Στη σκηνή του θεάτρου Arroyo, οκτώ πανομοιότυπα γκρίζα παλτά κρέμονται σε κοινή θέα πριν ακόμη αρχίσει η δράση της παράστασης «Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι. Η εικόνα προϊδεάζει για μια οικογενειακή ιστορία όπου δολοπλοκίες, εκβιασμοί και υπόγειες συμμαχίες υφαίνουν τον ιστό ενός σπιτιού που θυμίζει περισσότερο πεδίο μάχης παρά καταφύγιο. Στο κέντρο βρίσκεται η Βάσσα, μητέρα και επιχειρηματίας, που αγωνίζεται να συγκρατήσει ένα οικοδόμημα έτοιμο να καταρρεύσει, ασκώντας μια επιρροή από την οποία κανείς δεν μένει αλώβητος.
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Λίλλυ Μελεμέ προσδίδει ένα επιπλέον ενδιαφέρον: οι ρόλοι μοιράζονται σε νέους ηθοποιούς που πραγματοποιούν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα, συναντώντας τη δασκάλα τους πλέον ως ισότιμη συνεργάτιδα επί σκηνής. Η μετάβαση από τη μαθητεία στη συνδημιουργία γίνεται οργανικό στοιχείο της παράστασης.
Το CultureNow παρακολούθησε τη «Βάσσα» και συνομίλησε με τη σκηνοθέτιδα και τους συντελεστές. Στις συνεντεύξεις που ακολουθούν αναδεικνύεται το πορτρέτο μιας γενιάς που δοκιμάζει τη φωνή της μέσα από ένα έργο σκληρό, απαιτητικό και βαθιά πολιτικό.
Συνέντευξη στον Γιάννη Ασδραχά.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
Λιλή Μελεμέ – Βάσσα
-Οι ηθοποιοί αυτής της παράστασης υπήρξαν μαθητές σας και τώρα στέκονται δίπλα σας ως συνεργάτες. Πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση από τη σχέση δασκάλας–μαθητή σε μια κοινή καλλιτεχνική συνάντηση επί σκηνής, μέσα σε ένα τόσο απαιτητικό έργο όπως η «Βάσσα»;
Λιλή Μελεμέ: Η μετάβαση από τη σχέση δασκάλας–μαθητή στη συνύπαρξη επί σκηνής ως ισότιμοι συνεργάτες ήταν για μένα μια βαθιά συγκινητική και ουσιαστική εμπειρία. Όταν βλέπεις ανθρώπους που κάποτε καθοδηγούσες να έχουν πλέον τη δική τους φωνή, καλλιτεχνική ταυτότητα και αυτονομία, νιώθεις μια μορφή «δικαίωσης» — όχι προσωπικής, αλλά παιδαγωγικής. Στη «Βάσσα», που είναι ένα τόσο απαιτητικό και πολυεπίπεδο έργο, αυτή η συνάντηση έγινε ακόμη πιο ουσιαστική, γιατί όλοι κληθήκαμε να εκτεθούμε, να ρισκάρουμε και να στηριχθούμε ο ένας στον άλλον. Πάνω στη σκηνή δεν υπάρχουν πλέον ρόλοι δασκάλου και μαθητή· υπάρχει μόνο η κοινή ευθύνη απέναντι στο έργο και στο κοινό. Και ομολογώ ότι πολλές φορές ένιωσα κι εγώ να μαθαίνω από εκείνους — από τη φρεσκάδα, το πάθος και την ειλικρίνειά τους. Αυτή η αμφίδρομη ανταλλαγή είναι, τελικά, η πιο όμορφη εξέλιξη μιας εκπαιδευτικής σχέσης: να μετατρέπεται σε δημιουργική συντροφικότητα.

Αλέξανδρος Σπυριδέλλης – Μιχαήλ Βασίλιεβιτς, αρχιεργάτης του εργοστασίου των Ζελεζνόφ και έμπιστος της Βάσσας στην οικογενειακή επιχείρηση
Τι σας έδωσε η μαθητεία σας με τη Λίλλυ Μελεμέ ως εργαλείο για να παρατηρείτε και να κατανοείτε χαρακτήρες σαν τον Μιχαήλ;
-Αλέξανδρος Σπυριδέλλης: Καμιά φορά η απάντηση στην ερώτηση, ποιος είναι ο χαρακτήρας που καλούμε να υποδυθώ, είναι μια άλλη ερώτηση, το πού τον έχω ξαναδεί. Αυτό λοιπόν είναι το βασικότερο εργαλείο που μου έδωσε η μαθητεία μου κοντά στη Λίλλυ Μελεμέ. Να σκέφτομαι απλά και να προσπαθώ να βρω ανθρώπους της πραγματικής ζωής που έχουν κάποια από τα στοιχεία του χαρακτήρα, να παρατηρώ και τελικά να φέρνω στη στη σκηνή με τον δικό μου τρόπο.
