Ο Άλκης Μπακογιάννης είναι το Παιδί στην Τράπεζα, Γιος μιας Κυρίας, Πρώτη Κόρη του Ταμία της Τράπεζας, ένας Ποδηλάτης, μια Γυναίκα που εργάζεται σε Καμπαρέ, ονόματι Τατιάνα, αλλά και Αθλητής του Στρατού Σωτηρίας. Ο Άλκης Μπακογιάννης είναι ηθοποιός, με λίγα λόγια, στην παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα», τη νέα διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου, πάνω στο αριστούργημα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου “Von morgens bis mitternachts” του Γκέοργκ Κάιζερ, που παρουσιάζεται στο Νέο Θέατρο Βασιλάκου.
***
Το έργο
Ένας ταμίας τράπεζας, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται όταν μια μυστηριώδης γυναίκα τον κάνει να συνειδητοποιήσει το αδιέξοδο της καθημερινότητάς του. Παρασυρμένος από μια ξαφνική παρόρμηση, κλέβει ένα τεράστιο ποσό και εγκαταλείπει τη δουλειά και την οικογένειά του, αποφασισμένος να «ζήσει» επιτέλους. Ξεκινά ένα ξέφρενο ταξίδι αναζητώντας μέσα από το χρήμα, τον έρωτα και τη θρησκεία κάποιο ίχνος αλήθειας ή λύτρωσης. Όμως, η μέρα που «έκλεψε» μετατρέπεται σε μια σκοτεινή νύχτα εσωτερικής απογύμνωσης, καθώς ο ίδιος συνειδητοποιεί πως τίποτα δεν μπορεί να τον σώσει από την ίδια του την κενότητα.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Ορφέας Αυγουστίδης δίνει σάρκα και οστά στον αβέβαιο (αντι)ήρωα, ενώ στο πλάι του η Ευγενία Σαμαρά ενσαρκώνει πολλαπλές γυναικείες φιγούρες-σύμβολα, λειτουργώντας ως καθρέφτης και πρόκληση για εκείνον. Μαζί τους επί σκηνής (αλφαβητικά) οι: Βαλεντίνος Κόκκινος, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος και Γιάννης Σαμψαλάκης.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
-Γνωρίζατε το έργο του Γκέοργκ Κάιζερ πριν από τη συνεργασία σας αυτή με τον Θωμά Μοσχόπουλο; Υπάρχει κάτι στο συγκεκριμένο κείμενο που σας γοήτευσε ιδιαιτέρως από την πρώτη ανάγνωση;
Γνώριζα τον Γκέοργκ Κάιζερ περισσότερο ως όνομα και ως κομμάτι της ιστορίας του εξπρεσιονισμού, όχι όμως σε βάθος. Η συνεργασία με τον Θωμά Μοσχόπουλο στάθηκε αφορμή να εισέλθω ουσιαστικά στο σύμπαν του έργου.
Από την πρώτη ανάγνωση με γοήτευσε ο άμεσος και αιχμηρός τρόπος με τον οποίο το κείμενο μιλά για κάτι βαθιά σύνθετο: την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από μια ζωή που δεν του ανήκει. Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον ήρωα, αλλά να τον εκθέσει — λειτουργεί περισσότερο σαν παλμός εσωτερικών καταστάσεων παρά σαν κλασική αφήγηση. Αυτή η ωμότητα, μαζί με μια σχεδόν παιδική αθωότητα, ήταν κάτι που με τράβηξε αμέσως.
-Και στο ανέβασμα;
Αυτό που με γοήτευσε ιδιαίτερα στο ανέβασμα ήταν η ματιά του Θωμά Μοσχόπουλου και η συνολική αισθητική του. Ο τρόπος με τον οποίο δεν προσπάθησε να «εκσυγχρονίσει» επιφανειακά το έργο, αλλά να αναδείξει τη σκληρότητα και την ποιητικότητά του μέσα από έναν σύγχρονο σκηνικό λόγο. Το σκηνικό, τα κοστούμια, η κίνηση και η μουσική συνυπάρχουν για να δημιουργήσουν έναν κόσμο έντονα συμβολικό, που λειτουργεί σαν προέκταση της εσωτερικής διαδρομής του ήρωα.

-Στην παράσταση υποδύεστε πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες. Ποιον απολαμβάνετε περισσότερο να ερμηνεύετε;
Δύσκολο να διαλέξω, η αλήθεια είναι. Όλοι έχουν στιγμές που απολαμβάνω ιδιαίτερα. Αν πρέπει να διαλέξω, θα πω την κοπέλα στο καμπαρέ «Τατιάνα». Την απολαμβάνω ιδιαίτερα, αλλά δεν θα αποκαλύψω το γιατί.
