Θα ξεκινήσω αυτό το κείμενο με μια παραδοχή. Ναι, πριν ξεκινήσω να διαβάζω το «Χαμένοι Θεοί», πριν ακόμα το πάρω στα χέρια μου, ήμουν βαθιά προκατειλημμένη απέναντί του.

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

Ο λόγος είναι πολύ απλός και υποθέτω ότι όλοι σας καταλαβαίνετε ποιος είναι αυτός. Μα φυσικά το γεγονός ότι το εν λόγω βιβλίο βασίζεται στην ελληνική μυθολογία ώστε να χτίσει τον κεντρικό κορμό της ιστορίας του και πως η συγγραφέας του, δεν έχει καμία σχέση με την ταπεινή μας πατρίδα. Όπως και να το δεις, είναι λογικό να ανησυχώ για το πως μπορεί να αντιλαμβάνεται κάποιος ξένος την μυθολογία μας, ιδιαίτερα όταν την βλέπω να κατακρεουργείται παρέα με την ιστορία μας, στις μεγάλες υπερπαραγωγές του Hollywood την τελευταία 10ετία. Οφείλω ωστόσο να παραδεχτώ πως ήμουν άδικη και πως η Josephine Angelini, όχι μόνο έγραψε μια ιστορία που με καθήλωσε από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα αλλά, το έκανε στηριζόμενη σε λογικές, υπαρκτές βάσεις.

Η Έλεν Χάμιλτον είναι ένα 17χρονο κορίτσι που έχει ζήσει όλη της την ζωή σε ένα μικρό νησί, μαζί με τον πατέρα της, Τζέρι, με την μητέρα της να τους έχει εγκαταλείψει λίγο μόλις καιρό μετά την γέννησή της, χωρίς να μάθει ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Η Έλεν πάντα γνώριζε πως είναι διαφορετική από τους υπόλοιπους ανθρώπους, μια διαφορετικότητα που προσπαθούσε να κρύψει έτσι ώστε να φαντάζει στα μάτια τους λιγότερο παράξενη. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, βλέπει παράξενα όνειρα καθώς και τρεις γυναίκες που μοιρολογούν και κλαίνε με αιμάτινα δάκρυα. Δεν μπορεί να καταλάβει τι της συμβαίνει, ούτε να το εξηγήσει, ακόμα και όταν συναντά την οικογένεια Δήλος και τον Λούκας, που μόλις έχουν μετακομίσει στο νησί, και μέσα της δημιουργείται η ακαταμάχητη επιθυμία να τον σκοτώσει. Όταν οι δυο τους θα σωθούν σχεδόν εκ θαύματος, η Έλεν θα μάθει ποια πραγματικά είναι η καταγωγή ανακαλύπτοντας πως η αλήθεια είναι δεμένη με μια ιστορία χιλιάδων χρόνων, με τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα και πως η ίδια, είναι δεμένη με μια μοίρα και μια κατάρα που δεν μπορεί να αποφύγει.

Πρώτα απ’ όλα θέλω να δηλώσω πως η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία χτίζει η Josephine Angelini την ιστορία της, είναι κάτι παραπάνω από έξυπνη, είναι ευφυής. Υιοθετεί στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας ωστόσο, αντλεί πηγές έμπνευσης από διάσημα ιστορικά έγγραφα και αφηγήσεις, συνδυάζοντας τον μύθο με την πραγματικότητα και τελικά, καταφέρνει μέσα από τον ρεαλισμό της γνώσης να πλάσει μια ολότελα δική της, φανταστική ιστορία η οποία όμως, θα μπορούσε να είναι αληθινή καθώς, στηρίζεται σε πραγματικές βάσεις και μια λογική επιχειρημάτων που δεν μπορείς εύκολα ν’ αντικρούσεις. Δεν τοποθετεί τους θεούς στο επίκεντρο, αν κι αυτό αρχικά περιμένεις, αλλά τους Επιγόνους, ανθρώπους που κατάγονται από ημίθεες γενιές και χωρίς να έχουν δικαίωμα επιλογής, μέσα στις χιλιετίες, καλούνται να ξεπληρώσουν τον όρκο αίματος του Οίκου τους, παρακινούμενοι από τις Ερινύες  χωρίς ωστόσο να μπορούν να σταματήσουν ποτέ. Η μοίρα τους, είναι και η κατάρα τους, ένας φαύλος κύκλος που δεν μπορεί να κλείσει, ούτε να ξεπεράσεις τα όριά του.

Η συγγραφέας καταφέρνει να σε παρασύρει με την χειμαρρώδη αφήγησή της, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα και ορκίζομαι πως έχει αποφασίσει να μην μας αφήσει να πάρουμε ανάσα. Σε αντίθεση με άλλες ιστορίες του είδους, αν και υπάρχει love story, δεν ξεκινάει με διόλου παραδοσιακό τρόπο και αυτό από μόνο του, είναι ένα συν που ανεβάζει τον πήχη ψηλά. Οι χαρακτήρες είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι, ολοκληρωμένοι και άψογα δομημένοι με αποτέλεσμα, όταν βρίσκονται όλοι μαζί ή σε μικρότερες ομάδες, να αλληλοσυμπληρώνονται τόσο τέλεια, λες και πλάστηκαν γι’ αυτό τον σκοπό. Οι περιγραφές τοποθεσιών και καταστάσεων γίνονται με άκρως παραστατικό τρόπο, αισθανόμαστε σαν να βρισκόμαστε μόλις μερικά βήματα από τους ήρωές μας, η δράση συνεχής, διατηρώντας τις ισορροπίες που είναι απαραίτητες ώστε να μην αισθανθούμε ότι πνιγόμαστε από την ένταση και δυνατά, αντικρουόμενα συναισθήματα που δεν μπορούν παρά αν ριζώσουν μέσα μας.

Όποιος δεν έχει διαβάσει το «Χαμένοι Θεοί», είτε είναι fan της λογοτεχνίας του φανταστικού είτε όχι, καλά θα έκανε να το ξανασκεφτεί και να του δώσει μια ευκαιρία. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως δεν θα το μετανιώσει καθώς πρόκειται για μια ιστορία που μπορεί να καλύψει τον αναγνώστη σε πολλαπλά επίπεδα, περιπέτειας, συναισθημάτων, δράσης, γνώσης. Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα του βιβλίου να είναι η υπερβολική πληροφόρηση σε κάποια σημεία, γύρω από τον μύθο και την ιστορία που οδηγούν στο σήμερα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει  να καθυστερήσει ή και να μπερδέψει τον αναγνώστη εκείνον που ίσως να μην θυμάται και πολλά από τα σχολικά του χρόνια ή ακόμα, και να μην γνωρίζει κάποια πράγματα με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο να τα επεξεργαστεί. Αυτό όμως είναι κάτι πολύ μικρό μπροστά σε ένα σύνολο που σε παρασύρει και δεν μπορεί παρά να σε κάνει να θες λίγο ακόμα, ψάχνοντας απεγνωσμένα λύσεις, μαζί με τους ήρωες, προκειμένου να απελευθερωθούν από μια ανώφελη μοίρα που κληρονόμησαν, χωρίς καν να το ζητήσουν.