-Ο χαρακτήρας που υποδύεστε υπομένει ή επιλέγει τη θέση στην οποία βρίσκεται;
Αλέξανδρος Σπυριδέλλης: Στο έργο του Γκόργκι το παιχνίδι παίζεται με γνώμονα την επιβίωση δεδομένων των συνθηκών. Άρα λίγο πολύ όλοι οι χαρακτήρες επιλέγουν την θέση στην οποία βρίσκονται. Ο Μιχαήλ παρ’ ότι άνθρωπος της εργατικής τάξης, μένει κοντά στα συμφέροντα της Βάσσα και προσπαθεί να επιβιώσει με αθέμιτο τρόπο. Σίγουρα αυτό είναι καθαρή επιλογή.
Αγαθή Κυριαζή – Λίπα, υπηρέτρια στο σπίτι της οικογένειας Ζελεζνόφ και σιωπηλός μάρτυρας των εντάσεων.
-Ποια στοιχεία από τις σκηνοθετικές οδηγίες και το κείμενο του Γκόρκι σας βοήθησε περισσότερο να χτίσετε τον χαρακτήρα σας;
Αγαθή Κυριαζή: Αυτό που ζητήθηκε να έχω στο μυαλό μου ως αναφορά είναι όλες εκείνες οι γυναίκες που έχουν ζήσει ως ψυχοκόρες, σκληρά εργαζόμενες που συχνά έπεφταν και πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους εργοδότες τους. Χρειάστηκε λοιπόν να μελετήσω τις ιστορίες γυναικών τόσο από το πρόσφατο παρελθόν των μεγαλοαστικών οικογενειών της Ελλάδας των δεκαετιών του 50 και του 60, όσο και τα βιώματα κοριτσιών από το πρώην ανατολικό μπλοκ.
-Πώς λειτουργεί δραματουργικά η σιωπή της Λίπα μέσα στις εντάσεις του έργου;
Αγαθή Κυριαζή: Η Λίπα συνδέεται πολύ στενά με τους Ζελεζνόφ γι’ αυτό βλέπουμε πως αυτή η σιωπή της δεν κρατάει για πολύ. Ειδικά στην Β΄πράξη του έργου έχει πολύ ενεργό ρόλο για να προχωρήσει η ιστορία. Επομένως αυτό που έχουμε στο νου μας ως ομάδα, είναι ότι και οι επιμέρους εντάσεις σε αντίθεση με τη σιωπή της δημιουργούν το τοπία που θα ανατραπεί, όταν κι εκείνη φτάσει στα δικά της άκρα.
-Ως νέα ηθοποιός, ποια ρίσκα θέλετε να πάρετε στη σκηνή;
Αγαθή Κυριαζή: Θέλω πολύ κάθε φορά να βρίσκω τρόπους να ανακαλύπτω κάτι καινούργιο για το ρόλο και την ιστορία παλεύοντας τους δικούς μου προσωπικούς φόβους, βρίσκοντας την τόλμη να ‘’πηγαίνω παρακάτω’’, έχοντας εκμεταλλευτεί τη στιγμή στον καλύτερο δυνατό βαθμό.
Μελίνα Ποτουρίδου – Λιουντμίλα Μιχαήλοβνα, νύφη της Βάσσας, σύζυγος του γιου της και ερωμένη του θείου του, μια σύνθετη και αντιφατική παρουσία μέσα στην οικογένεια.
-Πώς προσεγγίσατε μια γυναίκα που ζει σε έναν γάμο χωρίς αγάπη και αναζητά διέξοδο αλλού;
Μελίνα Ποτουρίδου: Η Λιουντα δεν αναζητα διεξοδο σε μια ανθρωπινη συναναστροφη , αυτό είναι απλος αντιπερισπασμος. Η πραγματικη και ουσιαστικη διεξοδος της είναι η φυση και πιστευω πως σε οποια κατασταση ζωης βρισκεσαι, η φυση είναι παντα η πιο ομορφη διεξοδος . Δε με δυσκολεψε να το κατανοησω γιατι και εγω όταν πνιγομαι σε καταστασεις αναπνεω εξαιτιας της .
