Οι «Ιστορίες του Χαλ« είναι στιγμιότυπα καθημερινών στιγμών σε μία απομακρυσμένη και όχι και τόσο πολυπληθή γωνιά της Αγγλικής υπαίθρου. Είναι μαυρόασπρες εικόνες που ευελπιστούν να γίνουν έγχρωμες, ο δρόμος δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα και τα ερωτήματα πολλά.

Πρόκειται για μία επισκόπηση και μία ενδοσκόπηση στην ζωή και τον χρόνο σε ένα καθιερωμένο ευρωπαϊκό και ήσυχο περιβάλλον της Βόρειας πλευράς της Γηραιάς Ηπείρου εκεί όπου η ζωή κυλάει μοναχικά, ήπια και χωρίς πολλές διακυμάνσεις, κάθε ταραχή ηχεί περίεργα και αναστατώνει πολύ εύκολα το ποτάμι των καθιερωμένων δραστηριοτήτων. Ο συγγραφέας λειτουργώντας μαζί ως παρατηρητής και φωτογράφος αποτυπώνει στιγμές των ανθρώπων, ηρώων της κάθε μέρας που αναζητούν λίγη «φασαρία» στην μονοτονία και την μελαγχολία που πολλές φορές σταυρώνει και φυλακίζει το εγώ τους. Η δράση δεν λαμβάνει συχνά χώρα σε αυτήν την μειλίχια σφαίρα που θυμίζει σταλακτίτη, κατά συνέπεια η έξοδος από το αδιέξοδο στην πεσμένη ψυχολογία και τον σιωπηρό καταναγκασμό είναι αναγκαία όπως το νερό για το μαραμένο φυτό.

Βλέμματα παγωμένα, σκιές ανθρώπων που ψάχνουν την ταυτότητά τους μέσα σε μία πόλη φάντασμα που όλα μοιάζουν να ρέουν ομαλά όμως μοιάζει να λείπει η ζεστασιά και η παρέα. Οι άνθρωποι διψούν για συνεύρεση, για έρωτα, ανυπομονούν για ένα απλό τσάι όπως η κυρία Ρότζερς που περιμένει τον νεαρό Βέλγο να της χαρίσει την συντροφιά του και να ανταλλάξουν λίγες κουβέντες μήπως και οι ώρες περάσουν πιο γρήγορα. Αυτό το ρολόι στο βουβό Χαλ μοιάζει να έχει κλειδώσει τους λεπτοδείκτες του και τα λεπτά να έχουν μετατραπεί σε αγρίμια που θέλουν να αποδράσουν. Οι ανθρώπινες επαφές είναι ένα αρχείο που χρήζει επεξεργασίας μιας και οι άνθρωποι μεταξύ τους μοιάζουν ξένοι και απόμακροι και σε αυτήν την προσπάθεια προσέγγισης ο Μητάς εστιάζει όλο του το σκηνικό. Επιθυμία του είναι να τους φέρει κοντά, να επικοινωνήσει τα στοιχεία τους και να σπάσει το απόρρητο που έχει στηθεί σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο που φωνάζει στοπ.

Πρωταγωνιστής ο ίδιος μέσα στις ιστορίες του αυτές, μιας και ο ίδιος έζησε στο Χαλ, έρχεται με ιδιότητα ρεπόρτερ να καταγράψει αναμνήσεις και εικόνες από ένα πλαίσιο και ένα κάδρο που αναζητά να ξανακρεμάσει στον τοίχο. Είναι κατά μία έννοια μαρτυρίες μέσα από το πρίσμα ενός επιθεωρητή που έμεινε σε έναν ξένο τόπο και αυτή του η παραμονή έγινε το αντικείμενο της έρευνάς του. Γιατί ο Μητάς τον ανθρώπινο ψυχισμό ερευνά, τον θέτει ενώπιόν μας, περιγράφει τα τρωτά του σημεία, την θετική του αύρα και παραδίδει μία μικρή εργασία για το πως και το γιατί. Είναι σημείο κατατεθέν εκείνων των κοινωνιών άλλωστε, που δεν έχουν πολλά κοινά με το γίγνεσθαι του Νότου και την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους του, να μην έχουν έντονο το μικρόβιο του συνομιλείν και του συναλλάσεσθαι, να κλείνονται όπως οι χελώνες στο καβούκι τους και να εκδηλώνονται σε ιδιάζουσες περιστάσεις και υπό ιδιαίτερες συνθήκες σαν να είναι για αυτούς η επικοινωνία απαγορευμένη ζώνη.

Μέσα σε αυτό το παγωμένο στερέωμα και την κραυγή αγωνίας που φτάνει στα αυτιά μας οι ιστορίες του έχουν συγκίνηση, συναίσθημα και ρεαλισμό, πολλές φορές ωμό, μιας και ο συγγραφέας παρουσιάζει τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση δίχως ωραιοποιήσεις και χωρίς ανούσια πασπαλίσματα. Αντιλαμβάνεται κανείς όμως πως οι φιγούρες του διακατέχονται και κυριαρχούνται από μία αβεβαιότητα και έναν φόβο μωπασσωνικού τύπου τον οποίο ο συγγραφέας εντείνει αφήνοντας στον αναγνώστη να πλάσει στο μυαλό του την εξέλιξη των ιστοριών. Ο Μητάς επιχειρεί μία αφήγηση που στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή λογοτεχνία βρίσκει πολλούς εκπροσώπους, αυτή δηλαδή η βαθιά βουτιά στο ανθρώπινο που προβληματίζεται για το σήμερα αλλά στην Ελλάδα δυστυχώς είναι κάτι άγνωστο. Ο Μητάς καταφέρνει με την εμπειρία του από το Χαλ και τις προσλαμβάνουσες που αποκόμισε να κάνει τις ιστορίες του Χαλ(ί) πάνω στο οποίο να μας μεταφέρει προς μία άλλη πραγματικότητα, προσωπική του.

«Θα μπορούσες να βεβαιωθείς για τα αισθήματα κάποιου αν δεν μπορούσες να δεις τα μάτια του;»

Το βιβλίο του Γιώργου Μήτα, Ιστορίες του Χαλ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.