Δεν ξεκίνησα να γράφω το «Με το Αμβούργο στην Πλάτη» γνωρίζοντας πού θα καταλήξει. Η αφετηρία δεν ήταν ένα σαφές καλλιτεχνικό σχέδιο, αλλά μια εσωτερική ανάγκη∙ η αίσθηση ότι κάτι επιμένει, ότι κάτι ζητά χώρο. Όχι για να εξηγηθεί, αλλά για να ακουστεί. Από την αρχή ήταν ξεκάθαρο ότι δε με ενδιέφερε να αφηγηθώ μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να ακολουθήσω μια διαδικασία αναζήτησης, ανοιχτή και αβέβαιη.
Κεντρικός άξονας αυτής της αναζήτησης υπήρξε η μνήμη. Όχι ως αποθήκη γεγονότων, αλλά ως ένας ζωντανός, ρευστός χώρος που μετασχηματίζεται διαρκώς. Η μνήμη συστέλλεται και διαστέλλεται, εμφανίζεται και αποσύρεται, προστατεύει αλλά και βαραίνει. Δεν είναι ουδέτερη, ούτε σταθερή. Αυτή η ρευστότητα υπήρξε το βασικό υλικό της παράστασης, όχι ως αφήγηση αλλά ως μια σκηνική συνθήκη μέσα στην οποία το σώμα, ο ήχος, ο λόγος και η εικόνα λειτουργούν ως φορείς ανάκλησης.
Αυτό που με απασχόλησε ήταν πώς η μνήμη εγγράφεται στο σώμα και πώς επιστρέφει απρόσκλητη, όχι ως πληροφορία αλλά ως αίσθηση. Η γραφή δεν προχώρησε γραμμικά∙ κινήθηκε με παύσεις, επιστροφές, σιωπές. Αντί για πλοκή, επιλέχθηκε η σύνθεση. Λέξεις, σώματα και ήχοι συνυπάρχουν σαν θραύσματα που δεν ιεραρχούνται, αλλά συνδιαλέγονται. Ο χρόνος δεν εξελίσσεται προς τα εμπρός∙ κυκλώνει, παγώνει, επανέρχεται. Αυτή η μη γραμμικότητα δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά αναγκαιότητα: έτσι ενεργοποιείται η μνήμη.
Η σκηνική γλώσσα προέκυψε μέσα από αυτή την αβεβαιότητα. Δεν ήθελα να «μιλήσω για» τη μνήμη, αλλά να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε να υπάρξει επί σκηνής. Αυτό σήμαινε να εμπιστευτώ την αφαίρεση, να αφήσω κενά, να αποδεχτώ ότι το νόημα δεν χρειάζεται να είναι απολύτως ελεγχόμενο. Ως σκηνοθέτιδα, αυτή υπήρξε ίσως η πιο δύσκολη απόφαση: να αποδεχτώ ότι δεν είναι απαραίτητο να εξηγηθούν όλα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στον θεατή. Το ζητούμενο δεν ήταν η κατανόηση, αλλά η παρουσία.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!

Κεντρικό ρόλο στη σκηνική σύνθεση παίζει το βλέμμα. Ποιος κοιτά και ποιος παρατηρείται; Τι σημαίνει να στέκεσαι μπροστά σε κάτι που σε ξεπερνά χρονικά; Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται για τη δράση με τη στενή έννοια, αλλά για την παρουσία. Οι ερμηνευτές καλούνται να υπάρχουν στη σκηνή χωρίς να «υποδύονται» με τον παραδοσιακό τρόπο. Το σώμα τους λειτουργεί ως φορέας, όχι ως χαρακτήρας. Ως επιφάνεια πάνω στην οποία εγγράφονται ίχνη.
Ο χώρος του υπογείου λειτούργησε ως φυσική προέκταση της δραματουργίας. Δεν πρόκειται για έναν ουδέτερο χώρο∙ κουβαλά ήδη μια αίσθηση βάθους, απόκρυψης και εγκλεισμού. Εκεί, το φως δεν αποκαλύπτει, αλλά υπαινίσσεται. Η μερική ορατότητα ενισχύει την αποσπασματικότητα της εμπειρίας και υπενθυμίζει ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ πλήρης. Βλέπουμε πάντα κομμάτια, ίχνη, σκιές.
Το «Με το Αμβούργο στην Πλάτη» είναι για μένα μια άσκηση εμπιστοσύνης: στο υλικό, στους συνεργάτες μου, αλλά και στο κοινό. Δεν επιδιώκει να είναι ευανάγνωστο ούτε να προσφέρει γρήγορα συμπεράσματα. Ζητά χρόνο και παραμονή. Καλεί τον θεατή να επιτρέψει στον εαυτό του να μη βρει άμεσα νόημα, αλλά να σταθεί μέσα στο αίσθημα.
Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα κυριαρχεί, η επιλογή της επιβράδυνσης είναι πολιτική. Η παράσταση προτείνει έναν διαφορετικό ρυθμό θέασης, μια επιστροφή στην εμπειρία του «είμαι απλώς εδώ» όπως αναφέρεται και στο ίδιο το κείμενο. Αν κάτι έμαθα μέσα από αυτή τη διαδικασία, είναι ότι η μνήμη δεν χρειάζεται πάντα να λυθεί για να υπάρξει. Μπορεί να παραμείνει ως ερώτηση. Και ίσως μέσα σε αυτή την εκκρεμότητα να βρίσκεται η πιο ειλικρινής μορφή σύνδεσης: όχι ως βάρος, αλλά ως χώρος συνάντησης.
Πληροφορίες Παράστασης
H.ug ( Human Underground), Μελιταίων 14, Πετράλωνα (σταθμός ΗΣΑΠ Πετράλωνα)
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:00