Πολύ πριν η Τζούλια Κρίστεβα διατυπώσει το 1966 τη «Théorie d’ensemble» ή ο Ρολάντ Μπαρτ εισέλθει στον μεταδομισμό κηρύσσοντας τον «θάνατο του συγγραφέα» και τη «γέννηση του αναγνώστη», η μακρά περιπέτεια της διακειμενικότητας είχε ξεκινήσει την πορεία της μέσα στους αιώνες. Αυτό που η θεωρία της διακειμενικότητας υπερασπίζεται, ήτοι την τη μη αυτόνομη φύση του λογοτεχνικού έργου και την ύπαρξη εντός του ιχνών από άλλες προγενέστερες δημιουργίες -διεργασία που καταγράφεται μέσα στο αενάως κινούμενο γλωσσικό παιχνίδι- είχε καταστεί συνείδηση τόσο από τους δημιουργούς όσο και από το ίδιο το κοινό από τις απαρχές, ήδη, των λογοτεχνικών ειδών.
Τι είναι όμως αυτό που σφραγίζει ένα έργο με την προσωπικότητα ενός συγγραφέα; Προφανώς, από αυτό το ερώτημα εκκινεί όλη εκείνη η λεπτοτεχνική διαδικασία -όχι απλώς μιας μεταστοιχείωσης ή μετανάγνωσης ενός πρωτοτύπου- αλλά της παραγωγής, επάνω σε ένα δεδομένο, μιας νέας πραγματικότητας γραφής, εδραιωμένης στον προσωπικό αναστοχασμό και στην προσωπική παρατήρηση και διαποτισμένης από συγκεκριμένες και διακριτές πεποιθήσεις, ιδέες και αρχές που διέρχονται μέσα από ένα απροσδιόριστων διαστάσεων χωνευτήριο αναφορών, εμπειριών, ανακλήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, μια παράμετρος που βαρύνει προκειμένου ένα έργο να προσλάβει το ειδικό βάρος ενός είδους λογοτεχνικής αυταξίας είναι, αναμφισβήτητα, η μορφή του, με άλλα λόγια, το σύνολο των τεχνικών γνωρισμάτων του, όπως ο γλωσσικός του κώδικας, ο τρόπος έκφρασής του, η δομή και η διάρθρωση, η συνολική «ποιητική» του. Την ίδια στιγμή, εντούτοις, το περιεχόμενο έρχεται να συστηθεί ως λόγος ύπαρξης της οποιασδήποτε αισθητικότητας της μορφής. Και είναι αλήθεια, ότι όσο και αν η μορφή παρουσιάζει ελκυστικές πτυχές, το περιεχόμενο δεν παύει να επιβάλλεται ως το κατεξοχήν ζητούμενο.
Στο θέατρο, μια έκφανση διακειμενικότητας είναι και η ανάγκη ανασύνθεσης ενός θέματος με όρους οριζόντιας επικαιροποίησης, γνωστή στη θεωρία θεάτρου ως «historicisation» (γαλλικός όρος). Αυτή η θεώρηση της δραματουργικής εργασίας και σκηνοθεσίας αποσκοπούσε, άλλοτε, στην προσαρμογή κάθε οργανικού συστατικού των έργων (καταστάσεων, χαρακτήρων, συγκρούσεων κ.λπ.) στην εκάστοτε σύγχρονη εποχή, αναδεικνύοντας την ιστορική σχετικότητα που τα διέπει, ενώ, συγχρόνως, ταυτίστηκε και με συγκεκριμένες πολιτικές στοχεύσεις. Παρόλα αυτά, η πρακτική της «historicisation», όπως και διάφορα είδη γραφής (π.χ. το θέατρο της οργής ή το in-yer-face), που αναδύθηκαν μέσα σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, έχουν ολοκληρώσει τον βιολογικό κύκλο τους. Είναι προφανές ότι στο θέατρο έχουν προ πολλού συμβεί και επισυμβεί τα πάντα· θα λέγαμε, ίσως, ότι ως τέχνη τελεί σε μια κατάσταση «ανοσίας», κατά την οποία από τίποτα πλέον δεν περιμένει να εκπλαγεί και από τίποτα να σοκαριστεί. Το επόμενο μεγάλο διακύβευμα για το θέατρο θα ήταν πιθανότατα η επανεξέταση του λόγου ύπαρξής του: εάν θα εξακολουθεί να συνιστά ένα νεκροταφείο σχολών, τάσεων και πρακτικών, ένας χώρος αναζήτησης μιας ενδεχόμενης νέας ερευνητικής πνοής ή ένα φαινόμενο ατελέσφορο που περιμένει μια επερχόμενη αυτανάφλεξη.