–Στην παράσταση εμφανίζεστε και ως γιος της γυναίκας που λειτουργεί ως πειρασμός για τον Ταμία. Αυτή η σχέση μητέρας–γιου, τι στοιχεία εισάγει, κατά τη γνώμη σας, στη δραματουργική δομή της ιστορίας;
Η σχέση μητέρας–γιου, για μένα, δεν αφορά μόνο τη μητρότητα, αλλά τη γυναικεία παρουσία συνολικά μέσα στο έργο. Η μητέρα είναι ένας ρόλος ανάμεσα σε πολλούς: η ίδια γυναίκα εμφανίζεται ως ερωμένη, ως πειρασμός, ως καταφύγιο. Μέσα από αυτή τη σχέση αναδεικνύεται έντονα η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα, αλλά και η μητέρα ως σύμβολο επιθυμίας και δύναμης. Έτσι, η γυναικεία υπόσταση γίνεται καθοριστικός άξονας της δραματουργίας και όχι απλώς μια οικογενειακή συνθήκη.
-Στη σκηνή όπου υποδύεστε τον ποδηλάτη σε κούρσα προσφέρονται ολοένα και μεγαλύτερα ποσά ως έπαθλα. Εκεί «βλέπουμε» το χρήμα να επιδρά άμεσα και σχεδόν βίαια πάνω στις μάζες. Ποια συναισθήματα γεννά αυτή η σκηνή σε εσάς;
Το χρήμα και τα έπαθλα, που μεγαλώνουν συνεχώς, λειτουργούν σαν σύμβολο της σημερινής κοινωνίας, όπου η επιτυχία και η επιβράβευση μετριούνται μέσα από συνεχείς, σχεδόν βίαιους, ανταγωνισμούς. Νιώθω ένταση και πίεση, σαν να παρασύρομαι σε έναν τζόγο όπου όλοι κυνηγούν κάτι που συχνά ξεπερνά την ανθρώπινη διάσταση, και αυτή η σκηνή δείχνει πόσο εύκολα οι άνθρωποι παραδίδονται σε μια τέτοια λογική.

-Σε αρκετές στιγμές της παράστασης δημιουργείται η αίσθηση ότι οι ήρωες απευθύνονται στο κοινό. Έχει υπάρξει έως τώρα κάποια αντίδραση θεατή που να σας εξέπληξε ή να έκανε πιο έντονη αυτή τη συνθήκη;
Από την αρχή μάς ενδιέφερε η αίσθηση ότι οι ήρωες απευθύνονται άμεσα στο κοινό, ότι η σκηνή δεν κλείνει ποτέ εντελώς προς τα μέσα. Δεν συμβαίνει πάντα με τον ίδιο τρόπο, αλλά σε κάποιες στιγμές η ενέργεια αυτή γίνεται πολύ έντονη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια παράσταση όπου, τη στιγμή που ο Ορφέας απευθύνθηκε άμεσα σε θεατή, εκείνος απάντησε αυθόρμητα. Δημιουργήθηκε μια αμηχανία που μετατράπηκε αμέσως σε χιούμορ και έκανε όλη την αίθουσα να γελάσει. Αυτές οι αντιδράσεις ενισχύουν σημαντικά αυτή τη συνθήκη και μάς θυμίζουν ότι το κοινό είναι ενεργό μέρος της παράστασης.
-Η αισθητική της παράστασης συνομιλεί έντονα με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Αυτό επηρέασε τον τρόπο που χτίσατε τους ρόλους σας και τη σχέση σας με το σώμα και την κίνηση επί σκηνής;
Ναι, η αισθητική του γερμανικού εξπρεσιονισμού μάς επηρέασε πολύ. Μας ώθησε να δουλέψουμε τους ρόλους μας όχι μόνο με λόγο, αλλά και με σώμα, κίνηση και ένταση. Η εκφραστικότητα του σώματος, οι γωνίες, οι ρυθμοί, οι υπερβολές — όλα αυτά έγιναν εργαλεία για να εκφράσουμε τα συναισθήματα και τις εσωτερικές καταστάσεις των χαρακτήρων, δημιουργώντας μια πιο δυνατή και άμεση σχέση με το κοινό.
-Ο αρχικός τίτλος του έργου είναι «Από το πρωί ως τα μεσάνυχτα», ενώ στη διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου γίνεται «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα». Αν σας ζητούσαν να προτείνετε έναν διαφορετικό τίτλο, ποιος θα μπορούσε να είναι και γιατί;
Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα άλλαζα τον τίτλο, γιατί μου φαίνεται απόλυτα εύστοχος και πολύ κοντά στον πυρήνα του έργου. Περιγράφει με ακρίβεια τη διαδρομή του ήρωα από την ψευδαίσθηση της ημέρας στο τίμημα της νύχτας — οπότε θα προτιμούσα να τον αφήσω όπως είναι και απλώς να τον… υπερασπιστώ.
-Υπάρχει κάποιο άλλο επαγγελματικό σας σχέδιο για το οποίο θα θέλατε να ενημερώσετε τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του CultureNow;
Ναι, κάθε Δευτέρα και Τρίτη παίζω στο «Σποτ» του Ζήση Ρούμπου, στο Θέατρο Γκλόρια, σε σκηνοθεσία Σοφίας Πάσχου, και το καλοκαίρι θα συμμετάσχω στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.