Στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν στη σκηνή της Φρυνίχου μόλις τα φώτα κλείνουν δυσδυείς σε ένα αλλιώτικο σύμπαν, μίξη της φαντασίας και της ευφίας του Κάρλο Γκολντόνι και του Γιάννη Κακλέα.
Το κείμενο του Ιταλού κωμωδιογράφου έχει διασκευαστεί, κι έτσι η εκδοχή που παρακολουθούμε είναι μια φρέσκια και σύγχρονη ανάγνωση της Locandiera. Τα γέλια του κοινού σμίγουν με τις μουσικές της ζωντανής ορχήστρας και, ενώ επί σκηνής ξεδιπλώνεται ένα παιχνίδι έρωτα, εξουσίας και ανατροπών, το κοινό παρασύρεται αβίαστα στην κωμωδία. Οι χαρακτήρες ανεβοκατεβαίνουν και κινούνται απροσδόκητα στον χώρο, τραγουδούν, χορεύουν, ανταλλάσσουν απολαυστικούς διαλόγους σε αυτό το γεμάτο παλμό και μπρίο ανέβασμα. Στο επίκεντρο συναντάμε και ένα λαμπερό πρωταγωνιστικό δίδυμο: τη Βερόνικα Δαβάκη και τον Ιβάν Σβιτάιλο.

Το CultureNow μίλησε με τη Βερόνικα Δαβάκη για τη «συναινετική εξαπάτηση» του θεάτρου, για τη σύγχρονη και απρόβλεπτη Μιραντολίνα, αλλά και για το πώς η μουσική, το χιούμορ και η ελευθερία γίνονται εργαλεία δύναμης μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο προσδοκίες και στερεότυπα.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Στο ανέβασμα υπάρχει μια μικρή εξαπάτηση του κοινού. Πώς σας φάνηκε αυτή η ιδέα όταν την ακούσατε για πρώτη φορά;
Μα αυτό ακριβώς είναι η θεατρική τέχνη, η συναινετική εξαπάτηση του θεατή!
–Γενικότερα, πώς υποδεχθήκατε τη διασκευή του έργου; Τι σας προκάλεσε μεγαλύτερη έκπληξη ή ενδιαφέρον σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο;
Διαβάζοντας τη διασκευή του Γιάννη Κακλέα για να είμαι ειλικρινής, κατάλαβα καλύτερα το ίδιο το έργο. Η διασκευή έγινε με γνώμονα την καρδιά του έργου, την ουσία του, τα πραγματικά διακυβεύματα, τους χαρακτήρες, τις σχέσεις.
-Η ηρωίδα σας έχει χαρακτηριστεί «απροσδόκητα σύγχρονη». Ποια στοιχεία της θεωρείτε πιο επίκαιρα για μια γυναίκα του σήμερα;
Η Μιραντολίνα του Γκολντόνι είναι παραφορτωμένη με προσδοκίες. Η κοινωνία προσδοκά και μάλιστα με τρόπο εξαιρετικά απαιτητικό από μια γυναίκα να είναι ηθική κόρη, αδιάλειπτα όμορφη, να είναι καλή μητέρα, αφοσιωμένη σύντροφος, να είναι σέξι αλλά όχι πρόστυχη, να είναι κοινωνική αλλά όχι υπερβολικά διαχυτική. Μια λίστα που δεν τελειώνει ποτέ, νομίζω.
Επιπλέον, η γυναίκα εξακολουθεί, μετά από αιώνες, να αντιμετωπίζεται ως τρόπαιο, ως θήραμα, κι αυτό από μόνο του εμπεριέχει υποτίμηση. Η δική μας Μιραντολίνα στέκεται απέναντι σε όλα αυτά με αφοπλιστικό χιούμορ και μια πολύ ιδιόμορφη παιδικότητα.
-Η σκηνή με τη μπουγάδα είχε μια ιδιαίτερη μαγεία στα μάτια μου. Υπήρξαν εικαστικές, κινηματογραφικές ή ακόμη και βιωματικές αναφορές από τις οποίες αντλήσατε έμπνευση για το στήσιμο της Μιραντολίνα;
Είναι δια χειρός Γιάννη Κακλέα, βέβαια… Σ’ αυτά τα ζητήματα είμαι κι εγώ από τη δική σας πλευρά, αυτή του θαυμαστή!
Δεν μπορώ να ξέρω τι είναι αυτό που δίνει έμπνευση στον Γιάννη Κακλέα, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα πως η φαντασία, η δημιουργικότητα και η ευρηματικότητά του είναι αστείρευτες και αφοπλιστικές.