-Θα λέγατε πως σε αυτή τη φάση της πορείας σας, σας ενδιαφέρουν περισσότερο ρόλοι που σας καθρεφτίζουν ή που σας μετακινούν αλλού;
Μελίνα Ποτουρίδου: Πιστευω πως σε ολους τους ρολους βρισκουμε χαρακτηριστικα που μοιάζουμε. Με ενδιαφερει να κανω πραγματα που είναι διαφορετικα για να μαθαινω και να μπαινω σε σκεψεις που ισως να μην ειχα διαμορφωσει από μονη μου.
Σίμος Στυλιανού – Πάβελ Ζαχάροβιτς, μικρότερος γιος της Βάσσας, ανάπηρος στα κάτω άκρα, εγκλωβισμένος σε έναν γάμο γεμάτο ένταση με τη Λιουντμίλα.
-Τι σημαίνει να υποδύεστε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να κινηθεί, αλλά είναι ικανός για τα πάντα από αγάπη;
Σίμος Στυλιανού: Δεν μπορεί να κινηθεί με την ευκολία που κινούνται οι υπόλοιπο άνθρωποι, ωστόσο ο Παβελ έχει βρει τρόπους να ελίσσεται και να κινείται. Ο ρόλος είναι αρκετά δύσκολος και μια μεγάλη πρόκληση, όχι μόνο όσον αφορά το κομμάτι της αναπηρίας του, που με δυσκόλεψε πολύ, αλλά και σχετικά με το ψυχικό κομμάτι του. Ο Πάβελ είναι ένα ασανσέρ συναισθημάτων, αλλάζει συναισθήματα πολύ γρήγορα, έχοντας τρομερά ψυχολογικά ζιγκ ζαγκ πράγμα που τον καθιστά απίστευτα γοητευτικό ως χαρακτήρα αλλά και ως υλικό για τον ηθοποιό.
-Πιστεύετε ότι η γενιά σας έρχεται να συνεχίσει ή να ανατρέψει όσα προηγήθηκαν στο θέατρο;
Σίμος Στυλιανού: Θέλω να είμαι αισιόδοξος και πιστεύω πως η γενιά μου, με τις δυσκολίες που υπάρχουν και προκύπτουν από ο,τι έχει προηγηθεί, θα καταφέρει να ανατρέψει την κατάσταση που υπάρχει.
Αλέξανδρος Σάβγκα – Πρόχορ Ιβάνοβιτς, συγγενής της οικογένειας, οικονομικός συνεργάτης και παράνομος εραστής της Λιουντμίλα, πρόσωπο που κινείται ανάμεσα στην εξουσία και την επιθυμία.
-Τι κινεί περισσότερο τον χαρακτήρα σας: η ανάγκη για απόλαυση ή η ανάγκη για κυριαρχία;
Αλέξανδρος Σάβγκα: Ο Πρόχορ κινείται κυρίως από την ανάγκη για κυριαρχία· η απόλαυση είναι απλώς το μέσο. Θέλει να αισθάνεται ότι ελέγχει τους ανθρώπους και τις καταστάσεις, ακόμη κι όταν αυτό περνά μέσα από τον έρωτα ή την ηδονή.
Πώς φαντάζεστε να διαμορφώνεται η δική σας καλλιτεχνική ταυτότητα;
Αλέξανδρος Σάβγκα: Τον προσεγγίζω ως έναν άνθρωπο με διπλή φύση: γοητευτικός και επικίνδυνος ταυτόχρονα. Η καλλιτεχνική μου ταυτότητα στον ρόλο χτίζεται πάνω στην ένταση ανάμεσα στη δημόσια δύναμη και την κρυφή του ευαλωτότητα.
Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα – Ντούνια, οικονόμος και μακρινή συγγενής της οικογένειας, φορέας μυστικών και σιωπηλή παρουσία του σπιτιού.
-Τι σας έμαθε αυτή η συνεργασία για τη δύναμη της σιωπής στη σκηνή;
Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα: Πολλοί θεωρούν ότι η δύναμη ενός ηθοποιού κρίνεται από τον λόγο ή την ένταση της φωνής. Μέσα όμως από αυτή την όμορφη συνεργασία, διαπίστωσα ότι η σιωπή είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία. Για μένα, αυτό ήταν μια πραγματική πρόκληση. Σαν χαρακτήρας, είμαι το ακριβώς αντίθετο: μια έκρηξη ενέργειας και ασταμάτητης ομιλίας. Όμως, υποδυόμενη τη Ντούνια, προσπάθησα να τιθασεύω αυτή την ορμή. Ανακάλυψα ότι όταν επιλέγεις να μη μιλήσεις, αλλά η παρουσία σου παραμένει εκεί —άκαμπτη, αιχμηρή, παρατηρητική— δημιουργείς μια τρομερή ενέργεια στον χώρο. Πάνω στη σκηνή η σιωπή σου δίνει τη δυνατότητα να “ακούσεις” τον άλλον πιο βαθιά και να μεταφέρεις στον θεατή όλα όσα ο χαρακτήρας σου καταπνίγει.Το σημαντικότερο όμως μάθημα αυτής της συνεργασίας είναι ότι μου έδειξε πως το να αντέχεις τη σιωπή σου πάνω στη σκηνή απαιτεί τεράστια εσωτερική δύναμη.
-Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα: Τι θα θέλετε να προστατεύσετε μέσα σας, καθώς προχωράτε στο θέατρο;
Αυτό που θέλω να προστατεύσω με κάθε κόστος είναι η παιδική μου περιέργεια και η ικανότητά μου να εκπλήσσομαι. Στο θέατρο, όσο προχωράς, υπάρχει ο κίνδυνος να εγκλωβιστείς στην τεχνική, στην ευκολία και σε μια μανιέρα που χτίζεται σταδιακά. Εγώ θέλω να κρατήσω ζωντανή αυτή την “εθιστική” ανάγκη για ανακάλυψη που νιώθω τώρα: να μη φοβάμαι να είμαι ευάλωτη και να ξεκινάω κάθε φορά από το μηδέν, από το αθώο και αυθόρμητο συναίσθημα του “δεν ξέρω”.Θέλω λοιπόν, να προστατεύσω την ευαλωτότητά μου. Να μην αφήσω τον εαυτό μου να “σκληρύνει” τόσο ώστε να σταματήσει να συγκινείται. Θέλω να παραμείνω “ανοιχτή”, να δοκιμάζω και να δοκιμάζομαι χωρίς τον φόβο της αποτυχίας.
Ξένια Κουτσουμπού – Άννα Ζαχάροβνα, μεγάλη κόρη της Βάσσας, σύζυγος ενός αλκοολικού αξιωματικού και μητέρα δύο παιδιών, που επιστρέφει για να διεκδικήσει τη θέση της στην οικογένεια.
Ξένια Κουτσουμπού: Η Άννα Ζαχάροβνα αποτελεί έναν δυναμικό γυναικείο χαρακτήρα του έργου. Ποιες πτυχές του χαρακτήρα της θελήσατε να αναδείξετε; Καθώς στη δυναμική πτυχή του χαρακτήρα της παρουσιάζουμε τα περισσότερα κοινά εστίασα κυρίως στις πτυχές της Άννα που αποκλίνουν από εμένα, ήτοι τη διπλωματικότητα και την πλούσια αξιοποίηση των γυναικείων θέλγητρων. Η Άννα είναι ψύχραιμη, δρα μεθοδικά και προσχεδιασμένα, συσσωρεύει πληροφορία και ζυγίζει τις καταστάσεις υπολογιστικά προτού αποκαλύψει το φύλλο της. Σε αυτά ήθελα να εστιάσω και ήταν μια όμορφη πρόκληση!
-Πώς σας διαμόρφωσε η μαθητεία σας για να προσεγγίσετε έναν τέτοιο ρόλο;
Ξένια Κουτσουμπού: Είμαι κλειστός άνθρωπος και τελειομανής. Στην υποκριτική το διαμάντι προκύπτει από το λάθος και από το εγκάρδιο καλωσόρισμα κάθε νέου και διαφορετικού στοιχείου ώστε να έρθει ο ηθοποιός εγγύτερα στον εκάστοτε ρόλο. Στη σχολή νομίζω ότι γεφύρωσα αυτό το χάσμα και καθώς η Άννα έχει τη μεγαλύτερη ποικιλία σε ποιότητες μες στο έργο, ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να έχω προηγουμένως λειάνει τις γωνίες μου, ακριβώς όπως η ίδια έκανε στη ζωή της για να συστηθεί όπως ο Γκόρκι μας τη γνωρίζει στα 30 της έτη, μητέρα πλέον δύο παιδιών.
