Το έργο
Το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη ανέβηκε για πρώτη φορά από το θίασο των Τζένης Καρέζη-Κώστα Καζάκου, μεσούσης της δικτατορίας, το 1973. Την ίδια στιγμή, η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου ερμηνευμένη από τον Αρχάγγελο της Κρήτης, Νίκο Ξυλούρη, πρωτοστάτησε στον αγώνα των φοιτητών κατά του δικτατορικού καθεστώτος, τον Νοέμβριο του 1973, και εγγράφηκε έκτοτε στη συλλογική μνήμη του τόπου.
Το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη απεικονίζει, μέσα από μία σπονδυλωτή διάρθρωση, το σύνολο σχεδόν της ιστορίας αυτού του τόπου και του λαού του. Ξεκινάει από την αρχαία Ελλάδα και το θεό Κρόνο, περνάει στους βυζαντινούς χρόνους και τη Ρωμαϊκή εποχή, φτάνει στον τουρκικό ζυγό και το «ένδοξο» 1821, παρακολουθεί τον ερχομό του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνα, αλλά και όσων τον διαδέχτηκαν για να καταλήξει στη Μικρασιατική καταστροφή, τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, τον εμφύλιο και τέλος την επταετία. Ο συγγραφέας, μέσα από αυτό το ταξίδι στο χρόνο, αναδεικνύει το στοιχείο του διχασμού το οποίο ταλανίζει τον Ελληνικό λαό, από καταβολής κόσμου, ως φαίνεται. Η πένα του Ι. Καμπανέλλη καταφέρνει να αναδείξει, να προβληματίσει και να ευαισθητοποιήσει το κοινό χωρίς να καταφεύγει σε δραματικές κορώνες ή μελοδραματισμούς, αλλά με έντονο το κωμικό και δή το σατιρικό στοιχείο, το οποίο, σύμφωνα με τον Γιώργο Πεφάνη κυριαρχεί στο συγκεκριμένο έργο («Ιάκωβος Καμπανέλλης: Διαδρομές σε μεγάλη χώρα», Εκδ. Κέδρος, 2000).
Ήδη, η επιλογή του τσίρκου προκειμένου για την αναβίωση της ιστορίας του ελληνικού λαού, ο οποίος επαίρεται συχνά ότι επινόησε σημαντικές επιστημονικές εφευρέσεις, καθώς και ότι έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης δυτικής φιλοσοφίας, αντικατοπτρίζει ιδιαίτερα εύγλωττα τη διάθεση του συγγραφέα. Από την άλλη, το τσίρκο και συλλήβδην το κλόουνεσκ στοιχείο, όπως είχε ήδη αποτυπωθεί στη μπεκετική δραματουργία, συνδέεται με βαθιά θλίψη και, συχνά, απόγνωση απέναντι στη βάσανο της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σκιαγραφήθηκαν και οι ήρωες του Ι. Καμπανέλλη, οι οποίοι αναλώνονται σε συγκρούσεις, πολλές φορές φαιδρού χαρακτήρα, που όμως πληγώνουν, ανεπανόρθωτα συνήθως, την ιστορία του τόπου.
Ο συγγραφέας εξέτασε, μελέτησε και αποτύπωσε το παρελθόν και το παρόν, πασχίζοντας να περισώσει το μέλλον της Ελλάδας στο σύνολο της εργογραφίας του. Άλλοτε αποτυπώνοντας τον πόνο, την προσφυγιά και τη μετανάστευση των Ελλήνων (λ.χ. «Η Αυλή των θαυμάτων», «Η Ηλικία της Νύχτας») και άλλοτε συνδιαλεγόμενος με τους αρχαίους προγόνους (λ.χ. «Ο Δείπνος», «Πάροδος Θηβών», «Γράμμα στον Ορέστη»). Στο «Μεγάλο μας Τσίρκο», ο Ι. Καμπανέλλης δείχνει, πιθανότατα λόγω της χρονικής συγκυρίας κατά την οποία το έγραψε, την πρόθεσή του να ενώσει όλα τα δραματουργικά του ενδιαφέροντα προκειμένου να μιλήσει για μια πληγή που αιμορραγεί, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να την γιατρέψει. Εις μάτην…
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η παράσταση
Ο Πέτρος Ζούλιας ανήκει στους σκηνοθέτες που έχει αποδείξει τις τελευταίες δεκαετίες ότι τον ενδιαφέρει και τον απασχολεί η ιστορία του τόπου, καθώς και τα διδάγματα που προκύπτουν από το παρελθόν και θα -έπρεπε να- αξιοποιηθούν για το μέλλον. Δεν είναι καθόλου παράδοξο επομένως ότι ο σκηνοθέτης αποφάσισε να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο στη δεδομένη χρονική συγκυρία. Μολονότι η χώρα βρίσκεται σε περίοδο ειρήνης, περιτριγυρίζεται από πολεμικές ιαχές, ενώ η σημερινή εποχή προσομοιάζει σε ιδιαίτερα σκοτεινές περιόδους, όπως οι αρχές του προηγούμενου αιώνα. Παρόλο που τέτοιες ώρες επιτάσσουν εθνική ενότητα, ωστόσο η χώρα, όπως και το μεγαλύτερο κομμάτι της υφηλίου, ταλανίζεται από έντονη πόλωση.