–Πώς βλέπετε τη «μάχη» της με τον Ριπαφράττα; Πρόκειται για ένα ερωτικό παιχνίδι εντυπώσεων ή για μια βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση γύρω από την εξουσία και το φύλο;
Επί σκηνής λαμβάνει χώρα ένα αληθινό ερωτικό παιχνίδι, η συνάντηση δύο ανθρώπων που έχει αυτή την ποιότητα, να μη μπορεί κανείς από τους δύο να συνεχίσει αλώβητος.
Οι αναγνώσεις αυτού του αφηγήματος, οι ερμηνείες του, είναι παραπάνω από μία. Ναι, υπάρχει ένα παιχνίδι εξουσίας στον έρωτα· ναι, συναντάμε συχνά τη λεγόμενη «μάχη των φύλων»· ναι, συμβαίνει να πέφτουμε στις παγίδες που οι ίδιοι στήσαμε· ναι, είναι δύσκολο να παραδεχτεί και να αφεθεί κανείς άνευ όρων στα μεγάλα συναισθήματα — πρωτοστατούντος του έρωτα.
–Η Μιραντολίνα εργαλειοποιεί τον μισογυνισμό του Ρομπέρτο Ριπαφράττα εναντίον του. Όταν «πέφτουν οι μάσκες», έχει εκείνος καταφέρει να γνωρίσει την αληθινή Μιραντολίνα ή παραμένει εγκλωβισμένος στη δική του προβολή;
Η Μιραντολίνα προσεγγίζει τον Ριπαφράττα περικυκλώνοντάς τον, αιφνιδιάζοντάς τον, «με παιχνίδια, φωνές, μ’ εντολές, με πληγές», όπως λέει ένα τραγούδι μας. Δοκιμάζει εντάσεις, ποιότητες, σχήματα, τρόπους, προκειμένου πρώτα να τον καταλάβει κι έπειτα να κερδίσει την εμπιστοσύνη — και γιατί όχι, τον θαυμασμό — του.
Θέλει να τον γοητεύσει. Τελικά, όμως, γοητεύεται κι η ίδια από αυτόν, ώσπου φτάνει να μην έχει πια δύναμη να βάλει τέλος στο παιχνίδι της. Παύει να είναι κυρίαρχη. Έχει εκτεθεί κι εκείνη όσο κι εκείνος.

–Εκτός από τον Ριπαφράττα, και οι υπόλοιποι άνδρες χαρακτήρες φαίνεται να φέρουν έναν πιο υπόγειο μισογυνισμό. Πώς διατηρεί η Μιραντολίνα τη χαρά, την ελαφρότητα και την παιγνιώδη διάθεσή της μέσα σε αυτό το περιβάλλον;
Σωστά, πολύ σωστά! Και οι λοιποί άνδρες την αντιμετωπίζουν μάλλον ως τρόπαιο, ως θέαμα ή όπως οι κυνηγοί το θήραμά τους — όχι ισότιμα. Δεν ενοχλείται, γιατί είναι αυτάρκης και δυνατή. Διασκεδάζει αυτό που συμβαίνει χωρίς ενοχές, χωρίς καθωσπρεπισμούς και, κυρίως, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν.
–Οι μονόλογοι έχουν τη μορφή μουσικών κομματιών – ακόμη και σε ραπ φόρμα. Τι προσθέτει αυτή η επιλογή στην ψυχογραφία της Μιραντολίνα;
Οι μονόλογοι στον Γκολντόνι μας αποκαλύπτουν τις σκέψεις του ήρωα, την εσωτερική του κατάσταση, τους στόχους του, τους φόβους, τις ανομολόγητες επιθυμίες του.
Στη δική μας παράσταση, οι μονόλογοι αυτοί παίρνουν μορφή ραπ τραγουδιών. Οι ρόλοι έρχονται πολύ κοντά μας, γίνονται πιο ανάγλυφοι, τολμηροί, αιχμηροί — ίσως και προκλητικοί. Απολύτως ευανάγνωστοι και οικείοι.
–Τι περισσότερο μπορείτε να μας πείτε για τη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου; Η ζωντανή μουσική δίνει έναν μοναδικό παλμό στην παράσταση. Επηρεάζει αυτό τον ρυθμό, τη σωματικότητακαι την γενικότερη διαχείρισή σας πάνω στη σκηνή;
Η μουσική κάνει κι αυτή το ταξίδι της μέσα στην παράσταση και είναι σαφώς τρισδιάστατη. Ξεκινά από την Αναγέννηση, κάνει μια μεγάλη στάση στην ιταλική ποπ και φτάνει μέχρι το σύγχρονο ραπ, που εξομαλύνεται σταδιακά, καθώς αφήνει τη μελωδία να το κυριεύσει.
Η μουσική φωτίζει με έναν άλλο τρόπο όσα συμβαίνουν στη Λοκάντα μας. Άρρητα, σχεδόν μεταφυσικά, χωρίς να επεξηγεί και χωρίς υποδείξεις. Κι αυτό για μας, επί σκηνής, είναι πολύτιμο.
Είναι ευλογία η ζωντανή μουσική. Είναι πηγή δύναμης. Είναι ένα θαύμα.

-Πώς θα περιγράφατε μια τυπική πρόβα με τον Γιάννη Κακλέα;
Ένα πεντάωρο φανταστικό καταφύγιο.
–Αν η Μιραντολίνα ζούσε σήμερα, πού θα θέλατε να τη συναντούσαμε; Θα διατηρούσε πάλι μια «λοκαντιέρα» ή θα είχε κατακτήσει κάποιον εντελώς διαφορετικό χώρο;
Ίσως να ήταν επιχειρηματίας και να ταξίδευε σε ολόκληρο τον κόσμο με τη βοήθεια της τηλεργασίας! Ίσως ακόμη να ήταν δήμαρχος ή να είχε σχολή καταδύσεων. Μπορεί πάλι να ήταν προπονήτρια σε ποδοσφαιρική ομάδα (αντρική) ή να ήταν φαροφύλακας. Δεν έχω ιδέα…
Πληροφορίες
«LOCANDIERA» του Κάρλο Γκολντόνι
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν – Σκηνή Φρυνίχου, Φρυνίχου 14, Πλάκα, Αθήνα
Τετάρτη & Κυριακή: 19:00 || Πέμπτη & Παρασκευή: 21:00 || Σάββατο: 18:00 & 21:00
Διαβάστε επίσης:
Locandiera: Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί Γκολντόνι στο Θέατρο Τέχνης