Τι ζητάτε σήμερα από το θέατρο για το μέλλον σας;
Ξένια Κουτσουμπού: Δεν ζητώ. Στη ζωή σχεδόν ποτέ δεν σου δίνεται κάτι επειδή το ζητείς ή όπως λέει η Βάσσα «δεν υπάρχουν θαύματα για εμάς, όλα πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας». Όπως η Άννα δημιουργεί τις προϋποθέσεις στο έργο, έτσι κι εγώ προσπαθώ καθημερινά να βελτιώνομαι τόσο για εμένα όσο και τους συμπαίκτες μου επάνω στη σκηνή και αποσκοπώ στο αρτιότερο και πιο γεμάτο συναισθηματικά αποτέλεσμα κάθε βραδιά που παίζουμε. Ελπίζω να έλκω και να έλκομαι από ανθρώπους που επιθυμούν το ίδιο και να δημιουργούμε πάντα όμορφα πράγματα!
Λεωνίδας Λεοντιάδης – Σεμιόν Ζαχάροβιτς, γιος της Βάσσας, ένας άνδρας που δεν κατάφερε ποτέ να αποδεσμευτεί από τη σκιά της.
-Από αυτό το ανέβασμα τι θα σας συνοδεύει όταν προσεγγίζετε χαρακτήρες σε κρίση;
Λεωνίδας Λεοντιάδης: Η κατάρευση. Ο Σεμιόν μου έμαθε πώς κάποιος που ζει χρόνια υπό τη σκιά των γονέων του, που έχει ωστόσο προσδοκίες και όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον, κάνει την μετάβαση από την ονειροπόληση προς την ολική διάψευση των προσδοκιών του και την επακόλουθη ψυχολογική καταστροφή του.
-Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι σας στο θέατρο;
Λεωνίδας Λεοντιάδης: Πέρα από το να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, θέλω να συνεχίσω να ανεβάζω παραστάσεις με δική μου παραγωγή μου συνεργαζόμενος με άτομα πού σέβομαι και εκτιμώ.

Πολύμνια Αγγελάκη – Νατάλια, νεαρή σύζυγος του Σεμιόν, που προσπαθεί να τον αποσπάσει από τη μητρική επιρροή.
-Πώς λειτουργεί η Νατάλια μέσα στο σύστημα εξουσίας της οικογένειας;
Πολύμνια Αγγελάκη: Η Ναταλία λειτουργεί μέσα στο σύστημα εξουσίας της οικογένειας από μια θέση φαινομενικά αδύναμη, αλλά με έντονη εσωτερική φιλοδοξία. Ως σύζυγος του πρωτότοκου γιου βρίσκεται κοντά στην εξουσία, χωρίς όμως να έχει πραγματική φωνή, και αυτό την κάνει να αισθάνεται διαρκώς παραγκωνισμένη. Προσπαθεί να κερδίσει χώρο μέσα από την επιμονή και την παρατήρηση. Μαθαίνει όσα της κρύβουν, φροντίζει τους πάντες και ιδιαίτερα τον Ζαχάρ, και τον Πάβελ ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να αποσπάσει τον Σεμιόν από την επιρροή της οικογένειας.
Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι πίσω από την ανάγκη της για ασφάλεια και αναγνώριση υπάρχει ένας πιο ξεκάθαρος στόχος: να εξασφαλίσει δύναμη και ανεξαρτησία, χτίζοντας μια ζωή όπου η ίδια θα έχει τον έλεγχο
-Πού θα θέλατε να σας οδηγήσει το θέατρο, προσωπικά και καλλιτεχνικά;
Πολύμνια Αγγελάκη: Θα ήθελα το θέατρο να με οδηγήσει σε μια διαδρομή συνεχούς εξέλιξης. Για μένα δεν είναι μόνο ένα επάγγελμα αλλά ένας τρόπος ζωής. Ένας χώρος όπου μπορώ να μεταμορφώνομαι, να «ταξιδεύω» άλλες ζωές άλλες εποχές, να γνωρίζω διαφορετικούς ανθρώπους και να ανακαλύπτω διαρκώς καινούριες πλευρές του εαυτού μου.
Θέλω να δοκιμαστώ σε πολλούς και διαφορετικούς ρόλους και είδη θεάτρου, να ρισκάρω και να μην επαναπαύομαι ποτέ σε κάτι «εύκολο» ή γνώριμο. Στόχος μου είναι να μπορώ να βιοπορίζομαι από το θέατρο και την τηλεόραση, αλλά κυρίως να συνεχίσω να μαθαίνω και να εξελίσσομαι καλλιτεχνικά και προσωπικά. Θέλω να μεταμορφώνομαι πραγματικά, να αφηγούμαι διαφορετικές ζωές με αλήθεια και να προχωράω συνεχώς ένα βήμα πιο πέρα, έχοντας «δώσει» και κάτι στο κοινό.
Διαβάστε επίσης:
«Βάσσα-Μια μητέρα», του Μαξίμ Γκόρκι σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο Θέατρο Arroyo