Είναι εκπληκτικό πως ένας άνθρωπος περνάει από την κόλαση στον παράδεισο και από εκεί πάλι πίσω στο τίποτα. Ο Χράμπαλ σε αυτό το ιδιόμορφο και καυστικό μυθιστόρημα παρουσιάζει έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας, έναν ανώνυμο ήρωα της καθημερινότητας. Ταπεινός πρωταγωνιστής αλλά φιλόδοξος και γενναίος παρά το μικρό του ανάστημα, στέκεται πιστός στις επιλογές του και ατενίζει με αισιοδοξία αυτό που του προσφέρεται ενώ κυνηγά με πάθος τις επιδιώξεις του, έχει αυτοπεποίθηση και με αυτή πορεύεται. Αυτή είναι η λογοτεχνική προσωπογραφία που του «ζωγραφίζει» αφηγούμενος με τον δικό του προσωπικό, πολλές φορές παράδοξο τρόπο και με σουρεαλιστικές περιγραφές όλα αυτά που διαδραματίστηκαν ιστορικά πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο – οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις καταιγιστικές – μέσα από την φυσιογνωμία αυτού του μικρού τολμηρού πρίγκιπα. Ο συγγραφέας στήνει ένα θεατρικό σκηνικό – εξάλλου δεν είναι καθόλου τυχαίο πως το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο – και με αριστοφανική δεξιοτεχνία, με ιλαρότητα και σατυρική διάθεση εισβάλει στον τρόπο θέασης των πραγμάτων, άλλοτε τα διακωμωδεί και άλλοτε τα δραματοποιεί καταγράφοντας έτσι ό,τι εκείνος αντιλήφθηκε με τα ίδια του μάτια και με την οξύτητα του μυαλού του.

Ο ασήμαντος σερβιτόρος, ο οποίος εργάζεται τίμια και ευλαβικά περιμένοντας την δική του αναγνώριση γιατί οι βλέψεις του είναι πέρα από αυτό που ζει, είναι το πρόσωπο που θέτει ενώπιόν μας και εμείς παρακολουθούμε την πορεία του στον χρόνο. Υπηρετεί από αυτή την θέση, μοχθεί καθημερινά για να ανταποκριθεί στην αποστολή του, γνωρίζει διαφόρων ειδών ανθρώπους, χτίζει αθόρυβα το μέλλον του. Σε καμία στιγμή δεν παραπονιέται αλλά στέκεται στο ύψος της αποστολής του και αγωνίζεται για το παραπάνω ακόμα και υπό περιστάσεις που δεν τον ευνοούν λόγω περίεργων συμπεριφορών και των απαιτήσεων των πελατών. Αυτό επ’ ουδενί δεν τον αποθαρρύνει, δεν λυγίζει, δεν απογοητεύεται, δεν υποχωρεί στις επιθυμίες του αλλά κάποια ατυχή συμβάντα και το γεγονός πως μπορεί κάποιες φορές να τον ατιμάζουν τον πεισμώνει ακόμα πιο πολύ να γίνει όσο πιο γρήγορα γίνεται μεγάλος και τρανός και κύριος του εαυτού του. Είναι σαφές πως παίζει ο συγγραφέας ανοιχτά με την ψυχολογία του πρωταγωνιστή του και τον τοποθετεί στο περιθώριο γιατί από εκεί θα δείξει καλύτερα και πιο έντονα την υποκρισία της ανθρώπινης φύσης. Ο μέσος άνθρωπος, από κατασκευής του, έχει την συνήθεια να κρίνει και να κατακρίνει με ταχύτητα όσα συμβαίνουν γύρω του, να μειώνει τον αφανή «ασήμαντο», δηλαδή τον άνθρωπο που δεν εντυπωσιάζει και δεν κορδώνεται και βέβαια να σταυρώνει τον αδύναμο, τον σερβιτόρο στην συγκεκριμένη περίπτωση που σιωπηλά εκτελεί την εργασία του με αυταπάρνηση και ενθουσιασμό.

Πολιτικά όμως και κοινωνικά αν το δει κανείς, διαπιστώνει την αθλιότητα της αυταρχικής εξουσίας που συνθλίβει καθετί που προσπαθεί να γεννηθεί εκείνη την περίοδο. Ο ανώνυμος σερβιτόρος που ως τίτλο έχει το γεγονός πως υπηρέτησε τον Βασιλιά της Αιθιοπίας είναι εκείνος που σηκώνει στις πλάτες του την δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα. Είναι εκείνος που τόσο το ναζιστικό καθεστώς τον στοχεύει γιατί δεν είναι Γερμανός και δεν έχει το δικαίωμα στην επιτυχία. Δεν ανήκει στην Άρια φυλή και πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να παντρευτεί για παράδειγμα την Γερμανίδα αθλήτρια που έχει ερωτευτεί. Είναι θλιβερό να μην μπορεί να ζήσει γιατί ανήκει σε άλλη φυλή, γιατί δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς που ορίζονται οι επιούσιοι, είναι ένας ξένος που δεν υπολογίζεται αλλά απλά υπάρχει.

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως πρέπει να έχω ένα σκοπό για να σωθώ, διότι θα έχω ένα λόγο και για να ζήσω». Και πράγματι όταν ο πόλεμος τελειώσει, γιατί ακόμα και οι πόλεμοι νομοτελειακά κάποτε τελειώνουν, έρχεται στο προσκήνιο και κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα. Αυτός ο ασήμαντος σερβιτόρος πραγματοποιεί ό,τι είχε στο νου του να πετύχει και ανοίγει το δικό του ξενοδοχείο για να αποδείξει πως αξίζει να τον προσέχουν, πως οι συγκυρίες δεν του επέτρεψαν να διαδραματίσει ηγετικό κοινωνικό ρόλο, πως ήταν θύμα ενός άδικου πολέμου και ενός συστήματος. Και όταν θα έρθει και η δεύτερη καταστροφή για τον ίδιο και θα βρεθεί στον δρόμο θύμα της σοβιετικής λαίλαπας δεν θα γονατίσει, δεν θα συνθλιβεί, θα ορθώσει και πάλι ανάστημα περιμένοντας τους μη βάρβαρους. «{…} πίστευα στο απίστευτο, στην αναπάντεχη έκπληξη, στην κατάπληξη, αυτά ήταν το αστέρι μου, που με οδηγούσε στην ζωή μου, ίσως για να αποδείξει στον εαυτό του πως πάντα κάπου κάτι το περιμένει, και εγώ που είχα πάντα τη λάμψη του μπροστά στα μάτια μου, το πίστευα όλο και πιο πολύ».


Αποσπάσματα: 

«Μάλλον έπρεπε να γίνω αδύναμος για να δω και να καταλάβω ακόμα πιο πολλά».

«{…} η αίσθηση της νίκης είναι καθοριστική, πως αν ο άνθρωπος γίνει απαισιόδοξος, θα του μείνει για όλη τη ζωή του και ποτέ δεν θα το αλλάξει αυτό, ειδικά στην πατρίδα του και στο δικό του περιβάλλον όπου τον βλέπουν σαν κάτι το τιποτένιο, σαν έναν μικρούλη βοηθό σερβιτόρου, όπως προοριζόμουν να γίνω εγώ στην πατρίδα μου, {…}».


Διαβάστε επίσης:

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά – Μπόχουμιλ Χράμπαλ