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η προσέγγιση των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Παλούμπη επάνω στην «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν που παρουσιάζεται στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, συνυφαίνοντας ένα είδος historicisation, ως προς τη δραματουργική προσαρμογή, με γενναίες δόσεις «θεάτρου της οργής» και «in-yer-face», παρουσιάζει πρόσωπα και γεγονότα του νεοελληνικού εαυτού μας τόσο ανάγλυφα που αναπόφευκτα προκαλεί εσωτερικούς κραδασμούς και μετακινήσεις. Ωστόσο, δεδομένης της καταστατικής αναγωγής στο εμβληματικό έργο του Ίψεν είναι απαραίτητη μια αντιπαραβολή: ο Ίψεν ακόμα και τα πλέον αρνητικά παραδείγματα χαρακτήρων του τα διασώζει τοποθετώντας τα μέσα στο μεγάλο κάδρο μιας κοινωνικής πινακοθήκης, εντός της οποίας κατέχουν ισότιμη θέση ως αντίποδες που εξασφαλίζουν μια αναγκαία ισορροπία· στη διασκευή που μας παραδίδεται οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις έχουν πλέον εισέλθει στο φάσμα της τερατομορφίας και του χάους, αντίστοιχα, στην ακρότατη και στάσιμη εκείνη συνθήκη, ενώπιον της οποίας ο θεατής, ενδεχόμενα, να αδυνατεί να ανακτήσει το έλεγχο μιας διαυγούς κριτικής σκέψης.
Εδώ η εκκεντρική, όσο και καλλιεργημένη και ευαισθητοποιημένη κοινωνικά και πολιτικά Έντα (Έλενα Τοπαλίδου), συζεί με ένα τυπικό δείγμα ελληνοπρεπούς τυχοδιώκτη της πολιτικής με όλες τις απαραίτητες δόσεις κυνισμού, υστερίας και απιστίας (Στάθης Σταμουλακάτος), μια ταπεινή υπάλληλος της Εφορίας (Ράνια Σχίζα), ως άλλος Μπρακ, διεκδικεί τον ρόλο του καταλύτη που κρατά στα χέρια του την αξιοπιστία του πολιτεύματος, ενώ τον γενικό καμβά συμπληρώνουν ένας ιδεολόγος της αριστεράς (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος), ένας παρατρεχάμενος της επικοινωνίας (Θάνος Αλεξίου), μία αριβίστρια της «δημοσιογραφίας» (Παναγιώτα Παπαδημητρίου) και ένας μεγαλομανής της πολιτικής αρένας (Κώστας Φυτίλης).
Μέσα από αυτό το σύνολο η Έλενα Τοπαλίδου, επωμιζόμενη τον κεντρικό ρόλο, δίνει ένα ποιοτικό ερμηνευτικό στίγμα: δημιουργεί επιτυχημένα μια αντιστικτική σχέση ανάμεσα στο υφέρπον ψυχικό δράμα και σε έναν αμυντικό συμπεριφορικό κώδικα που επιπολάζει στην επιφάνεια ως μέσο απεύθυνσης προς τη σαθρή πραγματικότητα που περιβάλλει την ηρωίδα. Εξίσου ενδιαφέρουσες και οι παρουσίες του Στάθη Σταμουλακάτου σε μια ερμηνεία που μπορεί να ρυθμίζει με εσωτερική προετοιμασία την εκδήλωση των ετερόκλητων πτυχών του χαρακτήρα και της Ράνιας Σχίζα σε έναν ρόλο όπου συναρμόζει το δυναμισμό με την ευαλωτότητα. Ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος προσδίδει στον ήρωά του περισσότερο στοιχεία τύπου παρά χαρακτήρα, ενώ οι υπόλοιποι ερμηνευτές (Θάνος Αλεξίου, Παναγιώτα Παπαδημητρίου, Κώστας Φυτίλης) συντονίζονται αγαστά μέσα στους ρυθμούς της σκηνικής περιδίνησης.
Όσο για τη σκηνή με το νεκρό πτώμα του πατέρα, που παραπέμπει κατά κάποιο τρόπο, στη «Γίδα» του Έντουαρντ Άλμπι, λειτουργεί, είναι προφανές, περισσότερο ως πεπιεσμένη δραματική κορύφωση· σε κάθε περίπτωση, δεν παύει να δημιουργεί μια έντονη τομή στην εν γένει ρεαλιστική συνθήκη. Τέλος, στα θετικά της παράστασης καταγράφεται και η μουσική σύνθεση του Κώστα Νικολόπουλου που θυμίζει κάτι -ωστόσο όμορφα- από τη σονάτα για πιάνο του Πολ Ντυκά.
Διαβάστε επίσης:
Έντα, των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Παλούμπη στο Θέατρο Τζένη Καρέζη