Ο σκηνοθέτης αποφεύγοντας τις συμπληγάδες της πολιτική αντιπαράθεσης αναδεικνύει το στοιχείο του διχασμού το οποίο κατατρώει τον Έλληνα, διαχρονικά: Αθήνα-Σπάρτη, Βενιζέλος-Βασιλιάς, Κοτοπούλη-Κυβέλη, Αριστεροί-Δεξιοί, Μάτι-Τέμπη. Η εξίσωση ωστόσο δείχνει, πάντα, χαμένους εκατέρωθεν. Όσο η δράση προσεγγίζει τη σημερινή εποχή, τόσο κυριαρχεί η πικρία και ο πόνος για όσα και όσους χάθηκαν, αλλά και για όσα περισώθηκαν αλλά απαξιώθηκαν. Ενδεικτική, η εμφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου, τον οποίο ο σκηνοθέτης έβαλε να διασχίσει σιωπηρά τη σκηνή, από τη μια άκρη στην άλλη. Σε αυτή τη σύντομη σκηνική περιδιάβαση αποτυπώνονται η Μικρασιατική Καταστροφή, η καταρράκωση της Μεγάλης Ιδέας και η πλήρης απαξίωση του ίδιου, σημαίνοντας τη διαδρομή που ακολουθεί ο ίδιος ο ελληνικός λαός με όλους τους ανθρώπους οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη χώρα: από την αρχική λατρεία στην αμφισβήτηση και τέλος στον αφανισμό και στη μετά θάνατον αναγνώριση.
Οι Ηθοποιοί
Είκοσι-ένας ηθοποιοί επί σκηνής απάρτισαν ένα μοναδικό σύνολο, καθώς με ζηλευτό συντονισμό ερμήνευσαν υποκριτικά και μουσικά το απαιτητικό κείμενο του Ι. Καμπανέλλη. Συντονιστές του θιάσου ήταν οι Ελεωνόρα Ζουγανέλη και Δημήτρης Γκοτσόπουλος. Ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν συγκινητικός στο ρόλο του Κολοκοτρώνη. Πολύ καλός ήταν επίσης ο Κώστας Καζάκας, ιδιαίτερα ως Ιερέας και Χατζηαβάτης, καθώς και ο Βασιλιάς του Μανώλη Γεραπετρίτη. Ξεχώρισαν η Καραγκιόζαινα της Μαριάννας Τουντασάκη, ο Βελιγκέκας του Δημήτρη Καπετανάκου, ο Φυλακισμένος του Παναγιώτη Καρμάτη, ο Αρχιερέας του Γιώργου Τσουρουνάκη, ο Νιόνιος του Ευθύμη Γεωργόπουλου, η Φρόσω της Άννας Μονογιού, ο Μπάρμπα-Γιώργος του Μάρκου Ξύδη. Ο Γιώργος Τσούρμας ήταν απολαυστικός ως Ασημάκης και συγκινητικός ως Ελευθέριος Βενιζέλος. Πολύ καλοί ήταν τέλος στους ρόλους τους, ο Μιχάλης Καζάκας, ο Βασίλης Λέμπερος, ο Ιάσονας Χρόνης, ο Βασίλης Παπαδημητρίου, ο Παντελής Ψακίδης, ο Δημήτρης Γαλάνης, η Άννα-Μαρία Κατσουλάκη και η Τάνια Ρόκκα.
