». Παρά την επιτυχημένη πρεμιέρα του έργου και αρκετές ακόμα, εξίσου πετυχημένες, εκτελέσεις του στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950, το έργο δεν κατέκτησε ποτέ την επιτυχία που του αξίζει. Αυτό σε έναν βαθμό οφείλεται στις δυσκολίες που ο Μαρτινού αντιμετώπισε στην προσπάθειά του να το εκδώσει, κάτι που έγινε τελικά μόλις το 1962, δηλαδή τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. Άλλος παράγοντας που λειτούργησε ανασταλτικά για την επιτυχή διάδοση του Κοντσέρτου ήταν το γεγονός ότι τα αδέλφια Μπηλ κράτησαν τα δικαιώματα εκτέλεσης του για πολλά χρόνια και αυτό απέτρεψε τη διάδοση του κοντσέρτου σε άλλους σολίστ του βιολιού. Παρόλα αυτά, σήμερα αναγνωρίζεται ως ένα πραγματικά εντυπωσιακό έργο, που σίγουρα αξίζει να παίζεται συχνότερα.

  • ΓΙΟΖΕΦ ΧΑΫΝΤΝ (1732 – 1809)
    Συμφωνία αρ.83 σε σολ ελάσσονα, Hob. I/83 «Η Κότα»
  1. Allegro spiritoso
  2. Andante
  3. Menuet: Allegretto – Trio
  4. Finale: Vivace

Ο Χάυντν έζησε το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργικού του βίου ως Kapellmeister (μουσικός διευθυντής) στην Αυλή του πρίγκιπα Νικολάου Εστερχάζυ, σε μία σχετική «απομόνωση» από τα ευρωπαϊκά μουσικά δρώμενα, η οποία ωστόσο τροφοδότησε σημαντικά τη φαντασία του, όπως ο ίδιος (και σωστά) θεωρούσε. Παρόλα αυτά, η φήμη του ως συνθέτη ταξίδευε πέραν της Αυλής σε σημαντικά μουσικά κέντρα, όπως η Βιέννη, το Λονδίνο, ακόμα και το Παρίσι, όπου τα πρώτα του κουαρτέτα (έργο 1) είχαν γνωρίσει εκδοτική επιτυχία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1760. Τον χειμώνα του 1784-85 η Ορχήστρα της «Ολυμπιακής» μασονικής στοάς του Παρισιού, η οποία έδινε τακτικά συναυλίες, παρήγγειλε στον Χάυντν έξι νέες συμφωνίες με οικονομικό αντάλλαγμα 30 χρυσά λουδοβίκεια. Ο Χάυντν, παρά τις αυξημένες καλλιτεχνικές υποχρεώσεις στην Αυλή του πρίγκιπα Εστερχάζυ, ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό στην παραγγελία, όχι μόνο λόγω της υψηλής αμοιβής αλλά κυρίως για καλλιτεχνικούς λόγους, αφού εύλογα τον ενδιέφερε η αναζωογόνηση της μουσικής του επικοινωνίας με το παρισινό κοινό και μάλιστα μέσα από μία ορχήστρα, η οποία ήταν από τις πιο φημισμένες στην Ευρώπη και διέθετε μάλιστα περίπου τα διπλάσια μέλη από αυτή που ο Χάυντν είχε στη διάθεσή του στο παλάτι των Εστερχάζυ. Έτσι, κατά τα έτη 1785-1786 ο συνθέτης ολοκλήρωσε τις έξι Συμφωνίες (αρ. 82-87) που έμειναν γνωστές ως «Συμφωνίες του Παρισιού» και που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στις πρεμιέρες τους το 1787. Το δίχως αμφιβολία αστείο προσωνύμιο της Συμφωνίας αρ.83 «Η Κότα» προέκυψε κατά τον 19ο αιώνα και οφείλεται στον χαρακτήρα του δεύτερου θέματος του πρώτου μέρους: αλλεπάλληλες νότες (με μικρά διανθίσματα) στα βιολιά συμπορεύονται με ένα σταθερό σχήμα παρεστιγμένων στο όμποε και το συνολικό άκουσμα μπορεί κάλλιστα να θυμίσει το… κακάρισμα κότας!

Διαβάστε επίσης:

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: Το πρόγραμμα για την περίοδο 2025 – 2026
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Το πρόγραμμα για Ιανουάριο – Μάρτιο 2026