Το έργο
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης στο έργο του με τίτλο «Κέικ» παρουσιάζει επί σκηνής μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας των αρχών του εικοστού-πρώτου αιώνα. Τέσσερις άνθρωποι, τρεις άνδρες -ο Πέτρος, ο Μπάμπης και ο Αγκρόν- και μία γυναίκα, η Σάσα είναι συγκάτοικοι σε μια πολυκατοικία. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα προβλήματα, τα άγχη, τις στεναχώριες, αλλά και τις χαρές μόνος του. Συνυπάρχουν σε μια πολυκατοικία, αλλά χωρίς στην πραγματικότητα να μοιράζονται κάτι. Κλεισμένοι στο μικρόκοσμό τους, είναι τυπικοί ο ένας με τον άλλον, απόμακροι, κοινωνικά ευγενικοί. Δεν έχουν όμως καμία ουσιαστική ανθρώπινη σχέση μεταξύ τους.
Όλα αρχίζουν όταν η Σάσα αποφασίζει να παραπονεθεί στον διαχειριστή της πολυκατοικίας, τον Πέτρο, επειδή κάποιος πετάει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι του στο δρόμο, με αποτέλεσμα να λερώνει και το πεζοδρόμιο. Ο Πέτρος καλεί τον Μπάμπη και τον Αγκρόν, των οποίων τα διαμερίσματα, όπως και της Σάσας, βλέπουν στο δρόμο, προκειμένου να συζητήσουν το πρόβλημα. Τα πράγματα παίρνουν μια απροσδόκητη τροπή, όταν ο Μπάμπης στρέφεται ευθέως εναντίον του Αγκρόν, ο οποίος προσβάλλεται επειδή πιστεύει ότι η επίθεση που δέχεται είναι αποτέλεσμα ρατσισμού.
Η παράσταση
Ο Θανάσης Ζερίτης απέδωσε με ρεαλισμό το κείμενο, φωτίζοντας ταυτόχρονα τόσο τον κάθε ήρωα, όσο και τις μεταξύ τους σχέσεις, όπως αυτές παρουσιάζονται. Ανέδειξε το έντονο κωμικό στοιχείο του έργου, ενώ παράλληλα υπογράμμισε τις μοναχικές διαδρομές των ηρώων, οι οποίες τους οδήγησαν και σε συγκεκριμένες συμπεριφορές προς τον συνάνθρωπό τους. Ωστόσο, υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες ο γρήγορος και έντονος ρυθμός που κυριαρχεί στο κείμενο, αλλά και την παράσταση γενικά, ορισμένες φορές μειώθηκε. Ως αποτέλεσμα, υπήρξαν κάποιες στιγμές όπου οι σιωπές ήταν περισσά μεγάλες, διακόπτοντας το ρυθμό της παράστασης.
Οι Ηθοποιοί
Εξαιρετική ήταν η Φαίδρα Δρούκα (Σάσα) στο ρόλο της συγγραφέως, η οποία ζει μόνη της, με τις αναμνήσεις της, αλλά και με τα γραπτά της. Ισορρόπησε τις ανασφάλειες με τις ευαίσθητες πτυχές του ρόλου δημιουργώντας μια ηρωίδα η οποία ξεχείλιζε ζωή. Εξίσου καλός ο Γιάννης Λεάκος (Μπάμπης) ο οποίος απέδωσε με μοναδική μαεστρία τον νεοέλληνα που ενστερνίζεται όλες τις επιταγές της εποχής για υγιεινή ζωή και φυσική άσκηση, ξεχνώντας ωστόσο τους κανόνες κοινωνικής συνύπαρξης και συμπεριφοράς. Εξαιρετικός ήταν επίσης ο Προμηθέας Νεραττίνι Δοκιμάκης (Αγκρόν) ενσαρκώνοντας με απίστευτη κωμικότητα, αλλά και μεγάλη ευαισθησία το ρόλο ενός μετανάστη, πετυχαίνοντας να μεταφέρει τον πόνο, την απόγνωση, αλλά και την απλότητα του ήρωα. Τέλος, καλός ήταν ο Ερρίκος Λίτσης (Πέτρος) στο ρόλο του ισορροπιστή-διαχειριστή και μετέπειτα οικοδεσπότη.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!

Οι Συντελεστές
Το σύγχρονο και λειτουργικό σκηνικό, αλλά και τα κοστούμια (Γεωργία Μπούρδα) απέδωσαν απόλυτα το πνεύμα και το νόημα τόσο του έργου, όσο και της παράστασης. Το σκηνικό έθεσε το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα η υπόθεση του έργου, δείχνοντας μια πολυκατοικία, πιθανότατα του κέντρου, όπως φάνηκε από το διαμέρισμα το οποίο βρίσκεται σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, με άλλα διαμερίσματα απέναντι, αλλά και πολλά διαμερίσματα στην ίδια την πολυκατοικία. Τα κοστούμια επίσης υπογράμμισαν τις πτυχές του χαρακτήρα του κάθε ήρωα.
Εν κατακλείδι
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης έγραψε ένα κείμενο το οποίο αποτελεί τον δραματουργικό απόγονο της «Αυλής των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Την αυλή όμως αυτή τη φορά έχει αντικαταστήσει μια πολυκατοικία. Ωστόσο, οι άνθρωποι, μολονότι τα προβλήματά τους έχουν διαφοροποιηθεί, παραμένουν πάντα οι ίδιοι: μαλώνουν, φωνάζουν, φλερτάρουν, αγαπιούνται, χωρίζουν, αλλά στο τέλος όλοι χρειάζονται έναν άνθρωπο στο πλάι τους. Οι ήρωες του Β. Χατζηγιαννίδη κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και μοιράζονται ένα φρεσκοψημμένο κέικ. Στη σημερινή εποχή, όπου τα φαστ-φουντ και τα ντελίβερι έχουν κατακλύσει τα σπιτικά, είτε σε αυτά μένουν άνθρωποι μόνοι τους, είτε ολόκληρες οικογένειες, η μυρωδιά ενός κέικ που ψήνεται μοιάζει με ένα χάδι στη μοναχικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι του εικοστού-πρώτου αιώνα.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θανάσης Ζερίτης ζωντάνεψε επί σκηνής τους ήρωες και τις μεταξύ τους σχέσεις, μιλώντας όμως ουσιαστικά συνολικά για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Αποτυπώνει λοιπόν τη μοναξιά, την απελπισία συχνά, αλλά και την επιθετικότητα των σημερινών Ελλήνων ως εκφράσεις της έλλειψης συντροφικότητας και επικοινωνίας.
Το «Κέικ» είναι μια γλυκιά παράσταση που μιλάει για τον άνθρωπο, τους φόβους και τις ανησυχίες του. Ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στο θεατή θυμίζοντάς του, ότι οι άνθρωποι, από όπου και αν προέρχονται, αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες πιο εύκολα καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι με φαγητό. Ακόμα και αν αυτό είναι απλώς ένα κέικ…
Διαβάστε επίσης:
Κέικ, του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη στο θέατρο Εμπορικόν