Οι Συντελεστές
Η, θρυλική, μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου στέκει σαν φάρος που φωτίζει την δραματουργική οξυδερκή πένα του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Εξαιρετικά σημαντική η συμβολή των, επί σκηνής, μουσικών (Βαχάν Γκαλστιάν, Δημήτρης Κούστας, Νίκος, Μήλας, Γιώργος Σαββαΐδης, Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Χάρης Χαραλάμπους).
Το λιτό, αλλά ταυτόχρονα επιβλητικό σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου κυριάρχησε στο χώρο, ήδη με το άνοιγμα της αυλαίας. Άλλοτε μετατρεπόταν στην τέντα ενός τσίρκου, άλλοτε σε παράπηγμα όπου ξαποσταίνουν οι διασωθέντες στην προκυμαία της Σμύρνης και άλλοτε σε σκηνή όπου αναζητούν προστασία οι στρατιώτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια στιγμή, και με την πολύτιμη βοήθεια των φωτισμών (φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα), το κόκκινο χρώμα που πλημμύρισε το σκηνικό, άλλοτε δημιούργησε την αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας και άλλοτε σκόρπισε το φόβο και το θάνατο.
Εξίσου σημαντικός ο ρόλος των κοστουμιών (κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης). Πολυάριθμα, καλοφτιαγμένα και πλούσια τα κοστούμια του πολυπληθούς θιάσου, ο οποίος εναλλασσόταν σε πολλαπλούς ρόλους. Δηλωτικά της εκάστοτε εποχής και κατάστασης, τα κοστούμια διέτρεχαν την ιστορία από την αρχαία Ελλάδα έως και σήμερα. Τέλος, μνεία χρειάζεται για τις βιντεοπροβολές (Κάρολος Πορφύρη), οι οποίες ξύπνησαν αναμνήσεις και γέννησαν συναισθήματα.

Εν κατακλείδι
Ο Πέτρος Ζούλιας γνωρίζει πολύ καλά τους όρους και τους κανόνες του καλού θεάτρου. Αυτό που πετυχαίνει κάθε βράδυ στο θέατρο του Ιδρύματος Ελληνισμού είναι ένα αληθινό σύγχρονο θεατρικό φαινόμενο, καθώς άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, γεμίζουν ασφυκτικά την, χιλίων θέσεων, αίθουσα προκειμένου να σιγοτραγουδήσουν τη μουσική του Ξαρχάκου, να αλληλεπιδράσουν με τα επί σκηνής τεκταινόμενα και στο τέλος, όρθιοι, να χειροκροτήσουν το δεκαοκταμελή θίασο.
Ο ιστορικός του θεάτρου θα χρειαστεί να αναλύσει τί είναι αυτό που προκαλεί τέτοιο πάθος σε εκατοντάδες ανθρώπους κάθε βράδυ. Η σκηνοθεσία του Π. Ζούλια πετυχαίνει να συνομιλήσει τόσο με το κείμενο του Ι. Καμπανέλλη, όσο και με το σύγχρονο κοινό, το οποίο δείχνει να γνωρίζει την ιστορία του και να την αποδέχεται, αν και αρκετά μοιρολατρικά. Παράλληλα, φαίνεται ότι το κοινό διακατέχεται από έντονη περηφάνεια για τον τόπο, την ιστορία και τους προγόνους του. Διαθέτει όμως και αυτογνωσία προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη της ιστορίας;
Η παράσταση τελειώνει με τον Π. Ζούλια να αποτίνει, με τη σειρά του, φόρο τιμής στους, καλλιτεχνικούς του προγόνους που ανέβασαν για πρώτη φορά το «Μεγάλο μας Τσίρκο» στη δύσκολη περίοδο της χούντας, αναγνωρίζοντας τον κόπο, την επιμονή και την έμπνευσή τους χαράσσοντας ένα λαμπρό μονοπάτι για το ελληνικό θέατρο. Με τον τρόπο αυτό, ο σκηνοθέτης συνδέεται διακειμενικά με τη δραματουργία του Ι. Καμπανέλλη δείχνοντας ότι η αναγνώριση και αποδοχή του παρελθόντος είναι ο μοναδικός, ίσως, δρόμος για το μέλλον.
Διαβάστε επίσης:
Το Μεγάλο μας Τσίρκο, του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια στον Ελληνικό Κόσμο