Το Φεστιβάλ Πέτρας και η Εταιρεία Πολιτισμού ANAGNOSIS παρουσιάζουν στο θέατρο Πέτρας το σπουδαίο έργο του Γεώργιου Βιζυηνού …

Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, την Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011.

 

Πρόκειται για το αυτοβιογραφικό «Ταξείδιον» που έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας το 1861 στην ηλικία των δέκα χρόνων, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη παραγιός σ’ ένα σκληρό και τυραννικό ράφτη. Ο δραματικός αυτός εγκλεισμός του στο ραφτάδικο, οι φόβοι και οι προσδοκίες του, η φαντασία του μικρού παιδιού, όταν μαθαίνει την ύστατη επιθυμία του παππού του, να ταξιδέψει μέσα στη νύχτα, πάνω σ ένα άλογο, για να του κλείσει τα μάτια, ενορχηστρώνονται με ποίηση, ρεαλισμό και στοχασμό, σε ένα από τα σημαντικότερα διηγήματα που γράφτηκαν ποτέ στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας.

 

Μόνο αν υποθέσει κανείς την απουσία του Βιζυηνού ως διηγηματογράφου από τα ελληνικά γράμματα, θα μπορούσε ίσως να κατανοήσει πληρέστερα την ιδιαίτερη σημασία της ύπαρξής του. Θα έμοιαζε πιθανόν σαν να έλειπε ο Καβάφης από την ποίηση ή πιο σημερινά, ο Χατζιδάκις από τη μουσική. Ποιό άραγε θα ήταν το έλλειμμα από Αυτές τις παρουσίες και τί είναι αυτό που τις συνδέει; […], απόσπασμα από το σημείωμα του σκηνοθέτη.

 

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία – Διασκευή: Δήμος Αβδελιώδης
Καλλιτεχνική σύμβουλος: Μπουμπουλίνα Νικάκη
Μουσική: Βαγγέλης Γιαννάκης
Διδασκαλία λόγου & κίνησης – Σκηνική όψις: Δήμος Αβδελιώδης
Ερμηνεύουν (διπλή διανομή): Μαρίνα Αργυρίδου – Γιώργος Νικόπουλος
Μουσικοί: Όλγα Αρτικοπούλου – Βιολοντσέλο, Αλέξανδρος Αβδελιώδης – Πιάνο

 

Η Τέχνη του Γ. Βιζυηνού

Μόνο αν υποθέσει κανείς την απουσία του Βιζυηνού ως διηγηματογράφου από τα ελληνικά γράμματα, θα μπορούσε ίσως να κατανοήσει πληρέστερα την ιδιαίτερη σημασία της ύπαρξής του. Θα έμοιαζε πιθανόν σαν να έλειπε ο Καβάφης από την ποίηση ή πιο σημερινά, ο Χατζιδάκις από τη μουσική. Ποιό άραγε θα ήταν το έλλειμα από Αυτές τις παρουσίες και τί είναι αυτό που τις συνδέει;

 

Aς παρακάμψουμε ως συμπτωματικό στοιχείο τον τόπο γέννησης και των τριών, τη Θράκη, κι ας μείνουμε στα κοινά στοιχεία της Τέχνης, που όντας γνωστικό αντικείμενο μπορούμε να την αξιολογήσουμε μέσα από τους κανόνες και τις μεθόδους που διέπουν κάθε έντεχνη κατασκευή. Ο ίδιος ο Βιζυηνός, στην έναρξη του εν λόγω διηγήματος, παραθέτει το γοητευτικό παραμύθι του ραφτόπουλου με τη Νεράιδα/Μητέρα Τέχνη που τον εμπνέει και τον καθοδηγεί να ολοκληρώσει σε μια νύχτα το υπεράνθρωπο έργο που του ανέθεσε ο βασιλιάς ώστε να γίνει αντάξιος του έρωτα της βασιλοπούλας και να γλιτώσει το θάνατο. 

 

Δημιουργεί έτσι, μια θαυμάσια παραβολή της λειτουργίας και του σκοπού της τέχνης, που τίθεται από το νόμο του Άλλου με όρους δραματουργικής και αισθητικής αρτιότητας τέτοιας, που να μη φαίνεται το έντεχνο της κατασκευής, στα σημεία κυρίως των συνδέσεων (χωρίς ραφή και ράμμα) και βέβαια η κατασκευή αυτή να ταιριάζει κουτί, για εκείνο ή για εκείνον τον οποίον είναι φτιαγμένη (να ταιριάζει σε μια βασιλοπούλα). Αλλά δεν αρκούν μόνο τούτα! Πρέπει το έργο της Τέχνης να είναι έτοιμο στην ώρα του, να είναι δηλαδή καίριο, αλλιώς χάνει τη δύναμή του και γίνεται παρωχημένο ή γραφικό. Όλην αυτή τη διαδικασία από τη σύλληψη ως την εκτέλεση του έργου την υποκινεί και την διατρέχει ένας πόθος, μία ιδέα. 

 

Η ιδέα μιας ερωτευμένης μαζί του βασιλοπούλας που έχει ακούσει μόνο τη φωνή του, μα που δεν έχει ιδεί ακόμα ο ένας τον άλλον. Είναι λοιπόν η ιδέα του ΄Ερωτα που ρυθμίζει το πάθος της δημιουργίας, μιας ιδέας τέτοιας που προσιδιάζει στην Πλατωνική αντίληψη γι\’ Αυτόν, ώς έλξης και υπέρβασης προς την Αλήθεια. Η Αλήθεια πάλι δεν είναι κάτι αόριστο ή μεταφυσικό αλλά έχει σχέση με καθετί που είναι χαραγμένο ανεξίτηλα σαν πράξη, σαν ιδέα και σαν μοίρα, ώστε ακόμα κι αν θέλουμε να το λησμονήσουμε δεν μπορούμε, γιατί παραμένει εκεί χαραγμένο. Γι\’ αυτό, ο ερωτικός χαρακτήρας της τέχνης του Βιζυηνού, του Καβάφη, του Χατζιδάκι, ως υπέρβασης προς την Αλήθεια, είναι συνυφασμένη με τα πιό λειτουργικά στοιχεία της Τέχνης, την απλότητα, την καθαρότητα, την ταχύτητα, την έλλειψη κάθε επιτήδευσης ή άλλου σκοπού πέραν αυτής καθ\’ εαυτής της ερωτικής μέθεξης, ως δωρεάς και βαθιάς αίσθησης ταύτισης με τον άλλον, που δεν είναι διαφορετικός, γιατί έχει κοινές αλήθειες, τους ίδιους φόβους και τους ίδιους πόθους.

 

Ετσι ένα έργο τέτοιας πνοής γεννά σ΄ εμάς απέραντη οικειότητα και μας μιλά σαν να \’ναι δικό μας. Αυτή τη μοναδική χαρά και συγκίνηση μας δίδει η προαναφερόμενη Τριάδα των εξαίρετων “ραπτών” της τέχνης.

 

Δήμος Αβδελιώδης